Ο ελληνικός εμφύλιος στον κινηματογράφο (μέρος Γ')

Η αφήγηση των ηττημένων φτάνει στα όρια της

| 29/07/2015

Επειδή πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας περί εθνικής ομοψυχίας, εθνικής ενότητας, άρση των διχασμών για το εθνικό συμφέρον και άλλα τέτοια, σκεφτήκαμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να παρουσιάσουμε μια …κινηματογραφική απάντηση στα παραπάνω ιδεολογήματα, σύγχρονα αφηγήματα, πλέον και της Αριστεράς, στη χώρα μας. Εμφύλιος πόλεμος υπήρξε, και δεν έγινε λόγω «ιστορικών λαθών» της μίας ή της άλλης πλευράς. Ο εμφύλιος έγινε όταν η πολιτική ηγεσία μαζί με τον Εθνικό Στρατό συντάχθηκε με τις ευρωπαϊκές «συμμαχικές» δυνάμεις για να καταστείλουν ένα κομμάτι του λαού που δεν ήθελε την υποταγή και την ταπείνωση. Για να μην αρχίσουμε τις (αντι-ιστορικές πολλές φορές) ιστορικές αναλογίες, ας δούμε πώς καταγράφηκε κινηματογραφικά η ιστορική αυτή περίοδος…

[Στο Α΄μέρος «Από το 1948 μέχρι και τη δικτατορία» ασχοληθήκαμε με τις πρώτες απόπειρες αναφοράς στον εμφύλιο στα ασφυκτικά πλαίσια ενός αυταρχικού κράτους και στο φόντο της προσχώρησης του κινηματογράφου σε πρότυπα εμπορικότητας.]

[Στο Β΄μέρος «Η επιστροφή της Αριστεράς» είδαμε την περίοδο από το 1974 μέχρι την πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οπότε και αναδύθηκε μια τάση απελευθέρωσης της καταπιεσμένης μνήμης, πολιτικοποίησης και συνακόλουθης διερεύνησης νέων μορφών.]

Σήμερα παρουσιάζουμε το Γ΄μέρος…

Η αφήγηση των ηττημένων φτάνει στα όρια της

Με ιστορικό κόμβο την κυβερνητική συνεργασία Αριστεράς-Δεξιάς του 1989 και στο φόντο της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ξεκινά πλέον μια νέα φάση στην οποία η πολιτικοποίηση του κόσμου υποχωρεί ραγδαία, καθώς μπαίνουμε στην εποχή του «εκσυγχρονισμού». Ταυτόχρονα, η χρόνια προσκόλληση αριστερών κινηματογραφιστών σε εξεζητημένες φόρμες, η υπερβολικά αφαιρετική προσέγγιση του κινηματογραφικού χωροχρόνου και η έντονη πολιτικοποίηση της θεματολογίας οδήγησε στην κόπωση, ακόμα και του πιο πρωτοπόρου και εξοικειωμένου κοινού. Ο συνδυασμός των παραπάνω λοιπόν, συμβάλλει στη αριθμητική μείωση των ταινιών πολιτικού περιεχομένου και οι ελάχιστες ταινίες μυθοπλασίας που αναφέρονται στον εμφύλιο, πλέον, έχουν μετατοπιστεί προς πιο κριτικές προσεγγίσεις με επίκεντρο τον άνθρωπο, ενώ παράλληλα παράγονται αρκετά ντοκιμαντέρ που φωτίζουν άγνωστες πτυχές της περιόδου αυτής.

Έτσι, το 1995 έχουμε την ταινία Ηνίοχος  του Αλέξη Δαμιανού, που αποτελεί μια εντελώς προσωπική κατάθεση ψυχής και αντανακλά τη στάση του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος μένοντας πιστός στο δικό του αξιακό κώδικα υπερβαίνει την πολιτική αντιπαράθεση Αριστεράς-Δεξιάς και εντοπίζει στοιχεία διχασμού των Ελλήνων που έχουν βαθύτερη, πολιτισμικού χαρακτήρα, προέλευση. Τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1996, αλλά το βαρύ του ύφος δεν του επέτρεψε να συναντήσει ευρεία ανταπόκριση από το κοινό.

Ηνίοχος, Αλ. Δαμιανός

Ηνίοχος, Αλ. Δαμιανός

Το 1997 έρχεται η Βασιλική του Βαγγέλη Σερντάρη που αφηγείται τη βασανισμένη πορεία ενός παράξενου έρωτα ανάμεσα σε έναν ενωμοτάρχη και μια κομμουνίστρια εν έτει 1949. Στην ταινία σκιαγραφείται η ζοφερή κατάσταση που διαμόρφωσε η άρχουσα τάξη στη χώρα μετά τη νίκη της, αλλά ο κεντρικός άξονας είναι το ανθρώπινο δράμα που βιώνει το ζευγάρι ερχόμενο σε σύγκρουση με το εξαιρετικά δυσμενές κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Η Βασιλική απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου και κρατικό βραβείο καλύτερης ταινίας, συναντώντας παράλληλα και θερμή υποδοχή από το κοινό.

Το 1997 γυρίζεται το ντοκιμαντέρ Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος από το Ροβήρο Μανθούλη που έλαβε το ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Τηλεοπτικών Προγραμμάτων (F.I.P.A.) του Μπιαρίτζ. Η παραγωγή παρουσιάστηκε σε δυο εκδοχές, μια σχεδόν ωριαία και μια εξάωρη. Η ωριαία βερσιόν αποτελεί μία καταγραφή των γεγονότων του εμφυλίου που περιλαμβάνει αρχειακό υλικό από το συνεργείο του Δ.Σ.Ε., από το BBC και από αρχεία των χωρών και των δυο αντίπαλων στρατοπέδων. Η εξάωρη βερσιόν με τίτλο Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου έλαβε το ετήσιο βραβείο καλύτερης εκπομπής πληροφόρησης στην Ελλάδα, το 1997. Στα έξι ωριαία επεισόδια καταγράφονται οι μαρτυρίες 17 προσώπων που έζησαν ή μελέτησαν την περίοδο του εμφυλίου. Καταγράφεται, ακόμη στο ντοκιμαντέρ, η διεθνής κοινή γνώμη, ή έστω το τμήμα της που ευαισθητοποιείται και εκφράζεται με τη μετάβαση του Paul Eluard στο Γράμμο και την εκφώνηση μηνύματος προς τον τακτικό ελληνικό στρατό από τις γραμμές των ανταρτών.

Το 1998 με το Ούλοι Εμείς Εφέντη, ο Λεωνίδας Βαρδαρός αφηγείται την ιστορία 8 ανταρτών στην Ικαρία που αρνούνται να παραδοθούν και συνεχίζουν για έξι χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου να κρύβονται. Μέσα από τις σχέσεις των ανταρτών με τους ντόπιους αναδεικνύονται στοιχεία μια αυθεντικής λαϊκότητας και αλληλεγγύης και για άλλη μια φορά σκιαγραφούνται οι ανθρώπινες διαστάσεις της σκληρής μετεμφυλιακής πραγματικότητας που εδραιώνεται.

Ο Θ. Αγγελόπουλος επανέρχεται το 2004 με Το Λιβάδι που Δακρύζει. Βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την ιδεολογική και πολιτική του τοποθέτηση και μέσα από μια εικαστική σύνθεση κορυφαίας αισθητικής, μας ταξιδεύει στην τραγική πορεία της ζωής της Ελένης, που κορυφώνεται με το χαμό των παιδιών της τα οποία βρέθηκαν στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα του εμφυλίου, και προκαλεί βαθιά συγκίνηση. Το Λιβάδι που Δακρύζει κέρδισε το βραβείο της Fipresci.

allos-dromos-den-yphrxe-afisa

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε, Σταύρος Ψυλλάκης

Μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ ακολούθησε τα επόμενα χρόνια. Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Μακρόνησος (2008) των Ηλία Γιαννακάκη και Εύης Καραμπάτσου, παρουσιάζει τη μαρτυρία του 90χρονου διοικητή του στρατοπέδου, το πρώτο ουσιαστικά καταγεγραμμένο ντοκουμέντο μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Η ιδεολογική μεταστροφή και ένταξη του Τούρκου Μιχρί Μπελί στον Δ.Σ.Ε., αλλά και οι μετέπειτα συνέπειες της επιλογής του περιγράφονται στο Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος (2008) του Φώτου Λαμπρινού . Οι αντάρτισσες «γυναίκες της διπλανής πόρτας» γίνονται πρωταγωνιστές στη Ζωή στους βράχους (2009) της Αλίντας Δημητρίου. Στο βραβευμένο από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου Άλλος δρόμος δεν υπήρχε (2009) του Σταύρου Ψυλλάκη μαθαίνουμε για τους εναπομείναντες αντάρτες του Δ.Σ.Ε. στην Κρήτη, παράνομους για χρόνια στο νομό Χανίων και για εκείνους που με αυτοθυσία τους προστάτεψαν.

Η ζωή στους βράχους, Αλίντα Δημητρίου

Ζωή στους βράχους, Αλίντα Δημητρίου

Το 2009 ο Π. Βούλγαρης στο Ψυχή βαθιά με το μοτίβο της ιστορίας δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα κάνει μια στροφή 180 μοιρών και έρχεται να υποστηρίξει ότι ευθύνες για τον εμφύλιο είχαν εξίσου και οι δύο πλευρές και πως δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, παρά μόνο ανθρώπινες τραγωδίες. Με την έντονη συναισθηματική φόρτιση που τη διαπερνά, επιχειρεί να καταδικάσει την βία από όπου και αν προέρχεται,  παραποιεί το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί και με όχημα μια ομολογουμένως υψηλή αισθητική προβάλλει την ιστορικά απλοϊκή και πολιτικά επικίνδυνη ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας». Η ταινία απέσπασε 2 βραβεία (Ήχου, Πρωτότυπης μουσικής) και είχε εισπρακτική επιτυχία.

Ψυχή Βαθιά, Π. Βούλγαρης

Ψυχή Βαθιά, Π. Βούλγαρης

Το 2011, ο Κώστας Χαραλάμπους με την ταινία Δεμένη Κόκκινη Κλωστή, μας μεταφέρει σε μια ορεινή επαρχία του 1945, λίγο μετά τα Δεκεμβριανά και την Συμφωνία της Βάρκιζας, όπου ένοπλοι παρακρατικοί προβαίνουν σε εκφοβισμούς, βασανισμούς και δολοφονίες απέναντι σε αριστερούς που δεν έχουν υποταχτεί και οι οποίοι ετοιμάζονται για τη σύγκρουση που έρχεται. Ο δημιουργός, μέσω ενός σκληρού ρεαλιστικού ύφους δείχνει μια επιμονή στη σκιαγράφηση της φρίκης, του μίσους και του ανθρώπινου πόνου ως προσωπικά βιώματα που ήταν διάχυτα και στις δυο πλευρές, χωρίς να προσπαθεί να εντρυφήσει στο ρόλο της ιδεολογίας ή των ιστορικών διαδικασιών. Ωστόσο, η σαφής υπογράμμιση του ποιοί συγκροτούν την κάθε πλευρά, αναδεικνύεται σε χρήσιμο εργαλείο για τη σύγχρονή μας πραγματικότητα.

Τέλος, με την ταινία Τα παιδιά του εμφυλίου (2015), ο Διονύσης Γρηγοράτος, ισορροπώντας ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, φέρνει στο φως (χρησιμοποιώντας και σπάνιο αρχειακό υλικό) μια από τις πιο συγκλονιστικές πτυχές του εμφυλίου, αυτή που αφορά στη μαζική μετακίνηση περίπου 30.000 παιδιών από τον Δ.Σ.Ε εκτός Ελλάδος, σε Ιδρύματα Πολιτικών Προσφύγων σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και άλλων τόσων παιδιών, από τον εθνικό στρατό, σε «Παιδοπόλεις» που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη. Χωρίς να φτάνει σε υψηλά εικαστικά επίπεδα, η ταινία αναδεικνύεται ως εξαιρετικά επίκαιρη ως προς το περιεχόμενο, καθώς, κάνοντας αναφορά αφενός στα στρατόπεδα που συγκρούονταν τότε και αφετέρου στο Δεκέμβρη του 2008 και στη σύγχρονη Ελλάδα, αφήνει προς διερεύνηση το ζήτημα του αν, τελικά, παραμένει ανοιχτό το ρήγμα εκείνο, εντός της ελληνικής κοινωνίας, που εδράζεται στις ταξικές διαφορές και επί χρόνια επιχειρήθηκε να καλυφθεί υπό το πέπλο της εθνικής ενότητας.

Από την πορεία που ακολούθησε η πρόσληψη του εμφυλίου από τον κινηματογράφο, μπορούμε πλέον σήμερα, εκ των υστέρων, να σημειώσουμε ότι μέσα από τα εξαιρετικά έργα που δημιουργήθηκαν και τις προσπάθειες που έγιναν, φάνηκαν παράλληλα κάποια αντικειμενικά όρια εκ μέρους της Αριστεράς να προβάλει κινηματογραφικά τη δική της αφήγηση. Και αυτά ήταν οι συντεταγμένες εκείνες που όριζαν το πλαίσιο της στρατηγικού χαρακτήρα ιστορικής ήττας της Αριστεράς, εντός του οποίου κινήθηκε και η εκάστοτε κινηματογραφική τοποθέτηση του ζητήματος. Ως εκ τούτου, προφανώς δε θα ήταν εφικτή καμία ανατροπή στην ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης επί του θέματος, εντός του υπάρχοντος. Όσον αφορά στις τομές που έγιναν σε επίπεδο φόρμας, ναι μεν άνοιξαν ρωγμές στις κυρίαρχες αισθητικές τάσεις, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η φόρμα ως αντανάκλαση του περιεχομένου δε θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτοτελώς και να υπερβεί τα όρια που δεν υπερέβη το περιεχόμενο. Με λίγα λόγια, αν θεωρήσουμε ότι όντως, ο ιστορικός κύκλος που αφορά την ενασχόληση του κινηματογράφου με τον εμφύλιο έχει φτάσει στα όριά του, αυτό που απομένει δεν είναι το αναμάσημα και η προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά η διερεύνηση του καινούριου. Και πιο συγκεκριμένα, ειδικά στην (εύφορη για καλλιτεχνική παραγωγή) παρούσα ιστορική εποχή το ευκταίο θα ήταν οι δημιουργοί να συμβάλουν στη διερεύνηση του πολιτικού προβλήματος στο σήμερα, στη διερεύνηση βαθύτερων διαχρονικών ερωτημάτων που τώρα αναδύονται με νέους όρους και στην απόπειρα επίλυσής τους, και ενδεχομένως αυτό να γεννήσει νέους δρόμους προσέγγισης της πραγματικότητας εκ μέρους της τέχνης και νέους τρόπους έκφρασης αυτής της προσέγγισης.

Ο Δημήτρης Κεχρής σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Είναι συνδημιουργός του ALDEBARAN | Contemporary Photography Hub και μέλος της οργανωτικής ομάδας του MedPhoto Festival.