Ομόφωνα αθώοι οι κατηγορούμενοι για Μαρφίν, Ιανό

Κατέρρευσε το κατηγορητήριο, κανείς μάρτυρας δεν αναγνώρισε τους κατηγορούμενους ως δράστες

| 01/11/2016

Ομόφωνα αθώος κρίθηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας ο Θοδωρής Σίψας ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην τράπεζα Μαρφίν στη Σταδίου, όπου έχασαν τη ζωή τους η έγκυος Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η Παρασκευή Ζούλια και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης, στις 5 Μάη του 2010, κατά τη διάρκεια ογκωδέστατης διαδήλωσης ενάντια στο πρώτο μνημόνιο.  Την ίδια τύχη είχε και ο Παύλος Ανδρεάδης ή Αντρέεβ ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της εμπρηστικής επίθεσης στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ.

Την απαλλαγή των κατηγορουμένων πρότεινε η εισαγγελέας της έδρας του Μικτου Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. Όπως τόνισε, παρότι ήταν στην πορεία ο πρώτος κατηγορούμενος, την επίμαχη ημέρα δεν υπάρχουν σοβαρές και ικανές ενδείξεις για να οδηγήσουν στην ενοχή του, ενώ ο δεύτερος δεν βρισκόταν καν στην πορεία την επίμαχη ημέρα.

Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αμφισβήτησε, μέσω και ειδικής πραγματογμογμωσύνης που προσκομίστηκε, την ταυτοποίηση μέσω φωτογραφιών του Θοδωρή Σίψα με έναν εκ των δραστών του εμπρησμού της τράπεζας. «Εκ των ισχυρών διαφόρων στις φωτογραφίες των δυο εικονιζόμενων ατόμων δεν μπορούν να ταυτιστούν φωτογραφικά, άρα ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ο άγνωστος δράστης του εμπρησμού της Marfin» κατέληγε η πραγματογνωμοσύνη του ειδικού επιστήμονα Γιώργου Καραθανάση, ο οποίος και εξετάστηκε ως μάρτυρας στο δικαστήριο.

Στην απολογία του ο Θοδωρής Σίψας αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε σχέση με τον φονικό εμπρησμό της τράπεζας που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο των 3 υπαλλήλων της τράπεζας.

«Αρνούμαι κατηγορηματικά τις κατηγορίες. Δηλώνω αθώος. Έχω καταδικάσει την επίθεση στην τράπεζα Marfin από το 2011. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι», είπε στην έναρξη της απολογίας του. Περιέγραψε επίσης την πορεία του σε εκείνη τη διαδήλωση μέχρι καιτη στιγμή που συνελήφθη από τους αστυνομικούς την ώρα που βρισκόταν στο πάρκο της οδού Ναυαρίνου στα Εξάρχεια. «Ξεκίνησα από το Πεδίο του Άρεως όπου άφησα και την μοτοσικλέτα μου. Προχώρησα προς την οδό Πατησίων για να πάω στο Σύνταγμα. Σοκαρίστικα με τον όγκο του κόσμου που υπήρχε εκείνη ημέρα (···). Όταν αντιλήφθηκα καπνούς στην οδό Σταδίου σταμάτησα να δω τι συμβαίνει στην τράπεζα Marfin. Κάποια στιγμή ανέβηκα στο πεζοδρόμιο. Άκουσα να φωνάζουν και να ζητάνε βοήθεια και να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από το κτήριο. Έβλεπα κόσμο με μπουκάλια νερού να προσπαθεί να σβήσει φωτιά και αργότερα άκουσα να πέφτουν δακρυγόνα. Και τότε επειδή κατάλαβα ότι θα έρθουν και θα πλησιάσουν τα ΜΑΤ κατέβηκα προς το πεζοδρόμιο και προχώρησα προς το Σύνταγμα», είπε ο κατηγορούμενος.

Υποστήριξε, δε, πως εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα μπορούσε να βοηθήσει τους υπαλλήλους της τράπεζας Marfin να βγουν ωστόσο, όπως τόνισε, δεν αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε η ζωή τους.

5-%ce%bc%ce%b1%ce%b7-2010-139

Ο Σίψας από την αρχή της δίωξης του αρνήθηκε τις κατηγορίες και αμφισβήτησε τα στοιχεία της Αστυνομίας βάσει των οποίων παραπέμφθηκε για τον εμπρησμό. Σύμφωνα με την υπεράσπιση του, ο κατηγορούμενος ουσιαστικά στοχοποιήθηκε από τις διωκτικές αρχές, λόγω των πολιτικών απόψεων του, με «μοναδικό στοιχείο σε βάρος του» μία ανώνυμη επιστολή, ενώ επισημάνθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης «σοβαρότατες παρατυπίες» και κατ΄επανάληψη αγνόηση καταθέσεων, φωτογραφιών και βίντεο που εμφάνιζαν τον Σίψα να βρίσκεται πολύ μακρύτερα από την τράπεζα την επίμαχη στιγμή της βομβιστικής επίθεσης.

Να θυμίσουμε ότι λίγες μέρες πριν από την πρώτη μαύρη επέτειο της Marfin, έφτασε στην αστυνομία μια ανώνυμη επιστολή που κατονόμαζε τρεις ανθρώπους ως υποκινητές των όσων συμβαίνουν στην Κερατέα οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με την επιστολή, εμπλέκονταν και στην υπόθεση της Marfin. Το τυπωμένο σημείωμα περιελάμβανε, επίσης, στοιχεία για τους υποτιθέμενους υπόπτους, όπως τα κινητά τους τηλέφωνα, τις διευθύνσεις κατοικίας τους και τις πινακίδες κυκλοφορίας των οχημάτων τους. Η αστυνομία δεν φαίνεται να έκανε προσπάθεια να ανακαλύψει ποιος έκανε την καταγγελία, αλλά προχώρησε την έρευνα για τους υπόπτους. Η διαδικασία κράτησε ελάχιστα, και λίγες μέρες πριν την επέτειο ήρθαν οι συλλήψεις. Ο κρατικός μηχανισμός «γιόρτασε» την 5η Μαΐου επιδεικνύοντας την επιτυχία του και τα ιδιωτικά κανάλια έκαναν «πάρτυ»…

Από την προανάκριση, όμως, κιόλας άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημεία προχειρότητας της αστυνομικής έρευνας. Ο ένας από τους τρεις απαλλάχτηκε αμέσως από τις κατηγορίες, αφού οι αυτόπτες μάρτυρες τον αναγνωρίζουν 100% ως έναν απ’ αυτούς που προσπαθούσαν να αποτρέψουν τους δράστες από το σπάσιμο των βιτρινών και τη ρίψη μολότοφ. Για τον Σίψα, όμως, προέκυψε διαφωνία μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα και η απόφαση προφυλάκισης παραπέμπεται στο συμβούλιο, το οποίο αφού εξετάζει την υπόθεση τους αφήνει ανήμερα της μαύρης επετείου ελεύθερους με περιοριστικούς όρους.

Μελετώντας την δημοσιογραφική έρευνα και το σχετικό δημοσίευμα του thepressproject τον Νοέμβριο του 2013, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ήδη από νωρίς φανερό πως ο τρόπος με τον οποίο ο Σίψας διωκόταν ήταν τουλάχιστον «περίεργος» σε σημείο που έμοιαζε με κακοστημένη φαρσοκωμωδία. Διαβάζουμε εκει:

«Ο ταυτοποιημένος ως δράστης, όχι απλώς φοράει άλλα παπούτσια (αθλητικά Adidas αντί για Puma) όπως είχε συμβεί σε παλιότερο περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας, αλλά είναι εντελώς διαφορετικά ενδεδυμένος. Φοράει διαφορετικό παντελόνι τζιν, έχει περασμένο στην πλάτη σακίδιο (ο Σίψας δεν είχε σακίδιο και κρατούσε στο χέρι κράνος), φοράει γάντια, άλλο χρώμα τζόκεϊ καπέλο, και κοντομάνικο αντί για το πουκάμισο που φορούσε ο κατηγορούμενος. Επιπλέον, ο Σίψας δεν φοράει σε καμία φωτογραφία γυαλιά (φορούσε φακούς επαφής), ενώ ο δράστης στις φωτογραφίες της αστυνομίας φαίνεται να φοράει γυαλιά μυωπίας και μπαντάνα που δυσχεραίνει την ταυτοποίησή του.
 
Η αστυνομία δεν έχει πρόβλημα με όλ’ αυτά τα αντικρουόμενα στοιχεία αφού, όπως διαβάζουμε σε ένορκη κατάθεση αστυνομικού, «οι αναρχικοί συνηθίζουν να αλλάζουν ρούχα για να μην ταυτοποιούνται». Κι αν όμως υποθέσουμε ότι αυτό είναι πάγια πρακτική των αναρχικών, θα πρέπει ο δράστης να κουβαλούσε μαζί του ολόκληρη γκαρνταρόμπα, και μάλιστα να πέταξε και τα γυαλιά οράσεως που έφερε μαζί του. Αυτό όμως που δεν εξηγεί η κατάθεση του αστυνομικού είναι γιατί είναι ανάποδες οι ώρες στις φωτογραφίες της αστυνομίας. Παρατηρώντας το υλικό και τις ώρες που αναγράφονται πάνω στις φωτογραφίες με βάση τις οποίες αναγνωρίζεται ο Σίψας, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος φορούσε τα διαφορετικά ρούχα πριν το χτύπημα. Δηλαδή, αυτό που ισχυρίζεται ο αστυνομικός είναι ότι ο Σίψας πήγε στην πορεία με άλλα ρούχα, πριν φτάσει μπροστά από τη Σταδίου σταμάτησε, άλλαξε όλα του τα ρούχα, ξεφορτώθηκε το κράνος του, χτύπησε την τράπεζα και μετά έφυγε φορώντας τα ρούχα με τα οποία είχε πετάξει τις μολότοφ στη Marfin! Σας φαίνεται κάπως παράλογο; Περιμένετε λίγο ακόμα, οι αστυνομικές καταθέσεις γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέρουσες.
 
Σε άλλο σημείο, όταν ο αστυνομικός καλείται να εξηγήσει τη διαφορά στα παπούτσια διαβάζουμε ότι «ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την προτίμησή του στα ακριβά παπούτσια», ενώ ακόμα παρακάτω, όταν φτάνουμε στο θέμα των γυαλιών οράσεως ο σουρεαλισμός χτυπάει κόκκινο, αφού «ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχει μυωπία». Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί επίσης ότι έχει δύο πόδια, αλλά αυτό σπάνια είναι αρκετό για να παραπέμψεις κάποιον για δολοφονία.

Ακόμα πιο περίεργη είναι η στάση της ειδικής υπηρεσίας σήμανσης της ΓΑΔΑ (του ελληνικού CSI): Όταν ο ανακριτής στέλνει εκ νέου τις φωτογραφίες του υπόπτου για ταυτοποίηση με τις φωτογραφίες του δράστη, σε λίγες ώρες ο φάκελος επιστρέφεται με τη σημείωση ότι η κακή ποιότητα των φωτογραφιών δεν επιτρέπει να γίνει ταυτοποιητική ανάλυση. Και όμως, οι φωτογραφίες που έχουμε στη διάθεσή μας από το αρχείο της αστυνομίας δεν φαίνονται τόσο κακής ποιότητας. Αφού η υπόθεση δεν έχει φτάσει στο ακροατήριο αποφασίσαμε να μην τις δημοσιεύσουμε, ωστόσο απευθυνθήκαμε σε ιατροδικαστή ο οποίος μας ανέφερε ότι συγκεκριμένα σωματικά χαρακτηριστικά «βιομετρικά δείχνουν να έχουν απόκλιση μεταξύ των δύο ανδρών».

Μπορεί όλα αυτά, εκ των υστέρων, κατόπιν της αθώωσης και της κατάρρευσης του κατηγορητηρίου να δείχνουν αστεία, αλλά δεν βρίσκονταν και πολύ μακριά από το πνεύμα του ίδιου του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που δεχόταν ότι:

«Στην Αθήνα στις 5/5/2010 ο Θ. Σίψας, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενεργώντας εκ προθέσεως και από κοινού με έτερους δύο άγνωστους… ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως με κοινή δράση και κοινό ανθρωποκτόνο δόλο και γνωρίζοντας ότι εντός του επί της οδού Σταδίου αριθ.23 στην Αθήνα κείμενου διώροφου κτιρίου ευρίσκοντο άνθρωποι, αφού εις εκ των δύο αυτών άγνωστων δραστών έθραυσε τους υαλοπίνακες της προσόψεως του εν λόγω διώροφου κτιρίου, στο ισόγειο του οποίου στεγαζόταν το υποκατάστημα της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «MARFIN-EGNATIA BANK», και ο έτερος δράστης περιέβρεξε με εύφλεκτο υγρό εσωτερικά, τμήμα της αριστερής πλευράς του ισόγειου χώρου του εν λόγω κτιρίου, ο Θ. Σίψας εκσφενδόνισε εντός του κτιρίου αυτού ενεργοποιημένο αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό-βόμβα μολότοφ, προξενώντας έκρηξη και εντεύθεν πυρκαγιά εντός του ως άνω κτιρίου, εξαιτίας της οποίας ως μοναδικής ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη». Τέτοια σιγουριά, λοιπόν, που αξίζει εδώ να τονιστεί ότι κατά τη διάρκεια της δίκης κανένας από τους δεκάδες μάρτυρες δεν αναγνώρισε τους κατηγορουμένους ως δράστες των επιθέσεων!

pic-0-big

Ιδιαίτερη σημασία έχει από την άλλη το γεγονός ότι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης σε τρεις υπευθύνους του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin. Τα κατηγορητήρια έκαναν λόγο για ελλείψεις στην πυρασφάλεια του κτηρίου με αποτέλεσμα 3 υπάλληλοι να χάσουν τη ζωή τους και δεκάδες να τραυματιστούν. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος και ο υπεύθυνος πυρασφάλειας Εμμανουήλ Βελονάκης καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 22 ετών, ενώ η διευθύντρια του υποκαταστήματος Άννα Βακαλοπούλου σε πέντε έτη φυλάκισης για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια τριών υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, και τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων. Μεγαλοστελέχη της Μαρφίν, λοιπόν, που εγκλώβισαν μέσα στην τράπεζα εργαζόμενους σε μέρα μεγαλειώδους γενικής απεργίας καταδικάστηκαν και οι φερόμενοι ως «δράστες από τον αντιεξουσιαστικό χώρο» αθωώθηκαν πανηγυρικά. Και ενώ «κορυφαίοι» πολιτικοί σπεκουλάρουν χυδαία εδώ και 5 χρόνια και σύσσωμος ο αστικός τύπος έχει οργιάσει (επιθυμώντας μάλλον να υποκαταστήσει τη δικαστική εξουσία) επιτιθέμενοι από κοινού στον Σίψα και βγάζοντας στην ουσία μένος ενάντια στις πολιτικές θέσεις αυτού του ανθρώπου, η είδηση για την καταδίκη των υπευθύνων της τράπεζας πέρασε στα ψιλά. Οι μεγαλοσχήμονες «δημοσιογράφοι» των μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, αλλά και οι ίδιοι οι εκδότες «ιστορικών» εφημερίδων θα ζητήσουν ποτέ δημόσια συγγνώμη για το διασυρμό ενός ανθρώπου στον οποίο προέβησαν; Αν όχι, θα έχουμε βάσιμες υποψίες ότι η δημοσιογραφική τους «δεοντολογία» προσδιορίζεται από πολιτικές και εμπορικές σκοπιμότητες…