Στήλη: Οι ξένοι

Οι ΞΕΝΟΙ | Τον ρατσισμό τον βλέπεις και στα μικρά πράγματα 

«Κάποιος που ψιθυρίζει κάτι για σένα, νομίζοντας ότι δεν ξέρεις ελληνικά»

| 15/10/2018

Πώς σκέφτονται αυτοί που εμείς βλέπουμε ως «ξένους» για τη ζωή τους μαζί μας;  Πώς νιώθουν;  Πώς τους κάνουμε, ενίοτε, να νιώθουν;  Τι θα ήθελαν να μας πουν;  Γιατί Ξένος δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Σε καθιστούν οι άλλοι όταν η πραγματικότητά σου δεν ταιριάζει με τη δική τους. Όταν αυτό που βλέπουν σε εσένα δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που έχουν στο κεφάλι τους. Όταν διαφέρεις από τα στερεότυπα. Όταν δεν είσαι αυτό που «θα έπρεπε να είσαι». Διότι, όπως είπε και ο ποιητής «τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους».

#ToPeriodikoGR και ο Μάνος Καλλιμικράκης δημιουργούν αυτή τη στήλη με στόχο να καταγράψουν. Να καταγράψουν τη ματιά, τη σκέψη και το συναίσθημα των συνανθρώπων μας που έχουν άλλες χώρες καταγωγής και είτε βρέθηκαν και έμειναν στην Ελλάδα είτε γεννήθηκαν εδώ. Δεν εστιάζει στους πρόσφυγες των τελευταίων χρόνων, αλλά σε όλους εκείνους και όλες εκείνες που εδώ και αρκετά χρόνια, συνήθως, ζουν μαζί μας.  Και όσα έχουν να μας πουν είναι πολλές φορές διαφορετικά από όσα νομίζουμε ότι θα ακούσουμε. 

 

Ονομάζομαι Γαβριήλ Κυριακάκης.  Έχω ελληνικό όνομα αν και  έρχομαι από την Ερυθραία. Γεννήθηκα εκεί  αλλά έχω ζήσει στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αμερική, στην Αυστραλία, πρακτικά έχω πάει παντού.  Ο παππούς μου  ήταν  Έλληνας.  Ήρθε από την Ελλάδα στην Ερυθραία και έκανε 11  ή 12 παιδιά, δεν θυμάμαι. Ένα από αυτά ήταν και η μητέρα  μου. Άρα είμαι κατά ένα μέρος Έλληνας και κατά ένα μέρος Ερυθραίος.

Μεγάλωσα σε μία πολύ μεγάλη οικογένεια με πάρα πολλούς συγγενείς. Στο σπίτι μιλούσαμε πολλές γλώσσες. Τιγκρίνο, που είναι η γλώσσα της Ερυθραίας, Ιταλικά, Ελληνικά. Εξαιτίας της αποικιοκρατίας τα καλύτερα σχολεία ήταν Ιταλικά οπότε μας έστειλαν και  λάβαμε ιταλική παιδεία. Παρόλα αυτά κάθε Κυριακή πηγαίναμε στην ελληνική εκκλησία. Αυτός είναι ο λόγος που αν και δεν μπορώ να μιλήσω καλά ελληνικά τα καταλαβαίνω όταν τα ακούω. Είχα καλά παιδικά χρόνια. Δεν  ήμασταν πλούσιοι αλλά δεν μας έλειψε κάτι. Το πιο σημαντικό ήταν ότι καταφέραμε να σπουδάσουμε. Εγώ σπούδασα αρχιτέκτονας και έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην πολεοδομία.

Η Ασμάρα ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη με πολλές κοινότητες ελληνική, ιταλική, ινδική, αιθιοπική. Όχι δεν υπήρχαν ποτέ προβλήματα μεταξύ τους για ποιο λόγο άλλωστε; Τα προβλήματα ανακύπτουν όταν δεν καταλαβαίνεις μια κουλτούρα. Τότε σου φαίνεται ξένη, παράξενη και δεν ξέρεις πώς να συμπεριφερθείς σε ένα άτομο αυτής της κουλτούρας. Δεν ένιωθα ούτε Έλληνας ούτε Ιταλός ούτε Ερυθραίος. Αυτό δεν είχε καμία σημασία σε εκείνο το περιβάλλον. Είχα μεγαλώσει ανάμεσα σε πολλές κουλτούρες και τις καταλάβαινα όλες.

Ύστερα τα πράγματα άλλαξαν. Ξέρεις είχαμε πόλεμο 30 χρόνια με την Αιθιοπία για την ανεξαρτησία μας.  Στην αρχή οι μάχες ήταν «μακριά» αλλά κάποια στιγμή έφθασαν και στο κατώφλι μας και κάτι έπρεπε να κάνουμε. Πάρα πολλοί συμπατριώτες μου είτε εγκατέλειψαν τη χώρα όπως η μητέρα μου και η αδελφή μου που ήρθαν στην Ελλάδα είτε εντάχθηκαν στο αντάρτικο όπως έκανα εγώ. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Αυτή τη στιγμή όλη μου σχεδόν η οικογένεια βρίσκεται διάσπαρτη σε όλα τα πλάτη και μήκη του κόσμου.

Πολεμήσαμε για την ελευθερία, κερδίσαμε αλλά όχι την ελευθερία τελικά

Πολέμησα 13 χρόνια και ήμουν πολύ τυχερός που τα κατάφερα και επιβίωσα.  Ως αρχιτέκτονας, στο μέτωπο δούλεψα ως μηχανικός. Δεν δίναμε μόνο μάχες.  Φτιάξαμε νοσοκομεία, σχολεία, δομές για τους πρόσφυγες . Όταν  τελείωσε ο πόλεμος, κερδίσαμε την ανεξαρτησία μας αλλά η χώρα ήταν πάμφτωχη και σε πολλά σημεία εντελώς κατεστραμμένη οπότε ξεκίνησε δεύτερο κύμα διασποράς.

Εγώ ευτυχώς εργάστηκα ως  αρχιτέκτων πολεοδόμος. Όχι, δεν υπήρχε κάποιου είδους ανταμοιβή από το Κράτος για όσους αγωνίστηκαν. Απλώς το Δημόσιο χρειαζόταν πολεοδόμους, μηχανικούς και αρχιτέκτονες και προσέλαβαν και εμένα. Δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοείς, εμείς πολεμήσαμε για την ελευθερία μας όχι για μια θέση στο Δημόσιο. Όταν λέω ελευθερία δεν εννοώ μόνο  από την Αιθιοπία. Εννοώ και τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες  που πριν δεν υπήρχαν. Ήταν ένα καταπιεστικό καθεστώς που σου στερούσε κάθε δικαίωμα και μπορούσε να σου επιβάλλεται με κάθε τρόπο και να κάνει ό,τι θέλει.

Πολεμήσαμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα όχι για μια σημαία. Ναι, κατάλαβα τι λες.  Στο μέτωπο υπήρχε πράγματι μια κατεύθυνση, μαρξιστική ας την πούμε αλλά δεν υπήρχε κάποιο απόλυτο δόγμα ή αυστηρό  πρόγραμμα που έπρεπε να ακολουθηθεί.  Ξέραμε όλοι που μπαίναμε αλλά δεν υπήρχε σαφής κομματικός προσδιορισμός. Διεκδικούσαμε πράγματα αυτονόητα. Ανθρώπινα δικαιώματα. Πολιτικά δικαιώματα, εκλογές, ελευθερία λόγου, ελευθεροτυπία, κυρίως παλεύαμε για να κυβερνά ο νόμος και όχι ο κάθε δικτάτορας.

Δυστυχώς αν και κερδίσαμε τον πόλεμο, αυτό το τελευταίο δεν το καταφέραμε. Το καθεστώς που επιβλήθηκε αντί να κάνει αυτά που υποσχέθηκε εξελίχθηκε αυτό σε μια απολυταρχία. Ο πρωθυπουργός έγινε δικτάτορας.  Επέβαλε στρατιωτικό νόμο, συνέλαβε πολλούς υπουργούς και δημοσιογράφους και έκλεισε όλες τις ιδιωτικές εφημερίδες. Αρκετοί από αυτούς είναι αγνοούμενοι ως σήμερα.  Πρόσεξε, όχι φυλακισμένοι, αγνοούμενοι. Έτσι έφυγαν και άλλοι νέοι από τη χώρα.

Εγώ δεν απειλήθηκα ούτε  έχασα τη δουλειά μου αλλά δεν μπορούσα πια να ζω σε μια τέτοια χώρα. Πόσο μάλλον όταν είχα πολεμήσει για να αποτινάξουμε τη δικτατορία και την καταπίεση! Το 2006 λοιπόν αποφάσισα να φύγω.

Ήρθα Ελλάδα, έφυγα, ξαναήρθα – μου ταιριάζει η κουλτούρα της

Ήρθα εδώ για λίγο αλλά ήταν δύσκολο να βρω δουλειά και έτσι αναγκάστηκα να φύγω για την Ευρώπη και να ξαναγυρίσω. Δεν θεωρώ ότι έφταιγε άμεσα το χρώμα μου ή η καταγωγή μου που δεν βρήκα δουλειά. Απλώς η οικονομία της Ελλάδας βασίζεται στις υπηρεσίες.  Εγώ ως αρχιτέκτονας μάλλον ήμουν «περιττός» εδώ.  Φυσικά και είμαι διατεθειμένος  να κάνω και άλλες δουλειές, απλώς για να λέμε την αλήθεια, μετά τα 40 είναι αρκετά δύσκολο να προσληφθείς για οποιαδήποτε δουλειά.

Είναι μια κοινωνία με συνοχή, αυτό αγαπώ στους Έλληνες.  Έχω δει την Ελλάδα σε πολλές της φάσεις και μπορώ να πω ότι μου αρέσει και μου ταιριάζει πολύ η κουλτούρα που υπάρχει εδώ. Παρά την κρίση και τη φτώχεια, ο τρόπος ζωής δεν έχει αλλάξει πολύ. Αυτή η διάθεση να είμαστε όλοι μαζί,  να βγαίνουμε, να μοιραζόμαστε δεν έχει φύγει. Η αισιοδοξία, η χαρά της ζωής, οι παραδόσεις. Είναι πολύ σημαντικά αυτά και δεν τα βρίσκεις σε άλλες κοινωνίες. Η συμμετοχή όλων των ανθρώπων, νέων και γέρων στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Για παράδειγμα στην Ιταλία υπάρχουν σαφείς διαχωρισμοί. Ταξικοί, δημογραφικοί, ανθρώπων συντηρητικών και ριζοσπαστικών.  Εδώ η ελληνική κουλτούρα έχει ροή και συνέχεια από την μια γενιά στην άλλη. Μου αρέσει που στις διακοπές οι Έλληνες πάνε στα χωριά και ενώνονται οι οικογένειες ξανά. Αυτοί οι δεσμοί που διατηρούνται ζωντανοί και άρρηκτοι δεν νομίζω ότι υπάρχουν σε άλλη κοινωνία. Οι δεσμοί ανάμεσα στις οικογένειες και οι δεσμοί μεταξύ πόλης και επαρχίας.

Όντας πολεοδόμος τα άσχημα που βλέπω έχουν να κάνουν με το πώς έχουν αναπτυχθεί οι πόλεις. Η Αθήνα είναι πια μια πόλη για τα αυτοκίνητα.  Πέραν των κακών και κατεστραμμένων πεζοδρομίων υπάρχει αυτή η νοοτροπία που δεν την καταλαβαίνω, αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες να σταθμεύουν πάνω στο πεζοδρόμιο. Για μια μητέρα με παιδικό καρότσι είναι πολύ δύσκολο να περπατήσει, για κάποιον δε με κινητικά προβλήματα είναι αδύνατο. Αυτό είναι απαράδεκτο! Υπάρχει  γενικότερα μια αντίληψη –καπιταλιστική να την πω;- του όποιος έχει όχημα έχει και δίκιο. Βλέπω οδηγούς να θέλουν να παρκάρουν όχι μόνο πάνω στα πεζοδρόμια αλλά και να κάνουν πιο πέρα  οι πεζοί για να χωρέσουν τα αμάξια τους.

Δεν εκτιμώ και τον τρόπο που ζουν οι νέοι πλέον. Όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι παγκόσμιο το φαινόμενο. Είναι ένας τρόπος ψεύτικος. Βλέπω τις  ζωές των ανθρώπων να περιστρέφονται γύρω από τις αγορές και τον καταναλωτισμό, να πάρουμε πράγματα άχρηστα χωρίς κανένα λόγο.  Βλέπω οικογένειες στην Αθήνα να έχουν 2 και 3 αυτοκίνητα ενώ δεν χρειάζονται ούτε ένα! Εγώ δεν έχω αμάξι και ούτε σκοπεύω να αποκτήσω στην Αθήνα. Είναι άβολο, ασύμφορο.  Όταν όμως έχεις περισσότερα από όσα χρειάζεσαι προφανώς και δεν θα έχεις πού να τα παρκάρεις και θα καταλήξεις να καβαλάς πεζοδρόμια. Αυτό είναι απόρροια του  καπιταλισμού.

Ο ρατσισμός ξεκινά από την άγνοια – Γίνεται επικίνδυνος όταν παίρνει πολιτική υπόσταση

Βίαιη έκφραση ρατσισμού ευτυχώς δεν μου έχει τύχει. Τον ρατσισμό όμως τον βλέπεις και στα μικρά πράγματα. Κάποιος στο μετρό που απομακρύνεται τρομαγμένος από το χρώμα του δέρματός σου.  Κάποιος που ψιθυρίζει κάτι για εσένα νομίζοντας  πως δεν ξέρεις ελληνικά. Θυμάμαι ήμουν στην πλατεία Αβησσυνίας με μία παρέα και είχε κάτι σαν παζάρι.  Όταν πλησιάσαμε να δούμε τι πωλούσαν άκουσα τον ένα έμπορο να λέει στον άλλον «πρόσεχε τους μαύρους».  Με πείραξε που μας θεώρησε κατευθείαν κλέφτες μόνο και μόνο λόγω δέρματος. Ασήμαντο θα μου πεις αλλά σε κάνει να καταλαβαίνεις πώς σκέφτεται ο κόσμος.

Δεν νιώθω ξένος. Δεν μιλάω καθόλου καλά ελληνικά αλλά βρίσκω άλλους τρόπους να επικοινωνήσω. Ξένος νιώθεις όταν δεν έχεις δικαιώματα. Όταν δεν έχεις δικαιώματα δεν έχει σημασία ούτε η γλώσσα ούτε η φυλή ούτε τίποτα. Από τη στιγμή που ο νόμος σου τα παρέχει μπορείς να ζήσεις και να ενσωματωθείς όσο θες. Τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα.

Για εμένα η αποξένωση είναι ζήτημα πολιτικό. Για εμένα ο ξένος είναι πολιτική οντότητα.

Ο ρατσισμός ξεκινά από την  άγνοια.  Όποιος σκέφτεται έτσι είναι αδαής δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Ο ρατσισμός γίνεται όμως εξαιρετικά επικίνδυνος διότι υπάρχουν οργανώσεις που επωφελούνται από αυτόν, τον καλλιεργούν και τον εκμεταλλεύονται. Είναι οργανώσεις εγκληματικές όπως για παράδειγμα η Μαφία στην Ιταλία. Αποκτούν στρατιώτες έτσι αλλά και επιρροή σε διάφορες κοινωνικές ομάδες. Το χειρότερο, δε, είναι όταν αυτές οι οργανώσεις κατορθώσουν να έχουν πολιτική υπόσταση, όπως έγινε στην Ελλάδα. Όταν η ίδια η πολιτική χρησιμοποιεί τέτοια εξτρεμιστικά, ρατσιστικά στοιχεία το πράγμα έχει ξεφύγει.  Διότι σαν φτάσουν στο Κοινοβούλιο ή ακόμα χειρότερα στην κυβέρνηση θα κάνουν ό,τι  μπορούν για να παραμείνουν στην εξουσία ες αεί και από εκεί αναπτύσσουν και αναπαράγουν διαρκώς την κουλτούρα που τους συμφέρει, την κουλτούρα  της άγνοιας.

Αυτό είναι που πρέπει να αντιπαλέψουμε τώρα. Να μην περάσει η κουλτούρα τους. Είτε σε επίπεδο παιδείας είτε σε επίπεδο νόμων. Σκεφτείτε τα παιδιά αν δεν μεγαλώνουν σε ένα υγιές περιβάλλον, τα ψέματα των ρατσιστών θα τους φαίνονται για αλήθειες και θα τα αναπαράγουν για πάντα.

Γιατί ξαναγυρίζω διαρκώς στην Ελλάδα; Μα σου είπα για την κουλτούρα των ανθρώπων. Εξάλλου είναι οι γονείς μου εδώ, οι συγγενείς μου, έχω τόσους φίλους!

ola