Ο Τζιμάκος καθρέφτης

| 17/01/2018

 

Χάνοντας τον Τζίμη Πανούση, χάνουμε και τον καθρέφτη μας – τον μοναδικό που μας είχε απομείνει μες στο σπίτι.

Γιατί αυτή ήταν η βασική λειτουργία του· ήταν εκπληκτικός περφόρμερ, μεγάλος τραγουδιστής, ευφυέστατος τραγουδοποιός και συγγραφέας, αλλά πάνω απ’ όλα καθρέφτης.

Σε έναν πολιτισμό που έχει μάθει να ζει με λέξεις, αυτός αντιπαρέθετε την πραγματικότητα.

Αφαιρούσε απ’ αυτήν όλα τα ωραία διακοσμητικά στοιχεία που της φοράμε για να αντέχουμε τον εαυτό μας, και μας έδινε στο πιάτο τη βαθύτερη ουσία μας, ωμή.

Κι εμείς, εν μέρει από μαζοχισμό, εν μέρει από ναρκισσισμό, αν και δεν καταλαβαίναμε χριστό, μάθαμε να εκτιμούμε αυτόν που έμπαινε στον κόπο να μας τη σερβίρει.

Γι’ αυτό και τα τραγούδια του ήταν τόσο τραχιά και άβολα, τόσο λίγο «καλλιτεχνικά», γιατί γούσταρε να μας δίνει πραγματικότητα φάτσα κάρτα, χωρίς ντεκορασιόν.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Πανούση έναντι των άλλων ομότεχνών του ήταν καταρχήν φιλοσοφικό: ότι δεν έδινε καμία σημασία στην άποψη και στην εικόνα του υποκειμένου για τον εαυτό του. Ήταν υλιστής ο άνθρωπος, φιλοσοφικά, και αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα σαν κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από το τι νομίζουμε εμείς γι’ αυτήν. Και την ανθρώπινη ουσία την «έπιανε» πέρα από τους τίτλους και τους ρόλους που εφευρίσκουμε για να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, για να χτίζουμε ταυτότητα και να περνάμε καλά.

Δεν έχω αλλάξει. Και δεν πιστεύω ότι αλλάζουνε οι άνθρωποι. Απλώς κοιτάμε με μια ρομαντική (κακώς εννοούμενα ρομαντική) διάθεση το παρελθόν. Το αναπολούμε νοσταλγικά. Ο κόσμος είναι ο ίδιος, εγώ είμαι ο ίδιος… Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέχρι 8-10 χρονών. Σου λέει «α, ο τάδε ήτανε Αριστερός και άλλαξε…». Δεξιός ήταν, από τότε που γεννήθηκε. Απλώς ήτανε μόδα η Αριστερά. Αυτό μου το είχε πει ο Διονύσης. 

Ο Σαββόπουλος; 

Ναι. Αναγκάστηκε λόγω της εποχής. Δεν είναι Aριστερός. Είναι ένας συντηρητικός άνθρωπος, που γράφει ωραία τραγούδια. Γυμνασιάρχης του εαυτού του. Μου το ‘πε και ο ίδιος: «Αναγκάστηκα». Είχε γίνει τότε μια ιστορία, μου είχε κόψει το βιντεοκλίπ του «Κάγκελα Παντού” από την εκπομπή του. Με είχε καλέσει σπίτι του το πρωί λοιπόν και μου λέει «Τζίμη, εγώ δεν είμαι Αριστερός, μπλέχτηκα λόγω της κατάστασης». Αυτός ήθελε να γίνει αξιωματικός, κάτι τέτοιο. Έμπλεξε. (Συνέντευξη του Τζίμη Πανούση στον Βύρωνα Κριτζά, Avopolis, 14 Ιανουαρίου 2018).

Και δεν έμεινε στην περιγραφή της πραγματικότητας ο Πανούσης, παρά  μάς έδειξε και τον τρόπο για να τη μετασχηματίσουμε, να την υπερβούμε. Απλά και ξάστερα: «Εύχομαι η επανάσταση να ξεκινήσει αύριο, γιατί αυτό που ζούμε τώρα δεν οδηγεί πουθενά» (Συνέντευξη του Τζίμη Πανούση στον Νίκο Μωραΐτη, Lifo, 15 Ιανουαρίου 2018). Πώς κατάφερε να το κάνει αυτό παρόλο που τον ενοχλούσαν οι πάντες και τα πάντα; Το κατάφερε επειδή, αν και επικριτικός, δεν ήταν μισάνθρωπος. Πίστευε στον λαό, στους μεγάλους αριθμούς, στο μαγικό εκείνο φίλτρο που πίνουν κάποιες ιστορικές στιγμές οι μάζες και μετατρέπονται από ένα άμορφο σύνολο χλαπάτσας σε συγγραφέα και οδηγό της ιστορίας. Και αυτός ο ανθρωπισμός, αυτή η πίστη στη λαϊκότητα, είναι ένα από τα στοιχεία που τον έκαναν πολύ μεγάλο καλλιτέχνη.

Κοίτα να δεις, εγώ πιστεύω σ’ έναν λαό πατέρα παντοκράτορα. Πραγματικά. Πάντα εντυπωσιάζομαι και σέβομαι τα λαϊκά ήθη και έθιμα, ακόμα κι αν δεν συμφωνώ μαζί τους. Αγαπάω πολύ τον κόσμο, μ’ αγαπάει κι ο κόσμος, κι αυτή η αγάπη μετράει. Όταν γνωρίζεις τον καθέναν χωριστά, μπορεί λίγο να απογοητεύεσαι, αλλά όλοι μαζί λειτουργούμε διαφορετικά, κι αυτό είναι το μαγικό, κι αυτό με κρατάει σ’ αυτή τη δουλειά. Κάτι γίνεται με το κοινό, κάτι μαγικό, και το κοινό είναι αλάνθαστο. Προσπαθώ να το ερμηνεύσω κάθε φορά και δεν μπορώ. Είναι αυτό που είπε και ο Μπερτόδουλος ο Μπρεχτ – άλλος συνάδελφος αυτός, πιο άγριος: «Ή όλοι, ή κανείς» (Συνέντευξη του Τζίμη Πανούση στον Ηρακλή Οικονόμου, Μουσικά Προάστια, 23 Ιουνίου 2017).

Τα υπόλοιπα (όπως π.χ. η αναφορά στις «φορές που μας θύμωσε ή μας ξενέρωσε» της αγαπητής μου ομάδας αρχισυνταξίας του Περιοδικού) επιβεβαιώνουν απλώς την ουσία του Τζιμάκου-καθρέφτη. Γιατί πράγματι υπάρχουν φορές που βλέπουμε τη μούρη μας στον καθρέφτη και θυμώνουμε, πετάμε πράγματα, βροντάμε συρτάρια και ντουλάπες. Αλλά τον κρατάμε, κι αν τον σπάσουμε πάμε και παίρνουμε καινούργιο.

Τώρα όμως αρχίζουν τα δύσκολα – καθώς ο Πανούσης μάς αποχαιρετά, εμείς καλούμαστε να ζήσουμε μοναχά με τις ωραίες λέξεις και τους μύθους και τα παχιά λόγια και τα αφηγήματα που πλάσαμε για την αφεντιά μας. Χωρίς τον καθρέφτη που μας υπενθύμιζε τη βρωμόφατσά μας, και χωρίς μαγαζί για να αγοράσουμε νέο. Ό,τι έχει μείνει στο ελληνικό τραγούδι υπάρχει μόνο για να κολακεύει. Ό,τι είδαμε από εμάς είδαμε. Τώρα μόνο like και photoshop και ρήτορες και χειροκρότημα και retweet και λεβέντες και αριστεία. Τώρα να μας δω, στα δύσκολα.