Οι πρώτες αντιδράσεις...

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η συγχώνευση του Πολιτισμού

| 28/01/2015

Η συγχώνευση του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με το υπουργείο Παιδείας – με αναπληρωτή υπουργό για τον πολιτισμό – προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, οι οποίοι, σε ανακοίνωσή τους, σημειώνουν μεταξύ άλλων: «(…) έχει αποδειχτεί και στο παρελθόν ότι δεν επιφέρει (σσ η συγχώνευση) καμία εξοικονόμηση στον κρατικό προϋπολογισμό και δεν προσφέρει καμία ευελιξία. Αντιθέτως, αυξάνει τη γραφειοκρατία, δυσκολεύει την εκτέλεση του προϋπολογισμού, την εκτέλεση των έργων ΕΣΠΑ και καθυστερεί τις αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις που χρειάζονται για να άρουν όλο το προηγούμενο μνημονιακό νομικό καθεστώς και να ανοίξουν το δρόμο σε γενναίες παρεμβάσεις που θα στηρίζουν –και δεν θα στραγγαλίζουν- την πολιτιστική κληρονομιά και τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία».

«Ένα αυτόνομο Υπουργείο Πολιτισμού» συνεχίζουν οι αρχαιολόγοι  «με στοχευμένο πλαίσιο δράσεων – που δεν θα τεθούν στη σκιά άλλων προτεραιοτήτων – δεν πρόκειται να αποδείξει τίποτε άλλο παρά την πολιτική στόχευση οποιασδήποτε μελλοντικής κυβέρνησης. Η αυτονομία του Πολιτισμού αποτελεί προϋπόθεση για τη γόνιμη και απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του. Σε δεύτερο χρόνο ας αποτελέσει το όχημα για την ακύρωση όλων των πολιτικών που συρρίκνωσαν τις δομές του και για τη θεσμική ενδυνάμωση των Υπηρεσιών, προκειμένου να συνεχίσουν να διαχειρίζονται και να αποδίδουν τον Πολιτισμό ως αγαθό για την κοινωνία και τους εργαζόμενους (…)».

Οι αρχαιολόγοι, αλλά και το σύνολο των εργαζομένων στις κρατικές δομές του πολιτισμού, αντέδρασαν και κατά το πρόσφατο παρελθόν στις δύο συγχωνεύσεις του ΥΠΠΟ με το υπουργείο Τουρισμού (2010 – 2012) και με το Παιδείας (2012 – 2013). Ανάλογη όμως είναι – ή τουλάχιστον ήταν – και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, μόλις πριν λίγους μήνες πρότεινε: «Αναδιοργάνωση της δομής του Υπουργείου Πολιτισμού, ως αυτόνομου κρατικού φορέα, μέσα από ένα νέο Οργανισμό, που θα υπηρετεί την προστασία, ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υποστήριξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, θα εξασφαλίζει την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών και θα κατοχυρώνει τις θέσεις εργασίας».

Επίσης, θεωρούσε, ότι «βασική προϋπόθεση όλων είναι η αυτονομία του Υπουργείου Πολιτισμού χωρίς την οποιαδήποτε μίξη με δραστηριότητες Τουρισμού, Αθλητισμού ή του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Οι όποιες απαραίτητες σχέσεις προκύψουν θα τίθενται στη βάση της συνεργασίας και όχι της εξαρτημένης υπόστασής του» (…).

Αυτή η ασυνέπεια μεταξύ λόγων και έργων με το «καλημέρα» είναι τόσο προφανής, που υπάρχει ο κίνδυνος να κρύψει πτυχές του ζητήματος της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής, με μεγαλύτερη, ή τουλάχιστον όχι μικρότερη σημασία, από το πώς διαρθρώνεται αυτή η πολιτική. Φυσικά, το πώς θέλεις να κάνεις κάτι παραπέμπει και στο τί, αλλά αυτό είναι το σημείο που εξαντλείται η σημασία της μορφής.

Άλλωστε, τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πολιτιστικός τομέας και ιδιαίτερα η πολιτιστική κληρονομιά (υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση κλπ) γιγαντώθηκαν με αυτονομημένο το υπουργείο Πολιτισμού και προέκυψαν ως αναμενόμενα αποτελέσματα της συνειδητής προσπάθειας του αστικού κράτους να χτυπήσει το δημόσιο χαρακτήρα της διαχείρισης του πολιτισμού με στόχο την εμπορευματοποίηση και ομογενοποίησή του. Προσπάθεια στην οποία πρωτοστατεί η ΕΕ ως «καθαρόαιμη» καπιταλιστική ένωση και ισχυρός ιμπεριαλιστικός πόλος, ο οποίος εκλαμβάνει τον πολιτισμό, όχι μόνο ως πεδίο κερδοφορίας για τις «πολιτιστικές» βιομηχανίες της, αλλά και ως μέσο ιδεολογικής χειραγώγησης μέσω της επιβολής στη συλλογική συνείδηση των αγοραίων, βαθιά αντιδραστικών αξιών της (βλ: εδώ , προηγούμενο άρθρο του Περιοδικού)

πωλειτισμος

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της πολιτιστικής πολιτικής που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ: «Προσπερνά» τον παραπάνω χαρακτήρα της ΕΕ και «αναγνωρίζει» χαρακτηριστικά πολιτιστικού ιμπεριαλισμού μόνο στις ΗΠΑ (http://www.syriza.gr/page/keimena-diaboyleyshs.html#.VmfFix1ocU4: «(…) Οι σημερινές πολιτισμικές δομές και ροές συνιστούν εξαρτημένες απολήξεις της άνισης κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης και της αυτοτελούς γιγάντωσης της οπτικοακουστικής παραγωγής στις ΗΠΑ την μεταπολεμική περίοδο και έτσι έχει διευρυνθεί το φαινόμενο του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, που, εκπορευόμενο από την μητρόπολη των αγορών, πλήττει δραστικά την άνθηση των ιδιαίτερων εθνικών και περιφερειακών πολιτισμών, επιβάλλοντας ένα πλέγμα τυποποιημένων πολιτισμικών προτύπων, που προβάλλουν τον ΑΤΟΜΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ και τον ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟ ως κυρίαρχες αξίες ενός θεμιτού και επιθυμητού παγκοσμιοποιημένου  “στυλ ζωής”. Η παγκόσμια διάχυση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού θα ήταν ανέφικτη χωρίς την πρότερη κατίσχυση της πολιτισμικής-ιδεολογικής ηγεμονίας μιας Αμερικανότροπης, διεθνοποιημένης μαζικής εμπορικής κουλτούρας, που έχει καταστεί σχεδόν συνώνυμη με τον Δυτικό πολιτισμό, διαποτίζει την Ευρωπαϊκή ήπειρο, παράγεται στα μητροπολιτικά καπιταλιστικά κέντρα και εξάγεται και καταναλώνεται σχεδόν παντού, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, με την πλούσια αλλά ανεκμετάλλευτη πολιτιστική κληρονομιά (…)».

Γι’ αυτό και η πρότασή του για τη διαχείριση των κοινοτικών πόρων για την επόμενη προγραμματική περίοδο μέχρι και το 2020 ουσιαστικά ταυτίζεται με τη ρητορική της ΕΕ μέχρι και του σημείου της συμβολής του πολιτισμού «στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος (π.χ. πολιτιστικός τουρισμός)». Όμως, όταν η ΕΕ μιλά για «ανταγωνιστικότητα», εννοεί τη δημιουργία και ενίσχυση των συνθηκών για απρόσκοπτη αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου. Και αυτό δεν έκανε ποτέ και πουθενά καλό, ούτε στην πολιτιστική κληρονομιά, ούτε στις εργασιακές σχέσεις στον πολιτιστικό και τον τουριστικό τομέα. Ως προς αυτό έχουν πικρή πείρα οι εργαζόμενοι και στους δύο αυτούς τομείς.

Γι’ αυτό και η αποτίμηση που κάνει για τα ενωσιακά προγράμματα είναι θετική και βλέπει μόνο «αστοχίες»: «(…) με βάση την εμπειρία της προηγούμενης εικοσαετίας, όπου αναδείχθηκαν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της παρέμβασης στον πολιτισμό, αλλά και οι αστοχίες της πολιτικής που εφαρμόστηκε (…)». Όμως, τα «πολιτιστικά» κοινοτικά κονδύλια και ειδικά το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη 2020» που ενοποιεί το σύνολο των κοινοτικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων για τον πολιτισμό, δεν δομούνται σε «κενό αέρα». Συνοδεύονται από συγκεκριμένα κριτήρια και φέρουν εξόφθαλμα το αγοραίο πρόσημο της «πολιτιστικής βιομηχανίας» της ΕΕ.

Άραγε, γιατί δεν υπάρχει λέξη στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την ιδεολογική «ομπρέλα» των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων;  Ίσως, γιατί θα ήταν δύσκολο να κρυφτεί το γεγονός ότι  στην ουσία  τελικά καταλήγει να μιλά για έναν καπιταλισμό… με «αρχές», όπως κάνει σε πρόσφατο άρθρο του ο νέος αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, Νίκος Ξυδάκης: «(…) η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να αποδώσει μεγάλο πλούτο, να βοηθήσει τον τουρισμό και το εθνικό εισόδημα, και ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί και αναπτυχθεί όπως του αρμόζει. Αναγκαία προϋπόθεση: το αυστηρό, διαφανές πλαίσιο σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για προστασία του δημόσιου συμφέροντος και αποδοτικότητα (…)» (http://xydakis.gr/?p=5941)…  

«Διαφάνεια» στη σύμπραξη δημόσιου και αγοράς είναι ένας άλλος τρόπος να πεις ότι ο γάιδαρος πετάει. Αν αυτό εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως «αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που αυτή (σσ η πολιτιστική κληρονομιά) προσφέρει για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας» τότε οι αρχαιολόγοι έχουν μάλλον σοβαρότερους λόγους να ανησυχούν από τη συγχώνευση των υπουργείων…

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.