Ο παρτιζάνικος κόσμος του Πάμπλο Νερούδα

Σαν σήμερα, 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ, της Χιλής, γεννιέται ο Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μπασοάλτο

| 12/07/2019

Ο Πάμπλο Νερούδα, «γεννήθηκε» μία μέρα του Οκτώβρη του 1920. Ήταν μόλις 16, όταν υπέγραψε ως Πάμπλο Νερούδα την πρώτη του ποιητική συλλογή Crepusculario-(Ηλιοβασιλέματα).  Μόλις είχε μετακομίσει στην πρωτεύουσα Σαντιάγο και την εξέδωσε τρία χρόνια αργότερα, πουλώντας το ρολόι που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του. Φυσικά με παντελή άγνοια της οικογένειάς του, που μετά την βιολογική του γέννησή του, στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ, μεταξύ των ποταμών Μάουλε και Μπίο-Μπίο, της Χιλής, τον ενέγραψαν στο ληξιαρχείο της πόλης ως Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μπασοάλτο. Το όνομα «Πάμπλο Νερούδα», είναι μία σύνθεση. προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα,  και πιθανώς από το Πωλ Βερλαίν, το γάλλο ποιητή. Είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του από την ηλικία των 20, όνομα το οποίο αργότερα νομιμοποιεί.

 

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που λάτρευε τον Νερούδα, τον Παμπλίτο όπως τον έλεγε, και είχε αποστηθίσει όλα τα ποιήματα όπως διατεινόταν, απαγγέλλει και ηχογραφεί ως μήνυμα αποχαιρετισμού προς τη σύντροφό του Αλέιδα,  το ποίημα Farewell (ο αποχαιρετισμός) από τη συλλογή Crepusculario

 

Μέχρι τότε όμως, οικογένεια και φίλοι, τον φώναζαν Νεφταλί. Ο Νεφταλί ήταν ένας άλλος από τον Πάμπλο Νερούδα, τον παχουλό μποέμ, γυναικά, ακάματο αγωνιστή και κομμουνιστή, τον ποιητή του λαού και όλων των λαών, που γνώρισε κατόπιν η Χιλή και η υφήλιος. Μέχρι να πάει στο Σαντιάγο, για να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο, ήταν ένας λιπόσαρκος και μελαγχολικός έφηβος που φορούσε πάντα μαύρα.  Ασθενικός και εύθραυστος, κρινόταν παντελώς ακατάλληλος για σωματική εργασία όπως τα υπόλοιπα αρσενικά παιδιά της ηλικίας του. Οκνηρός και αδιάφορος μαθητής, οι καθηγητές του έκριναν πως δεν μπορούσε να γίνει ούτε γιατρός ούτε δικηγόρος. Ο Νεφταλί αγαπούσε την ύπαιθρο, θαύμαζε το μεγαλείο του φυσικού κόσμου και στέναζε στην παρουσία όμορφων κοριτσιών.  Εκτός του πάθους του για τα βιβλία δεν έδειχνε καμία κλίση, κανένα άλλο ενδιαφέρον. Βιβλία και γραφή.  Κανείς άλλος,  εκτός κάποιων συμμαθητών του που από τότε του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι μάλλον σκωπτικά «ο ποιητής», (ήδη είχε εκδώσει κάποια πρωτόλεια ποιήματά του στην σε τοπική εφημερίδα με υπογραφή Νεφταλί Ρέγιες) δεν μπορούσε να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί το ταλέντο του. Ο πατέρας του Χοσέ, αρχικά λιμενεργάτης και κατόπιν εργάτης των σιδηροδρόμων, όταν εγκατέστησε την οικογένεια στο Τεμούκο στο μέσο της ράχης των χιλιάνικων Άνδεων, μετά το θάνατο της μητέρας του, Ρόσα, μερικές εβδομάδες μετά τη γέννηση του, οργισμένος έκαψε βιβλία  και χειρόγραφα στην αυλή του σπιτικού τους όταν δημοσιεύτηκαν τα πρώτα του ποιήματα. Δύο κόσμοι χωριστά… Ίσως και όχι.

“Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα

πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα

Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

Και πρέπει να ’χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι.

Τέρμα οι  χλωμοί εξαφανισθέντες!

Ούτε ένας άνθρωπος που να μην βασιλεύει.

Ούτε μία γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους”

(«Ο λαός», μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου-Χαλκιαδάκη)

Ο πατέρας του Χοσέ πάλευε για το χειροκάματο υπό εργασιακά απάνθρωπες και πολλές φορές αντίξοες καιρικές συνθήκες.  Πάλευε για να μπορέσουν να ζήσουν. Ο Νεφταλί μεγάλωνε μες την ενδημική φτώχεια της χιλιανής γης στην κορδιλιέρα, σε μία βάρβαρη και απολύτως ταξικά πολωμένη κοινωνία που σφάδαζε από την κρίση της οικονομίας. Στα χρόνια του Νεφταλί, όλες οι μνήμες εγγράφτηκαν στα κύτταρα του, αφού συχνά πυκνά συνόδευε τον πατέρα του στη δουλειά. Κατέγραφε σαν φωτογραφική μηχανή την άγρια εκμετάλλευση των εργατών (έγινε φίλος με πολλούς συναδέλφους του πατέρα του), την καταπίεση,  την καταλήστευση της γης και περιθωριοποίηση των ιθαγένικων πληθυσμών Μαπούτσε στην Αραουκάνια.  Ο μελαγχολικός, μόνιμα σιωπηλός Νεφταλί με τα μαύρα, κατέγραφε και ξόρκιζε τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν.  Δήλωνε πως ήταν μελαγχολικός εξαιτίας των συνεχόμενων βροχοπτώσεων στα «δάση της Χιλής, που εάν κάποιος δεν τα έχει δει, δεν έχει δει τον πλανήτη». Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν ήθελε να ομολογήσει,  ήταν ο χαμός της μητέρας του και ο κόσμος γύρω του που μάτωνε διαρκώς.

Σε εκείνη την εποχή του ισχνού έφηβου, συναντήθηκε με την Γκαμπριέλα Μιστράλ, καθηγήτρια του που διέγνωσε τις αγωνίες, την εσωτερική υπόσχεση και το ταλέντο.  Η Μιστράλ, που σήμερα θωρείται η μεγαλύτερη χιλιανή ποιήτρια και βραβευμένη με Νόμπελ, ήταν πρωτοπόρα όχι μόνο για το έργο της αλλά και για το σαφώς «στρατευμένο» λόγο της, για τις γυναίκες, την αδικία και τους ιθαγενείς –«ότι η ψυχή κάνει στο σώμα, αυτό πρέπει να κάνει ο καλλιτέχνης για το λαό» ήταν τα λόγια με τα οποία είχε δεσμευτεί στο χιλιάνικο λαό. Εκείνη τον ενθάρρυνε, τον μύησε στους ρώσους ποιητές και λογοτέχνες και από εκείνη τη χρονιά, το 1918-19, ξεκινά μία σχέση ζωής, ένας διάλογος δύο «στρατευμένων», δύο «οργανικών διανοούμενων» που θα διακοπεί μόνο με το θάνατό της, το 1957.

Ο Νεφταλί θα φύγει στα 16 του για να βρεθεί στο Σαντιάγκο. Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χιλής. Κερδίζει το πρώτο βραβείο για το ποίημά του «La canción de fiesta» που αργότερα δημοσιεύεται. Το 1923 δημοσιεύει το «Crepusculario», έργο που αναγνωρίζεται από λογοτέχνες όπως τον Αλόνε, τον Ραούλ Σίλβα Κάστρο και Πέδρο Πράδο. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύεται το έργο του «Veinte poemas de amor y una canción desesperada»- «Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο, από τις εκδόσεις Νασιμιέντο της Χιλής. Ο αρχικός τίτλος ήταν άλλος: «Ποιήματα μιας γυναίκας κι ενός άνδρα»., Το έργο ακόμη χαρακτηρίζεται από τα καλύτερά του ενώ ο κόσμος μαθαίνει πια τον Πάμπλο Νερούδα, τον ποιητή του έρωτα..

Στον βραδιάτικο ουρανό μου επάνω είσαι σαν σύννεφο, το δε χρώμα σου και το σχήμα είναι όπως ακριβώς μου αρέσουν. Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου, γυναίκα με τα γλυκά χείλια, και στη ζωή σου μέσα ζουν τα ασύνορα όνειρά μου.

Ο λύχνος της ψυχής μου σου γλυκοροδίζει τα πόδια, το στυφό μου κρασί γλυκαίνει στα χείλη σου, ω η μακελάρισσα εσύ

που πριονίζεις το τραγούδι μου τα βράδια, ω πόσο σε νιώθουνε δικιά μου τα μοναχικά μου όνειρα!

Είσαι δικιά μου, είσαι δικιά μου, το φωνάζω στο μπάτη του βραδιού και τ’ αεράκι παίρνει μετά τη φωνή μου και τη σκορπάει τριγύρω. Κυνηγέτις εσύ που σαϊτεύεις λαγούς στα βάθη των ματιών μου, των ματιών μου που λιμνάζουν σα βρόχινο νερό μες στο νυχτερινό σου βλέμμα.

Σ’ έπιασα αιχμάλωτη στα δίχτυα της μουσικής μου, αγάπη μου, και τα δίχτυα αυτά της μουσικής είναι ψηλά, επάνω, στον ουρανό. Γεννιέται η ψυχή μου κι ανασταίνεται στις όχθες των μαύρων ματιών σου τα δε μαύρα μάτια σου είναι φυλάκιο στη μεθόριο της χώρας των ονείρων.”

(16ο ποίημα)

Η ποίησή του κρίνεται νεωτερική, καθώς η αγάπη όπως την εκφράζει ο ποιητής «θρυμματίζει» το ρομαντισμό της εποχής του. Είναι άγριος ακόμη και σωματικός. Ωστόσο η μορφή της ποίησής του είναι συντηρητική. Ρυθμός και μέτρο, με ανάλογο αριθμό συλλαβών και διάλογος. Ίσως τελικά αυτός ήταν και ο κύριος λόγος της επιτυχίας του. Οποιοσδήποτε μπορούσε να ταυτιστεί. Πάντως, ο ίδιος δεν επαναπαύεται ενώ παράλληλα ως φοιτητής αναμειγνύεται στα κοινά και συμμετέχει ενεργά στο φοιτητικό κίνημα. Εντούτοις στηρίζεται αποκλειστικά στην οικονομική αρωγή του πατέρα του για να επιβιώσει, αφού χρήματα από την ποίηση και τη συγγραφή δεν βγαίνουν. Έτσι, το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκινάει ad honorem,  η διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει σε Άπω Ανατολή. Βιρμανία, Ιάβα και Σρι Λάνκα. Χρόνια γεμάτα περίπλοκες συγκρούσεις αλλά και επιδράσεις από την επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς κατά τη διάρκεια των οποίων, όπως ο ίδιος περιέγραψε, έπασχε από «ψυχική ερήμωση».

Με τον έρωτα της ζωής του την Ματίλντε

Στην Ιάβα, τότε ολλανδική αποικία, γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, την οποία όμως περιφρονούσε και τελικά μετά από έξι χρόνια την χώρισε. Τα χρόνια όμως αυτά, της «ψυχικής ερήμωσης» παρήγαγαν δύο διαμάντια. Τις δύο συλλογές Residencia en la terra I και ΙΙ. (Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί σε ένα τόμο και οι τρεις συλλογές, υπό το τίτλο Τα χθόνια δώματα. Το Residencia de la Tierra III. -το τρίτο δώμα- γράφτηκε στα χρόνια που ο ποιητής βρέθηκε στην Ισπανία, στη Γαλλία, στο Μεξικό και στην πατρίδα του, τη Χιλή, όπου και εξελέγη γερουσιαστής με το Κομμουνιστικό Κόμμα.). Τα δύο δώματα, είναι ποιήματα σχεδόν μεταφυσικά, και αποπνέουν έναν ερμητισμό δηλούμενον τόσο με υπερρεαλιστικό τρόπο όσο και με σπαράγματα λόγου από την καθημερινή κουβέντα.

Μετά την Άπω Ανατολή, έρχεται η πρεσβεία στο Μπουένος Αϊρες και το 1935 θα βρεθεί ως πολιτιστικός ακόλουθος στην Ισπανία αντικαθιστώντας στο πόστο την Μιστράλ. Η ισπανική επανάσταση θα τον πιάσει από το μανίκι και θα τον τραντάξει συθέμελα ενώ μέσα στις φλόγες  θα γνωρίσει τη δεύτερη γυναίκα του, την αινιγματική Αργεντίνα εικαστικό και κομμουνίστρια Ντέλια ντελ Καρίλ.  Εντάχθηκε σε ομάδα διανοούμενων και καλλιτεχνών, ενώ το σπίτι του έγινε κέντρο συνάντησης. Μάχεται κατά του φασισμού στο πλευρό του ισπανικού λαού και του μέγιστου ποιητή της Ισπανίας και πολυαγαπημένου του φίλου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Όταν ο Λόρκα τον παρουσίασε στη φιλοσοφική σχολή στη Μαδρίτη έκανε λόγο  για «έναν αυθεντικό ποιητή, από εκείνους που έχουν καλλιεργήσει τις αισθήσεις τους σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός μας και που ελάχιστοι τον αντιλαμβάνονται. Έναν ποιητή πιο κοντά στο θάνατο παρά στη φιλοσοφία, πιο κοντά στον πόνο παρά στη διανόηση, πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι. Παραμένει απέναντι στον κόσμο γεμάτος ειλικρινή έκπληξη και του λείπουν τα δύο εκείνα στοιχεία με τα οποία έχουν ζήσει τόσοι και τόσοι ψευδοποιητές: το μίσος και η ειρωνεία. Όταν πάει να γίνει τιμωρός και σηκώνει το σπαθί, βρίσκεται ξαφνικά μ’ ένα πληγωμένο περιστέρι ανάμεσα στα δάχτυλά του».

Λόγω της αντιφασιστικής δράσης του, η Χιλή τον παύει από πρέσβη. Πάει στο Παρίσι, απ’ όπου θα διαδραματίσει βασικό ρόλο. Με τον ομότεχνο, φίλο και ομοϊδεάτη του Λουί Αραγκόν, προετοιμάζει το Παγκόσμιο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων. Συμμετέχει στην αντίσταση στην Ισπανία με κάθε δυνατό μέσο και κυρίως μετατρέποντας την ποίησή του σε εργαλείο για την οργάνωση και την εμψύχωση των μαχητών του επαναστατικού Ρεπουμπλικανού στρατού.  (Ακόμη και μετά την ήττα ο Νερούδα θα οργανώσει και καθοδηγήσει την επιχείρηση μεταφοράς πάνω από 2.000 πολιτικών προσφύγων στη Χιλή).

 Το 1937 επιστρέφει στη Χιλή. Ο λαός συναρπάζεται με την ποίηση του Νερούδα, ο οποίος δίνει ομιλίες παντού κατά του φασισμού. «Όταν μιλάς μπροστά σε 130.000 κόσμο, οφείλεις η ποίησή σου να είναι διαφορετική» θα πει. Και πλέον αλλάζουν όλα.  Το 1938, θα βρεθεί στο Παρίσι και αργότερα στο Μεξικό.

Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια των λαών που στενάζουν σε ολόκληρο τον κόσμο, το λουτρό αίματος στην Ισπανία και τη δολοφονία του Λόρκα συμβάλλουν στη πλήρη στράτευσή του. «Ποίηση και πάλη των τάξεων οι στίχοι μου», είχε πει ο ίδιος σε Συνέδριο για την Ειρήνη στο Μεξικό.

Το 1945 εντάσσεται ενεργά στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής, ενώ την ίδια χρονιά λαμβάνει το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τρία χρόνια αργότερα θα βρεθεί στην παρανομία, καθώς ο δικτάτορας Γκονσάλες Βιδέλα το θέτει εκτός νόμου. Λίγο αργότερα εκδίδεται ένταλμα σύλληψης για τον Πάμπλο.  Ο Πάμπλο Νερούδα κρύβεται επί 13 μήνες στα σπίτια φίλων και συντρόφων του στο Σαντιάγο, μέχρι να μπορέσει να διαφύγει στην Αργεντινή. Έπειτα διασχίζει τις Άνδεις και περνάει τα σύνορα έφιππος, αρχικά μέσα από ένα φαράγγι και στη συνέχεια μέσα από μια λίμνη, όπου λίγο έλειψε να πνιγεί. Σε ένα κρησφύγετο στο Σαν Μαρτίν, στη διασυνοριακή περιοχή, θα γράψει σε ένα τοίχο: «Αντίο πατρίδα μου. Φεύγω αλλά σε παίρνω μαζί μου».

Εφοδιασμένος με διαβατήριο Γουατεμάλας και ακτοπλοϊκώς θα φτάσει κρυφά στο Παρίσι την άνοιξη του 1949. Οι παλιοί του φίλοι και σύντροφοι, Πάμπλο Πικάσο, Πωλ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν φροντίζουν να του δοθεί πολιτικό άσυλο και γαλλικό διαβατήριο. Ο γαλλικός Τύπος γράφει ότι ο διωκόμενος Νερούδα βρίσκεται στο Παρίσι ενώ η χιλιανή κυβέρνηση ωρυόμενη, διαρρέει και τελικά επισήμως ανακοινώνει (τα επίσημα fake news της εποχής) πως στο Παρίσι βρίσκεται ένας «σωσίας» του Νερούδα και ότι «ο αληθινός Νερούδα βρίσκεται στη Χιλή και η Αστυνομία είναι επί τα ίχνη του. Η σύλληψή του είναι ζήτημα λίγων ωρών».

Η διεθνής προοδευτική γνώμη μαθαίνει την περιπέτεια του Νερούδα ενώ ο πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι ζητά την απέλασή του. Όμως ο αρχηγός της Γαλλικής Αστυνομίας απορρίπτει το αίτημα και δίνει διαβατήριο στον Νερούδα που θα ζήσει εξόριστος στην Ευρώπη έως το 1952.

Το 1948 και ενώ βρισκόταν στην παρανομία τελείωσε το μεγαλύτερο και πιο γνωστό έργο του με τίτλο « Canto General» (Γενικό Ασμα), ένα επικό ποίημα για τη Λατινική Αμερική.

«Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους,
από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς,
από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί
μια σταγόνα αίμα πετούμενο
και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,
μες από εκεί που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας
σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη.
Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ’ το λαό.
Σήμερα θα βγεις μες απ’ το κάρβουνο και τη δρόσι.
Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες
με χέρια κακοπαθιασμένα, με κομμάτια
ψυχής που περισώθηκε, με δέσμες
από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε:
εργαλεία φοβερά
κάτω απ’ τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη
».

(America Insurrecta, «Ξεσηκωμένη Αμερική», Κάντο Χενεράλ, μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου)

Πρόκειται για ένα διάλογο της φύσης με την πολιτική που εκτείνεται σε 15 τμήματα/κεφάλαια, όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία της Λατινικής Αμερικής, Από την προκολομβιανή εποχή έως τις ημέρες που γράφτηκε και αναδύεται το  αισιόδοξο όραμα του, προσανατολισμένο στο μέλλον, για τη Λατινική Αμερική που εκτείνεται όμως παγκοσμίως. Ένα ουτοπικό όραμα που εδράζει μεν στην εκμετάλλευση και τον ανθρώπινο πόνο αλλά μπορεί να φτερουγίσει (με κοινωνικούς αγώνες)  στο μέλλον, σε μία άλλη κοινωνία, δίκαιη και ισότιμη. Ο Νερούδα οραματίζεται το μέλλον. Ένα καλύτερο και ομορφότερο κόσμο, κάνοντας την πένα του όπλο, κυρίως, θέτοντας υπό αμφισβήτηση παγιωμένες ή προβληματικές αντιλήψεις. Το Γενικό Άσμα, που θωρείται το πιο πολιτικό του έργο, είναι πάντα εκεί γι’ αυτούς που έχουν τα μάτια τους ανοιχτά και είναι διατεθειμένοι να κοιτάξουν. Να καταλάβουν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, διαφορετική από αυτή που προβάλλουν τα μίντια, η πολιτική και οικονομική εξουσία. Να καταλάβουν και να οραματιστούν ένα καλύτερο μέλλον.

Το 1949 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση για τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του σπουδαίου λογοτέχνη και ποιητή Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, όπου  γνώρισε τον επίσης κομμουνιστή Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ. Κατόπιν μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και πάλι η χιλιανή κυβέρνηση ασκεί πιέσεις για την απέλασή του ενώ ο Εντουίν Τσέριο του παρέχει μία βίλα στο Κάπρι για την παραμονή του. Στο πλευρό του η Ματίλντε Ουρούτιε, η Χιλιανή τραγουδίστρια που γνώρισε στην εξορία,  που θα είναι ο έρωτας της ζωής του και η «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του. Εκεί και για την Ματίλντε θα γράψει τη συλλογή οι «Στίχοι του Καπετάνιου».

«Βλέπεις αυτά τα χέρια; Έχουν μετρήσει
τη γη, έχουν ξεχωρίσει
τα ορυκτά από τα δημητριακά,
έχουν κάνει ειρήνη και πόλεμο,
έχουν καταρρίψει τις αποστάσεις
όλων των θαλασσών και ποταμών,
κι όμως
όταν σε διατρέχουν
εσένα, μικρή
σπειρί από στάρι, κορυδαλλέ,
δεν φτάνουν να σε περικλείσουν,
κουράζονται πλησιάζοντας
τα δίδυμα περιστέρια
που αναπαύονται ή πετάν στο στήθος σου,
διατρέχουν τις αποστάσεις των ποδιών σου,
τυλίγονται στο φως της μέσης σου.
Για μένα είσαι θησαυρός πιο φορτωμένος από απεραντότητα
πιο κι απ΄τη θάλασσα κι απ’ τα τσαμπιά της.
Κι είσαι λευκή και γαλανή κι εκτεταμένη σαν
την γη στον τρύγο.
Σ’ αυτή την περιοχή,
από τα πόδια ως το μέτωπό σου,
προχωρώντας, προχωρώντας προχωρώντας
θα περάσω τη ζωή μου
.»

(Η απέραντη. Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης)

Το 1952 επιστρέφει στη Χιλή μετά την αμνηστία που παρείχε ο νεοκλεγείς τότε πρόεδρος Κάρλος Ιμπάνιες ενώ το 1953 του απονέμεται το βραβείο Στάλιν, κατόπιν μετονομάστηκε σε Λένιν. Παρότι η Ματίλντε είναι κυρίαρχη στη σκέψη του, οι διαφωνίες και οι προβληματισμοί του ποιητή αποτυπώνονται έκδηλα στη συλλογή του «Εxtravagario» (Παραδοξολόγιο) του 1958. «Το «Εστραβαγάριο» είναι λεπταίσθητα λυρικο-χιουμοριστικό, σαν να ‘ρχεται από κλίματα σαν το δικό μας και, όταν το ‘γραφε, σαν να ένιωθε πολύ Έλληνας, όλων των εποχών. Είναι βιβλίο δύσπεπτο για ανθρώπους λιγότερο θρεμμένους με αισθητικές και πνευματικότητες πολύ διυλισμένες, για ανθρώπους που δεν έχουν δημιουργήσει το Διάλογο, όπως η σωκρατική σκέψη, το πιπέρι όπως ο Αριστοφάνης, τα βέλη και τους εξορκισμούς σαν τον Λασκαράτο ή τον Ροΐδη, τη σύλληψη αποχρώσεων και τη διεισδυτικότητα σαν τον Καβάφη…» όπως αναφέρει η μεταφράστρια του Δανάη Στρατηγοπούλου

«Τώρα να μ’ αφήνατε ήσυχον 

τώρα συνηθίστε χωρίς εμένα.

 

Τώρα θα κλείσω τα μάτια μου. 

 

Και μόνο θέλω πέντε πράγματα

πέντε ρίζες που ξεχωρίζω.

 

H μια είναι ο έρωτας δίχως τέλος.

 

Τo δεύτερο είναι να κοιτάζω το φθινόπωρο.

Δεν μπορώ αν δεν πετάνε

και δεν ξαναγυρνάνε τα φύλλα στη γη. 

 

Το τρίτο είναι ο βαρύς χειμώνας

η βροχή που αγάπησα, το χάδι 

της φωτιάς μέσ’ τ άγριο κρύο.

 

Τέταρτο έρχεται το καλοκαίρι

στρογγυλό σαν καρπούζι.

 

Το πέμπτο πράμα είναι τα μάτια σου.

Ματίλντε μου, πολυαγαπημένη. 

Δε θέλω να κοιμάμαι χωρίς τα μάτια σου,

δε θέλω να είμαι, αν εσύ δε με βλέπεις: 

εγώ αλλάζω άνοιξη

μόνο γιατί με κοιτάς εσύ. 

 

Φίλοι, αυτά είναι τα όσα θέλω. 

σχεδόν τίποτα και σχεδόν όλα.

 

Τώρα, αν θέλετε, πηγαίνετε. 

 

Έχω ζήσει τόσο που κάποια μέρα

θα πρέπει αναγκαστικά να με ξεχάσετε, 

σβήνοντάς με από τον πίνακα: 

η καρδιά μου υπήρξε ατέρμονη.

 

Όμως, επειδή ζητάω σιωπή, 

μη νομίσετε πως θα πεθάνω: 

μου συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: 

συμβαίνει πως πρόκειται να βιωθώ. 

 

Συμβαίνει πως είμαι και ότι συνεχίζω. 

 

Όχι για τίποτα άλλο, αλλά γιατί μέσα μου

θα βλαστήσουν δημητριακά, 

πρώτα οι σπόροι που σκίζουνε 

το χώμα για να δούνε το φως.

Όμως η μάνα γη είναι σκοτεινή: 

κι’ από μέσα μου είμαι σκοτεινός: 

είμαι σαν πηγάδι που μέσα στα νερά του

αφήνει τ’ αστέρια της η νύχτα 

και συνεχίζει στον κάμπο μοναχή. 

 

Και επειδή έζησα τόσο, 

θέλω να ζήσω άλλο τόσο.

 

Ποτέ δεν ένιωσα έτσι ηχηρός,

ποτέ δεν είχα τόσα φιλιά. 

 

Τώρα, όπως πάντα, είναι νωρίς. 

Πετάει το φως με τις μέλισσές του. 

 

Αφήστε με μόνο μου με την ημέρα. 

Ζητάω την άδεια να γεννηθώ». 

Με τη επιστροφή του στη Χιλή εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 1970 το ΚΚ Χιλής τον προτείνει για υποψήφιο πρόεδρο.  Η υποψηφιότητά του αποσύρεται προκειμένου να στηριχτεί η υποψηφιότητά του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Με την εκλογή του ως πρόεδρο της κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας, ο Νερούδα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970-1972). Το 1971, η Σουηδική Ακαδημία του απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Νερούδα πάσχει ήδη από καρκίνο του προστάτη. Η χιλιανή κυβέρνηση του ζητά να γυρίσει από το Παρίσι, για να βοηθήσει στις εκλογές της 4ης Μάρτη 1973. Άρρωστος, ήδη, το Γενάρη του 1973, ο Νερούδα επιστρέφει κι αρχίζει τον αγώνα κατά των εχθρών της λαϊκής κυβέρνησης. Τότε γράφει το έργο «Παρακίνηση σε νιξοκτονία και εγκώμιο στη χιλιανή επανάσταση» (κυκλοφόρησε το 1973, σε μετάφραση Δανάης Στρατηγοπούλου).

Βαριά άρρωστος στο κρεβάτι του στην Isla Negra, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη θάνατο του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Ωστόσο πριν από αυτό είδε από την τηλεόραση τη Λα Μονέδα, το προεδρικό μέγαρο, στις φλόγες, την αυτοκτονία του Αλιέντε με το όπλο στο χέρι και τα τανκς στους δρόμους.

Το φασιστικό καθεστώς του Αουγούστο Πινοτσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στο Σαντιάγο για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του ποιητή γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στην χούντα. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990 ενώ 45 χρόνια μετά, η διεθνής ομάδα 16 ειδικών, στην οποία είχε αναθέσει η δικαιοσύνη της Χιλής να εξακριβώσουν αν ο Νερούδα πέθανε από τον καρκίνο όπως αναφέρει το πιστοποιητικό ή αν δολοφονήθηκε από τη χούντα κατέληξαν πως αιτία θανάτου δεν ήταν ο καρκίνος αλλά δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν ούτε εάν ήταν δολοφονία…

Μας μένει πάντα ο χορός των στίχων του ποιητή στην ιστορία, του «Ανθρώπου  που έχει ανάγκη μια αγκαλιά τις νύχτες και persona που τα χώνει στην εξουσία ποιητικά και πρακτικά. Άνθρωπος που ζει με τις αδυναμίες του και παράλληλα σταθερός στις ταξικές του υποχρεώσεις. Ο Pablo Neruda που μέσα από τις περίτεχνες λέξεις του, την κατεργασμένη σουρεαλιστικά και ρεαλιστικά – σε πλήρη σύνθεση – δόμηση του έργου του, κινεί τα νήματα της Ιστορίας, κατασκευάζει και επηρεάζει την πραγματικότητα αλλά και τον μύθο της.»(..) « Ο Neruda, που ανασταίνεται, που αναδομείται, που υπάρχει ως μυθολογικός καθρέπτης της Ιστορίας, και παρόλα αυτά δεν είναι Θεός μα άλλος ένας άνθρωπος που του δίνουμε το χέρι, του μιλάμε στα ίσια, τον κρίνουμε, τον αγαπάμε, τον φθονούμε και όπως πάλι δηλώνει ο δημιουργός, «δεν του χτίζουμε μνημεία, κύριε», γιατί και ο ίδιος απαξιοί.»

 

Πηγές:

“Neruda. La biografia”- Volodia Tetelboim, 1984.  “Viaje al corazón de Neruda”- Giuseppe Bellini.  “Pablo Neruda, poesía y política”- Teodosio Fernández .  “Pablo Neruda and the construction of past and future utopias in the Canto General”- Mark Mascia.   “Neruda.  The poet’s calling” -Mark Eisner.  “Ο ποιητής της Χιλής και όλων των λαών”- Αριστούλα Ελληνούδη (Ριζοσπάστης). “Διαδρομές μεταξύ πολιτικής και τέχνης, με αφορμή την ταινία «Νερούδα», για τον ποιητή και τον πολιτικό  Pablo Neruda”- Δημήτρης Σούλτης, kaboomzine και «Neruda», ο κινηματογράφος υποκλίνεται στην ποίηση»-Χρήστος Σκυλλάκος, Το περιοδικό.

 

Η κεντρική φωτογραφία είναι Γκράφιτι από την La Chascona (το σπίτι του Pablo Neruda) και σήμερα Μουσείο στο Σαντιάγο.