Ο κόσμος μας και ο μικρόκοσμός μας

Το αθέατο ανθρώπινο δράμα, θεμέλιο του σύγχρονου παγκόσμιου κινηματογράφου

| 21/11/2018

Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα μοιάζει να έχει νικήσει τους ανθρώπους. Τους έχει στριμώξει στην γωνία του κοινωνικού κάδρου. Να παίζουν τον ρόλο τους. Αδύναμοι, περιθωριοποιημένοι. Τα όρια της δράσης τους φτάνουν το πολύ ως τα αδιέξοδα τους. Μέχρι εκεί δικαιούνται να κινηθούν. Ένας κόσμος σε παρακμή. Νότια Κορέα, Μεξικό, Ιαπωνία, Λίβανος. Ρωσία, Τουρκία, Καναδάς, Γερμανία. Δυο βήματα μπρος, δράμα. Δυο πίσω, τραγωδία. Αυτά τα πανομοιότυπα, δυο μπρος και δύο πίσω, βήματα είναι τα μονάχα επιτρεπτά. Και ο όποιος αυτοσχεδιασμός επιτρέπεται στον ρόλο που τους έχει δοθεί. Επιβληθεί σωστότερα. Κι αυτό είναι μια κινηματογραφική όσο και ουσιαστική διαπίστωση.

Ο κόσμος που κοιτάζαμε πάντα στους χάρτες και σκεφτόμασταν πόσο πλατιά ανοιχτός είναι –και το σινεμά μας τον έφερνε με μια γλυκύτητα τόσο κοντά-, μοιάζει να έχει χάσει κάθε τέτοια ιδιότητα. Ο 21ος αιώνας, για να είναι ακριβοδίκαιος με τους ανθρώπους, πρέπει να χαρτογραφήσει εκ νέου τον πλανήτη. Οφείλει να σχεδιάσει δισεκατομμύρια αθέατους και μίζερους μικρόκοσμους στα βιβλία γεωγραφίας. Την διαλυμένη ανθρωπότητα του αιώνα μας. Ωστόσο όσο περιμένουμε την επιστήμη να κάνει την δουλειά της, πάλι καλά που έχουμε τον κινηματογράφο. Που μοιάζει πιο ευέλικτος. Πιο ειλικρινής. Την χαρτογράφηση την έχει ήδη κάνει. Ο «κόσμος» του κινηματογράφου με μια μικρή μυθοπλαστική και τόσο αναγκαία πονηριά είναι γενναιόδωρος και του οφείλουμε τον θαυμασμό: Οι ξεχασμένοι άνθρωποι στη γωνιά του πραγματικού κοινωνικού κάδρου μετατρέπονται και μεταπλάθονται. Στο φιλμικό κάδρο, οι περιθωριοποιημένοι παραμένουν περιθωριοποιημένοι μα πλέον πρωταγωνιστές. Ή έτσι τους νιώθουμε κοιτώντας τους –που στην πραγματικότητα ή στην τηλεοπτική και χολιγουντιανή της αναπαράσταση αδυνατούμε παντελώς να τους αναγνωρίσουμε-. Πράγματι, με το που ανάβει η λάμπα του προβολέα ένας άγνωστος μα και τόσο γνώριμος κόσμος ζωντανεύει. Και ταυτιζόμαστε άμεσα με τους χαρακτήρες του. Συγκινούμαστε με την φυσιογνωμία τους και τους ακολουθούμε σε όλη την διαδρομή τους. Σε ό,τι αδιέξοδο φτάνουν, κοιτάζουμε πίσω, δεξιά, αριστερά μήπως και βρούμε διέξοδο και τους την υποδείξουμε. Μάταιο. Γνωρίζουμε πολύ καλά πως σωτηρία δεν υπάρχει ούτε στην οθόνη, ούτε στην ζωή. Και σφιγγόμαστε στην θέση μας, θαυμάζοντας το σύγχρονο σινεμά που δεν αποκρύπτει την πραγματικότητα. Και προφανώς καθώς ειλικρινές, δεν αξιώνει ούτε αισιοδοξίες. Ωστόσο παραδίδει στο κοινό του, αποδεικτικά εργαλεία κοινωνικής κατάστασης.

Ναι είναι αλήθεια και είμαστε ευγνώμονες για αυτό. Έχουμε εκ νέου (συμπεραίνοντας από ένα μεγάλο δείγμα του προγραμματισμού του 29ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Στοκχόλμης), ένα ανθρώπινο, ένα ανθρωπιστικό -όπως το ορίζουν στην ανώδυνη «ακαδημαϊκή» γλώσσα- κινηματογράφο. Στην πολεμική κριτική γλώσσα θα έπρεπε να το ορίσουμε σαν ένα καθαρό κοινωνικό σινεμά. Ένα σινεμά που βρίσκει τις αναφορές του στην αθέατη πραγματικότητα και στην αλήθεια των ιδεών των προοδευτικών καλλιτεχνών. Αισθητικά μιλώντας, οι αναφορές βρίσκονται -δίχως σφιχτούς κανόνες και με μια ευρύτητα αφηγηματικών μορφών- στην ουσία, και τονίζω την ουσία- του νεορεαλισμού. Του ιταλικού κινήματος που έγινε με μιας οικουμενικό διότι έψαχνε για καθαρό αέρα στα πρώτα χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Για λίγο φως μπρος στην κατεστραμμένη ανθρωπότητα. Ό,τι εφιάλτες κι αν ξυπνάει αυτό στο σήμερα. Κανένα κίνημα –αισθητικό και καλλιτεχνικό όπως πολιτικό- άλλωστε δεν γεννήθηκε παρά από κοινωνική ανάγκη.

Τι σημασία έχει αν ο χαρακτήρας της ταινίας μας είναι μια φτωχή καμαριέρα σε ένα πανάκριβο ξενοδοχείο που κάνει κάθε μέρα τις ίδιες δουλειές δίχως καμιά επαφή με ανθρώπους ή ίσως ένα κωφάλαλο κορίτσι στα δάση της Τουρκίας που δεν του επιτρέπεται ουδεμιά ελευθερία ή ένα δεκάχρονο αγόρι που συγκρούεται με την βία της οικογένειας του στους βρώμικους και βίαιους δρόμους μιας πόλης ή μια οικογένεια που κατασκευάζει ανθρωπιά στους βίαιους δρόμους μιας αποσαθρωμένης κοινωνίας: όλοι τους δρούνε εγκλωβισμένοι μέσα σε τέσσερις αόρατους (ή μη) τοίχους. Ποδοπατημένοι, δίχως καμιά διαφυγή. Η κάμερα ωστόσο δεν μένει αμέτοχη. Κοιτάζει τα πρόσωπα τους και μας τα φωτογραφίζει. Οι αθέατοι της κοινωνίας αναγνωρίζονται. Αποκτούν ταυτότητα. Και την ενεργητική δράση που τους την αρνούνται στην πραγματική ζωή, την κατοχυρώνουν διαμέσου της τέχνης. Αυτό το σινεμά έχει βάλει την υπογραφή του: αξιοπρέπεια.

Άλλωστε μονάχα τέτοια τέχνη μπορεί και οφείλει να υπάρχει. Όσοι θεωρούν πως μπορούν να στυλιζάρουν και να αισθητικοποιούν –κατά Μπένγιαμιν- την ζωή, θα ξεβρασθούν αργά ή γρήγορα. Μακριά από την κοινή ανάγκη μοιάζει τo φαινομενικά άρτιο. Το επικό. Το ρομαντικό. Οι κοινοτυπίες διαλύονται μπρος στην κοινωνική εξατομίκευση και την ταυτόχρονη πολιτική γενίκευση που δημιουργούν οι ανεξάρτητοι δημιουργοί. Όλο και από πιο κοντά προσεγγίζουν το βάθος των ανθρώπινων συναισθημάτων, των ανθρώπινων καταστάσεων, διεργασιών. Των προθέσεων, των προσδοκιών, των συγκρούσεων του ανθρώπου σε όποιο σημείο της γης κι αν βρίσκεται. Οι κινηματογραφιστές την παθητικότητα την μελετούν. Θέλουν ωστόσο να της θέσουν ένα τέλος. Προωθούν την ενεργητική δράση του ατόμου, όσο κι αν δεν μπορεί να ξεφύγει άμεσα προς κάπου. Ο κόσμος άλλωστε έχει μετατραπεί σε ένα συνθλιπτικό μικρόκοσμο.

Το σύγχρονο σινεμά μπορούμε να πούμε πως ως σύνολο κάνει μια τυπολογία του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Το γεωπολιτικό μακελειό ιδωμένο μέσα από το πιο μικρό κύτταρο της κοινωνίας της κάθε χώρας. Το άτομο. Κλεισμένο στον εαυτό του. Στα καθήκοντα του. Στο σπίτι του, στο χώρο εργασίας του, στα όρια της γειτονιάς του. Μακριά από την «ιστορία», από το «ιστορικό». Αλλά επίσης τόσο γρανάζι της. Μοιάζει με κουκίδα. Μια κουκίδα που εμπεριέχει ωστόσο τις γενικευμένες ηθικές φοβίες και ενοχές όπως και τις αξιακές του υπερβάσεις και παραβάσεις.

Θέλω να ξεχωρίσω την ταινία «Shoplifters» του Hirokazu Koreeda από την Ιαπωνία και να πω πως την ένιωθα ως μέτρο σύγκρισης για όλες τις ταινίες του φεστιβάλ: Για την αριστοτεχνική αφήγηση (αποφεύγοντας τελείως τις σχηματοποιήσεις, το στυλιζάρισμα, τις ηθικολογίες και τις απλοποιήσεις) της πολυπλοκότητας της σύγχρονης ζωής των φτωχών ανθρώπων και την πολυπλοκότητα των αληθινών και των μη αλλοτριωμένων ανθρώπινων σχέσεων διαμέσου μιας ειλικρινούς και τρυφερής κινηματογράφησης που επιβεβαιώνει την ποιότητα του σκηνοθέτη ως αυθεντικού δημιουργού και που ταυτόχρονα αναδεικνύει την αξιοπρέπεια των πανέμορφων και των άριστα κατασκευασμένων χαρακτήρων. Χαρακτήρων που μας δίνουν πίσω το δικαίωμα να νιώθουμε και να ενεργούμε και πάλι σαν άνθρωποι.

Αυτό όλο είναι ένα συμπέρασμα. Μια πρόταση. Και αν δυστυχώς επιβεβαιώνεται, κάθε τάση ενίοτε εμπεριέχει ένταση και υποδηλώνει αντίσταση.


*Το κείμενο τεκμηριώνει τα παραπάνω με βάση τις ακόλουθες ταινίες που προβλήθηκαν και διαγωνίσθηκαν στο 29ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Στοκχόλμης σε διάφορα τμήματα (7-18 Νοέμβρη 2018), στο οποίο παρευρέθηκα ως κριτική επιτροπή της FIPRESCI: 
Shoplifters by Hirokazu Koreeda (Japan), The Chambermaid by Lila Avilés (Mexico), Capernaum by Nadine Labaki (Lebanon), Core of the World by Natalia Mehchaninova (Russia, Lithuania), In the Aisles by Thomas Stuber (Germany), The Good Girls by Alejandra Márquez Abella (Mexico), The fall of the American Empire by Denys Arcand (Canada), The Favourite by Yorgos Lanthimos (Ireland, UK, USA), Shock Waves: Diary of my Mind by Ursula Meier (Switzerland), Sibel by Guillaume Giovanetti & Cagla Zencirci (Turkey, Germany, France, Luxemburg), Hotel By The River by Hong Sang-soo (South Korea), Burning by Chang-Dong Lee (South Korea), Float Like a Butterfly by Carmel Winters (Ireland), Dear Son by Mohamed Ben Attia (Tunisia, Belgium, France), Let Me Fall by Baldvin Zophoníasson (Iceland)

**Το κείμενο γράφτηκε για την Παγκόσμια Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) και την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) με αφορμή το πρόγραμμα του 29ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Στοκχόλμης (7-18 Νοέμβρη 2018) και πρωτοδημοσιεύεται στο ToPeriodiko.gr

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).

ola