Συντήρηση ή καλό γούστο;

Για τις αποδοκιμασίες του Ντον Τζιοβάνι σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά

| 29/06/2014

 Γράφει ο Μουσικός Τρομοκράτης

Στις 11 Ιουνίου έκανε πρεμιέρα στο Ηρώδειο η παράσταση της Λυρικής Σκηνής «Ντον Τζιοβάνι», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Το τέλος της παράστασης βρήκε τους συντελεστές να αντιμετωπίζουν ένθερμα χειροκροτήματα κι εξίσου ένθερμες αποδοκιμασίες. Οι κριτικές που γράφτηκαν για τη σκηνοθεσία ήταν το ίδιο αντιφατικές. Κάποιοι θεώρησαν ότι ο κόσμος δεν κατάλαβε την προοδευτική σκηνοθεσία, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι η εν λόγω σκηνοθεσία υποτίμησε το έργο. Μα τι συνέβηκε, τέλος πάντων, στο Ηρώδειο; Ήταν θέμα συντήρησης όλο αυτός ο σαματάς; 

Ο «Ντον Τζιοβάνι» είναι ένα πολυεπίπεδο έργο εξ ου και το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε κορυφαίες προσωπικότητες του πνεύματος, φιλοσόφους, ψυχαναλυτές, μουσικολόγους – ο Κίρκεγκωρ, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τζ. Μ π. Σω είναι λίγοι από αυτούς… Η επιρροή τού έργου είναι εμφανής σε Πούσκιν, Χόφμανν, Βάγκνερ, Ρ. Στράους, Ο. Ουάιλντ. Όλα αυτά στοιχειοθετούν τον ορισμό εμβληματικό έργοαριστούργημα. Πράγματι, ο «Ντον Τζιοβάνι» του Μότσαρτ, μαζί με τους «Γάμους του Φίγκαρο», θεωρούνται κορυφαία έργα του Διαφωτισμού.

Η διάσταση αυτή, της ουσίας του αριστουργήματος,  αγνοήθηκε πλήρως από τον Γιάννη Χουβαρδά. Η όπερα «Ντον Τζιοβάνι» γράφτηκε το 1787, 11 χρόνια μετά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας στην Αμερική και 2 χρόνια πριν τη Γαλλική Επανάσταση. Είχαν προηγηθεί οι “Γάμοι του Φίγκαρο”-έργο «επανάσταση» κατά τον Ναπολέοντα, μία καυστική περιγραφή των προνομίων των ευγενών και ειδικά της σεξουαλικής ελευθεριότητας, που ενόχλησε σε τέτοιο βαθμό  ώστε, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, αυτός ήταν ο λόγος που ο «Ντον Τζιοβάνι» έκανε πρεμιέρα στην Πράγα και όχι στη Βιέννη.

Αυτή η διάσταση  είναι  ακόμα πιο εμφανής  στον «Ντον Τζιοβάνι». Ο ήρωας κυνηγά όλες τις γυναίκες πρωτίστως γιατί μπορεί, γιατί είναι ευγενής και η τάξη του επιδίδεται ασυστόλως στο “σπορ”του “libertinage”- ελευθεριότητα.  Η Τσερλίνα πριν το ντουέττο “la ci darem  la mano” λέει στον ήρωα: «ξέρουμε  τι κάνουν οι ευγενείς στα κορίτσια».  Αυτός απαντά «αυτά είναι συκοφαντίες de la gente plebea”, των πληβείων».  Αυτή την σαφή κατεύθυνση του λιμπρέτου  ο Χουβαρδάς  την αγνοεί  πλήρως, όπως εξηγεί και στις συνεντεύξεις του, αποσύροντας την ταξική διάσταση και αποδίδοντας την αχαλίνωτη σεξουαλική δραστηριότητα του Ντον Τζιοβάνι σε απροσδιόριστο παιδικό τραύμα με ψυχαναλυτική οπτική, σαφώς ξεπερασμένη -και ατεκμηρίωτη από το λιμπρέτο.

Επίσης η σεξουαλική ταυτότητα του ήρωα και εν γένει η συμπεριφορά του χαρακτηρίζονται από συνεχή -και βαρετή­ βία: μαχαίρια και πιστόλια για ψύλλου πήδημα, ακόμα και την ώρα της ερωτικής προσέγγισης, πράγμα που καταργεί πλήρως την άλλη διάσταση της προσωπικότητας του ήρωα: την απίστευτη γοητεία του, την αγάπη για ζωή και τον αντικομφορμισμό του, κόντρα σε Εκκλησία, Ηθική και όλα όσα ο Διαφωτισμός αποκαθήλωσε. Αυτή την διάσταση λάτρευε   ο Τζ. Μπ. Σω που θεωρεί   τη δύναμη   ζωής του Ντον Τζιοβάνι πρότυπο   για τον άνδρα, αυτή λατρεύουν και οι γυναίκες που τον κυνηγούν παρά τον εμφανή ‘κωλοπαιδισμό’ του, σε αντιδιαστολή   π.χ. με τον βαρετότατο Ντον Οττάβιο –μάλιστα, μουσικολόγοι υποστηρίζουν ότι ο Μότσαρτ επίτηδες   έγραψε  ‘βαρετή’ μουσική για τις δύο άριες του αρραβωνιαστικού, ενώ αντιθέτως η μουσική που ακολουθεί τον Ντον Τζιοβάνι είναι ζωντανή, εκρηκτική, αισιόδοξη-ακούστε την άρια του κρασιού. Αυτό αποδεικνύει κάτι που ξέραμε:  ο Μότσαρτ αγαπάει τον ήρωά του.

Ο Χουβαρδάς πάλι, δεν είμαστε σίγουροι…  Πώς καταφέρνει ο Ντον Τζιοβάνι να ‘ρίχνει’ όλες τις γυναίκες δεν το καταλαβαίνουμε, αφού έχει συμπεριφορά μάλλον σίριαλ κίλερ κι όχι Καζανόβα -εκτός αν κατά Χουβαρδά η γυναίκα το θέλει το ξύλο της και μόνο έτσι σεξουαλικώς αφυπνίζεται… Αντιθέτως, το θέμα της διάκρισης των τάξεων, που εξηγεί σαφώς μέρος της γοητείας του ήρωα και της συμπεριφοράς του, απαλείφεται πλήρως και μένει ο Χορός των αστέγων ως ένα πιθανώς ενδιαφέρον εύρημα, αλλά τελείως απολιτίκ: αν δεν υπάρχει ταξική διάσταση πώς μας προέκυψαν οι άστεγοι;  Αυτοί φταίνε, ο αλκοολισμός τους, τι από όλα; Προσωπικά θεωρώ το θέμα πολύ «βαρύ» για να χρησιμοποιείται σαν παραγέμισμα σε μια –κατά την προσωπική μου άποψη – ανέμπνευστη σκηνοθεσία.  Επίσης αναρωτιέμαι αν το “απολιτίκ” εξυπηρετεί και άλλους στόχους-, όπως η Ευκλείδεια σκηνοθεσία της Νυχτερίδας: σαμπάνια μέσα στα ΕΑΤ-ΕΣΑ: out οι ιδεολογικές διαμάχες, ντεμοντέ η ταξική πάλη, μόνο joie de νiνre, κι αν αυτό λείπει, φταίει η μαμά που δεν θήλασε τον καημένο τον Ντον Τζιοβάνι αρκετά ίσως…

Το ζήτημα τελικά δεν είναι το κατά πόσο ένας σκηνοθέτης μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία και άποψη για ένα έργο­ κολοσσιαίας σημασίας για το ανθρώπινο πνεύμα. Αυτά τα θέματα έχουν λυθεί εδώ και δεκαετίες. Έχουμε δει απίστευτα επιτυχημένες, ρηξικέλευθες αναγνώσεις αρχαίας τραγωδίας, ελισαβετιανού θεάτρου και όπερας διεθνώς. Το ζήτημα είναι αν η προσέγγιση γίνεται με γνώση και εντιμότητα, αν οι προθέσεις του συνθέτη και του λιμπρετίστα πρέπει να είναι σεβαστές, ή τουλάχιστον, αν η -πολύ ελεύθερη- απόδοση γίνεται με ταλέντο και καλλιτεχνική επάρκεια:  Θυμηθείτε την βραβευμένη παράσταση της «Vida Breve» επί Λαζαρίδη: το έργο είχε αποδομηθεί πλήρως… ήταν τέτοια όμως η ομορφιά, η οργιαστική ευωχία της σκηνοθεσίας που “δεν άνοιξε μύτη” στις παραστάσεις:  δεν είχε ου, ούτε σφυρίγματα, αλλά αυνανισμούς, κοκαΐνες και τρανσέξουαλ επί σκηνής – σε έργο του 19ου αιώνα.  Μήπως δεν είναι η “συντήρηση”  που αντέδρασε στη σκηνοθεσία Χουβαρδά, αλλά το καλό γούστο;

don-giovanni-01