Ο Τζόζεφ Μίτσελ και τα “φρικιά” της Νέας Υόρκης

Η πόλη μέσα από το "φρικιό" που ανέδειξε τη μοναδικότητα των ανθρώπων της

mitchell2
Μετάφραση-επιμέλεια: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, Πορτρέτα - 29/08/2017

Ο άνθρωπος που ανέδειξε όσο κανείς το περιθώριο της Νέας Υόρκης. Ο άνθρωπος που έδειξε το αληθινό της πρόσωπο. Που λάτρεψε κάθε εκκεντρικό αυτής της πόλης. Ο λόγος για τον Joseph Mitchell.

Το πορτρέτο του από τον Robert S. Boynton του “The Nation” σε μετάφραση και επιμέλεια από τον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο για ToPeriodiko.GR :


“Θες να γίνεις συγγραφέας και δεν ξέρεις ποιος είναι ο Τζόζεφ Μίτσελ;”


Τον χειμώνα του 1988 έφτασα στη Νέα Υόρκη περισσότερο με ενθουσιασμό παρά με λογική -δίχως δημοσιογραφική εμπειρία- ελπίζοντας να γίνω συγγραφέας. Αν και ασκούμενος στο “The Nation” αναζητούσα ανθρώπους που θα μπορούσα να προβάλω. Τέτοιος χαρακτήρας ήταν αυτός που έμενε στο επάνω διαμέρισμα από μένα. Αυτοδίδακτος.

Όταν το είπα σε φίλο μου, μου είπε ότι αυτό μοιάζει με τα κείμενα του Τζο Μίτσελ για τον Τζο Γκουλντ. Το κενό βλέμμα μου πρόδωσε την άγνοιά μου και για τους δύο. “Θες να γίνεις συγγραφέας και δεν ξέρεις ποιος είναι ο Τζόζεφ Μίτσελ;” μου είπε με περιφρόνηση ο φίλος μου. Είχα εξευτελιστεί. Κάνοντας έρευνα, ανακάλυψα ότι το τελευταίο δημοσιευμένο κείμενο του Μίτσελ “Το μυστικό του Τζο Γκουλντ” –αφορούσε σε έναν εκκεντρικό κάτοικο του Γκ. Βίλατζ, γνωστό ως “Καθηγητή Σίγκουλ”, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε γράψει το μεγαλύτερο βιβλίο -είχε εμφανιστεί στο “The New Yorker” το 1964. Ένα χρόνο αφότου γεννήθηκα. Δεν υπήρχαν χαρτόδετες εκδόσεις των τεσσάρων συλλογών του και οι σκληρόδετες είχαν εξαντληθεί. Συνέπεια ήταν η αύξηση της τιμής στα αντίτυπα που βρίσκονταν στα μεταχειρισμένα βιβλιοπωλεία. Εάν έβρισκες φυσικά. Βρήκα και μια φωτογραφία του Μίτσελ. […] Δεν είχε περάσει πολύ καιρός που τον εντόπισα να περπατά στην 5η λεωφόρο φορώντας το σε τρία κομμάτια χαρακτηριστικό του κοστούμι, τα καλογυαλισμένα παπούτσια του και το μαλακό του καπέλο. Δεν είχα διαβάσει ακόμη τίποτα απ’ αυτόν. Τουλάχιστον γνώριζα ποιος ήταν.


Σαν τον Ντίκενς


mitchell3Σύμφωνα με τον Τόμας Κούνκελ και το βιβλίο του Man in Profile”, δεν ήμουν μόνος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο Μίτσελ βίωνε την εξής ειρωνεία: Εάν τον γνώριζε το νέο κοινό, ήταν επειδή δεν έγραφε. Η αναγέννησή του ξεκίνησε το 1992, όταν ο εκδοτικός οίκος Pantheon εξέδωσε το Up in the Old Hotel”. Συλλογή μη μυθοπλαστικών κειμένων για τον “New Yorker” που ακόμη και τώρα πουλάει. Το αναγνωστικό του κοινό ανανεώθηκε και συνέχισε να αυξάνει ακόμη και μετά τον θάνατό του το 1996, σε ηλικία 87 ετών. Μάλιστα, τότε επανεκδόθηκε το “Μυστικό του Τζο Γκουλντ” σε έναν τόμο. […]

Γιατί, όμως, τόση φασαρία για έναν αρθρογράφο του “New Yorker” ο οποίος δεν είχε εκδώσει τίποτα τα τελευταία 32 χρόνια; Ο Μίτσελ είχε λάβει ασυνήθιστη προσοχή από το 1943 και μετά. Αιτία, η κριτική στο έντυπο “The New Republic” από τον Μάλκολμ Κόλεϊ. Τον χαρακτήρισε “κορυφαίο ρεπόρτερ της χώρας”, τουλάχιστον στο να “απεικονίζει περίεργους χαρακτήρες”. Τον συνέκριναν μάλιστα με τον Ντίκενς όσον αφορά τους χαρακτήρες τους. Η μέθοδος Μίτσελ, κατά τον Κόλεϊ, ήταν αυτή: 

“Του αρέσει να ξεκινά με έναν ασήμαντο ήρωα, συλλέγει κάθε στοιχείο γι’ αυτόν και τα οργανώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Συνήθως τελειώνει περιγράφοντας τις παραδόσεις, τις συνήθειες της κοινότητας”. 

Το 1965 ο κριτικός Στάνλεϊ Έντγκαρ Χίμαν αναρωτιόταν αν οι ισχυρισμοί του Κόλεϊ και άλλων ήταν συγκρατημένοι. […] Κατ’ αυτόν ο Μίτσελ καταπιανόταν με κάτι πολύ πιο φιλόδοξο -με ένα φιλοσοφικό εγχείρημα: Εξερευνούσε τους υπαρξιακούς αστάθμητους παράγοντες όπως “ανθρώπινη αξιοπρέπεια”, “γονιμότητα και ανάσταση” και “τα βάθη του ασυνείδητου”


“Απλώνει” τις φράσεις όπως ένας τεχνίτης χτίζει έναν τοίχο


Ο Μίτσελ αυτό έκανε με ειλικρίνεια και σκόπιμα απέριττη πρόζα. Ο Κούνκελ την περιγράφει ως “το είδος της πρόζας όπου οι μη συγγραφείς νόμιζαν ότι είναι εύκολη, ενώ οι επαγγελματίες γνωρίζουν ότι δεν είναι”. Οι προτάσεις του Μίτσελ ήταν μακροσκελείς, προσεκτικά δομημένες, φορτωμένες με γεγονότα και κατέληγαν σε λίστες, τις οποίες χρησιμοποιούσε για τη μουσικότητα και το κύρος που μετέφεραν. Είτε περιέγραφε τη ζωή στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ή τις ανάγλυφες παραστάσεις στις επιτύμβιες στήλες σε νεκροταφείο του Staten Island. Τοποθετώντας διάφορα αντικείμενα το ένα πλάι στο άλλο, επιτυγχάνει σε δύο επίπεδα. Δίνει την αίσθηση ενός επίπλου με πολλά πράγματα, αλλά και την έκταση ενός κινηματογραφικού πλάνου παρακολούθησης. Η περιγραφή ανήκει στον Λούκ Σαντέ, συγγραφέα που επηρεάστηκε από τον Μίτσελ. […] Ο Μίτσελ “απλώνει” τις φράσεις όπως ένας τεχνίτης χτίζει έναν τοίχο: Σκόπιμα αυξάνει βήμα-βήμα, επιτρέποντας σε κάθε σειρά να πάρει τον χρόνο της για να κάτσει. Όπως είχε γράψει σε αδημοσίευτο κείμενο “πιστεύω ότι οι πιο κοινές λέξεις είναι αυτές που στο τέλος έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη”.


New Yorker: Το πρώτο αστικό περιοδικό


newyorker

Ο “New Yorker” ήταν το πρώτο αστικό περιοδικό. Δημιουργήθηκε από τον Χάρολντ Ρος, γιό ανθρακωρύχου και δασκάλας. Ο Ρος εγκατέλειψε το σχολείο, έγινε ρεπόρτερ στη Νέα Υόρκη και είχε την ιδέα να φτιάξει ένα περιοδικό απευθυνόμενο σε νέους νεοϋορκέζους όπως αυτός. Σκοπός του να αντανακλά μέσω λέξεων και εικόνων τη μητροπολιτική ζωή. Η αντίληψή του ήταν φιλόδοξη. Ένα από τα πρώτα προωθητικά μηνύματα έγραφε: “Δεν μπορείς να κρατήσεις τον New Yorker μακριά από τα χέρια των σκεπτόμενων νεοϋορκέζων, όπου κι αν είναι”. Το περιοδικό ήταν η διάθεση, η άποψη της πόλης. Δεν είχε να κάνει με ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι συντάκτες του προέρχονταν από αλλού. Αυτή η διαφορετικότητα ήταν που έδινε τη φρεσκάδα και την επινοητικότητα στον “New Yorker”. Όλοι αυτοί οι δημιουργικοί άνθρωποι εξερευνούσαν την περιέργεια τους για την πόλη στο πλαίσιο του περιοδικού.


Αυτοεξορία και αναγνώριση


Λίγοι ήταν πιο περίεργοι για τη Νέα Υόρκη από τον Τζόζεφ Κούινσι Μίτσελ, γεννημένο στο Φέρμοντ της Βόρειας Καρολίνας το 1908, από οικογένεια με ρίζες στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Οι προηγούμενες γενιές των Μίτσελ καλλιεργούσαν βαμβάκι, καπνό, ασχολούνταν με την ξυλεία, τη σόγια, το καλαμπόκι και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν πλούσιοι, ζούσαν πιο άνετα σε σχέση με τους περισσότερους κατοίκους της κομητείας Ρόμπεσον.

Ο Τζόζεφ ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας και όλοι υπέθεταν ότι θα αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση, ασχέτως της ανικανότητάς του στα μαθηματικά, απαραίτητα στη διαχείριση της αγροτικής-εμπορικής αγοράς. Φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνα. Εκεί αφοσιώθηκε στους Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, Τζόις. Μάλιστα, ενώ ο “Οδυσσέας”  είχε απαγορευτεί, φίλος του κατάφερε να φέρει παράνομα ένα αντίτυπο γι’ αυτόν. Ο Μίτσελ λάτρεψε τον Ιρλανδό και βάφτισε την κόρη του Νόρα, το όνομα της γυναίκας του Τζόις. Βέβαια, ο “Οδυσσέας” δεν ήταν το αγαπημένο του βιβλίο. Στο ημερολόγιό του τονίζει ότι “το βιβλίο που διαβάζω περισσότερο είναι Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Το διαβάζω συνέχεια, όπως η γιαγιά μου τη Βίβλο. Τώρα το διαβάζω για έβδομη φορά”.

Ενώ ήταν στο κολέγιο συνέθεσε φανταστικές εκδοχές του Field Sketches”, δουλειά για την οποία μετά έγινε διάσημος. Όταν άρθρο του για την καπνοκαλλιέργεια δημοσιεύτηκε στην “New York Herald Tribune”, αποφάσισε να πάει στη Νέα Υόρκη και να προσπαθήσει στη δημοσιογραφία. Ο πατέρας του δεν τον ενθάρρυνε, αντιθέτως τον ρώτησε “γιε μου, αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις; Να ανακατεύεσαι στις δουλειές των άλλων;”. Έκτοτε, ο Μίτσελ πέρασε τη ζωή του μεταξύ Νέας Υόρκης-Φέρμοντ. “Αυτοεξορία” την περιέγραφε ο ίδιος, λόγω των τύψεων που ένιωθε για τη φυγή από το σπίτι και το πατρικό σπίτι.

Έφτασε στο “Μεγάλο Μήλο” την εποχή του κραχ (1929). Εμπειρία που τον επηρέασε ψυχολογικά. Ο ίδιος δήλωνε ότι φοβήθηκε τότε και ποτέ δεν ξεπέρασε αυτόν τον φόβο. Η πόλη τότε είχε πάνω από μια ντουζίνα εφημερίδες. Ξεκίνησε ως αντιγραφέας και κατέληξε συντάκτης στη “World-Telegram”. Δεν άργησε να γίνει γνωστός. Τα άρθρα του έμπαιναν στην πρώτη σελίδα και η φωτογραφία του κοσμούσε τα φορτηγά της εφημερίδας.

joseph_mitchell_otu_img


Η συνάντηση με τον καθηγητή Μπόας


Η λογοτεχνική δημοσιογραφία του Μίτσελ προέκυψε από τη δουλειά σκεπτόμενων δημοσιογράφων που αποκάλυπταν κοινωνικές παθογένειες και πολιτικά σκάνδαλα, και λογοτεχνών όπως οι Κρέιν, Ρις, Στέφενς. […] Έγινε ένας πολύ καλός ακροατής και καθιστούσε τους ανθρώπους στις ιστορίες του με λογοτεχνικές λεπτομέρειες. Η δουλειά του Μίτσελ, όσο καλή κι αν ήταν, δεν διέφερε απ’ αυτή των συναδέλφων του. Αυτό άλλαξε τον Νοέμβριο του 1937. Τότε, του ανατέθηκε να καλύψει την ιστορία του γεννημένου στη Γερμανία, καθηγητή Ανθρωπολογίας Φραντζ Μπόας. Η συνάντηση εξελίχθηκε σε σεμινάριο μεταπτυχιακού επιπέδου στην ανθρωπολογία. Εξ αιτίας του ο Μίτσελ σκέφτηκε ξανά, ως ρεπόρτερ, γιατί οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι και κάνουν ό,τι κάνουν. Ο Μίτσελ συνειδητοποίησε ότι ο Μπόας τον μελετούσε, «έναν δημοσιογράφο εφημερίδας”, όπως θα έκανε παρατηρώντας μια νέα φυλή.

Ο Μπόας ήταν ο “πατέρας” του “πολιτισμικού σχετικισμού”. Η πεποίθηση δηλαδή πως οι κοινωνίες δεν μπορούν να ιεραρχούνται αντικειμενικά. Οπτική αντίθετη από την κυρίαρχη ψευδοεπιστημονική στάση της εποχής. Ισχυριζόταν ότι οι διαφορές στις κοινωνίες εξηγούνταν βάσει κουλτούρας και όχι βιολογίας, ενώ όσο οι ομάδες μετανάστευαν, τα χαρακτηριστικά τους συγχωνεύονταν και επικαλύπτονταν με αυτά των ατόμων που συναντούσαν, φτάνοντας σε αυτό που ξέρουμε σήμερα ως “υβριδισμό”. Ο Μπόας προσέγγιζε τις κοινωνίες που μελετούσε ως αντικείμενα με δικά τους δικαιώματα. Έχοντας θέληση και δημιουργικότητα. Ο ανθρωπολόγος έδωσε στον Μίτσελ ένα αντίτυπο του βιβλίο του “Ανθρωπολογία και μοντέρνα ζωή” και τον συμβούλεψε “να μη θεωρείς τίποτα δεδομένο, ούτε τον εαυτό σου ή τον πατέρα σου”. Ο Μίτσελ, φεύγοντας από τη συνάντηση, ένιωσε σαν είχε γεννηθεί ξανά.


Είμαστε όλοι φρικιά


Ο Μίτσελ προσελήφθη στον “New Yorker” το 1938 και ο ιδιοκτήτης περίμενε ανάλογες ιστορίες με αυτές που δημοσίευε στη “World-Telegram”. Μολαταύτα, η συνάντησή του με τον Μπόας είχε αλλάξει την οπτική του για τον κόσμο. “Άρχισα να βλέπω ότι πολλά απ’ αυτά που είχα γράψει ήταν υπό αμφισβήτηση”.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής η περίπτωση της Mazie Gordon. Ιδιοκτήτρια ενός άθλιου σινεμά που πρόσφερε στιγμές ξεκούρασης σε ανθρώπους που είχαν καταπέσει.

Mazie-Queen-of-the-New-Yo-009

Είναι γνωστή ως Miss Mazie, από τους ταλαιπωρημένους άντρες που μένουν στα ξενοδοχεία κατά μήκος του σινεμά. Το αληθινό της όνομα είναι Mazie Gordon και είναι ξανθιά με καρδιά από χρυσάφι. Το ντύσιμό της είναι φανταχτερό και χρησιμοποιεί καλλυντικά δίχως σκέψη. 

Η ίδια ιστορία δύο χρόνια αργότερα στον “New Yorker”  :

Κάθεται μεγαλοπρεπώς στο κλουβί της σαν πρόστυχη βασίλισσα. Η Mazie είναι ένα από τα λίγα ευχάριστα αξιοθέατα στο υπόστεγο σινεμά. Είναι κοντή, με μεγάλο στήθος, κοντά στα 40. Κάποιοι πιστεύουν ότι μοιάζει, λίγο, με τη Mae West. Τα μαλλιά της έχουν το χρώμα του θειαφιού. Το πρόσωπό της είναι κάτωχρο και βαμμένο με ρουζ στο μέγεθος μεταλλικού δολαρίου. “Έχω το δικό μου κοινό, όπως μια σταρ του κινηματογράφου”. 

Στα χέρια του “ανθρωπολόγου” Μίτσελ, η Mazie μεταμορφώνεται σε πείσμων, πολυδιάστατο χαρακτήρα μακριά από τα στερεότυπα. Συνδυάζοντας την επιμονή του καλού ερευνητή με την εθνογραφική διορατικότητα κοινωνιολόγου, ο Μίτσελ ανακάλυψε μια οπτική γωνία ούτε συγκαταβατική, ούτε ευνοϊκή, απεικονίζοντας τους χαρακτήρες δίχως να είναι θύματα ή ήρωες. “Εάν η αλήθεια ήταν γνωστή”, καταλήγει η Jane Barnell, η γενειοφόρος κυρία της οποίας το προφίλ έφτιαξε το 1940 ο Μίτσελ, “είμαστε όλοι φρικιά”.

Αυτός είναι ο Μίτσελ που ενέπνευσε γενιές συγγραφέων, δείχνοντάς μας πώς να παρατηρούμε κάτι ή κάποιον χωρίς προκαταλήψεις σαν να είναι η πρώτη φορά. Στα χέρια του ο απτόητος ρεπόρτερ πόλεως περιγράφει την κάθε σκηνή με ύφος ειλικρινούς θαύματος, προσφέροντας όαση αθωότητας σε έναν πολύ γνωστό πολιτισμό. […]

Ο Μίτσελ τον πρώτο καιρό στο New Yorker διατήρησε το επίπεδο παραγωγικότητας που είχε στη “World-Telegram”. Το μείωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 δημοσιεύοντας πέντε ιστορίες. Με τη νέα αντίληψη για το επάγγελμά του, ξόδευε περισσότερο χρόνο στην έρευνα των ιστοριών του. Άρχισε να υποφέρει από κατάθλιψη, όμως με τον μικρό, αλλά σταθερό, μισθό από το περιοδικό και τα έσοδα από τη φάρμα, δεν υπήρχε πολλή πίεση να παράγει. Όλοι αναγνώριζαν ότι η δουλειά του γινόταν όλο και καλύτερη και μερικά από τα πιο βαθυστόχαστα άρθρα του εμφανίστηκαν στο διάστημα 1950-1964 γνωρίζοντας στον κόσμο μερικούς αξέχαστους χαρακτήρες. […]


Ειλικρινείς και όχι αληθινές ιστορίες


Καθώς η Νέα Υόρκη των περασμένων δεκαετιών (’30, ’40) έφευγε, η αναβλητικότητα και η καθυστέρηση παρεισέφρησε στο έργο του. Πάντα τον διακατείχε νοσταλγία για τον κόσμο που γνώρισε νέος. Το έργο του παρέμεινε αυστηρό, όμως στην ιδιωτική του ζωή ήταν όλο και πιο εξημμένος. Περιγράφει το πώς κατέρρευσε εσωτερικά όταν ένας μηχανικός αυτοκινήτων του ανακοίνωσε ότι το αυτοκίνητό του δεν επισκευάζεται. Προσφάτως έγιναν γνωστά κάποια κομμάτια των απομνημονευμάτων του και σε αυτά εμφανίζεται η σκοτεινή πλευρά και λίγο από το χιούμορ του. Η “αυτοαμφιβολία” που τον βάραινε τον είχε αποδυναμώσει και φοβόταν πως ακόμη και οι με κόπο φτιαγμένοι ήρωές του δεν ήταν κάτι παραπάνω από στερεότυπα.

mr floodΣήμερα, δύο είναι τα ερωτήματα για τον Μίτσελ: Εάν αυτά που έγραφε ήταν φτιαχτά και γιατί σταμάτησε να γράφει. Το 1948 παραδέχτηκε ότι ένας από τους πιο διάσημους χαρακτήρες του, ο “Mr. Flood”, ήταν σύμμεικτος. Ο Κούνκελ ανακάλυψε κι άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί το έκανε ο Μίτσελ. Τα πρώτα του κομμάτια στον “New Yorker” είχαν δημοσιευθεί με την επισήμανση “fiction” (φαντασία) παρά με τον προσδιοριμό “fact” (γεγονός). Ήταν γνωστό λοιπόν ότι χρησιμοποιούσε και τα δύο πεδία. Για τον “Mr. Flood” εξηγούσε πως “δεν είναι ένας άνθρωπος. Σε αυτόν αναγνωρίζονται πτυχές διάφορων ηλικιωμένων που εργάζονται ή συχνάζουν ή το έκαναν στον παρελθόν στην ιχθυαγορά Fulton. Θέλω αυτές οι ιστορίες να είναι ειλικρινείς παρά αληθινές, βασιζόμενες όμως σε πραγματικά γεγονότα”.

Κανείς δεν αμφισβητούσε την οξυδέρκειά του στο ρεπορτάζ, όμως όταν εκδότες και θαυμαστές αδυνατούσαν να βρουν ορισμένους από τους χαρακτήρες του, εγείρονταν αμφιβολίες για την ύπαρξη των υπολοίπων. Μέρος της μαγείας των γραπτών του Μίτσελ ήταν ο τρόπος που έδινε ζωή στους ήρωες του, εμποτίζοντάς τους με σοφία, προοπτική και γνώση την οποία κατείχε. (O Mr. Flood είχε ως ημερομηνία γέννησης την ίδια με τη δική του και επίσης και οι δύο έτρωγαν σχεδόν μόνο θαλασσινά).

Μολαταύτα, από τη στιγμή που παραδέχτηκε ότι έφτιαξε κάποιους από τους χαρακτήρες του, οι μεγάλες, ελκυστικές ρήσεις που απέδιδε σε άλλους φαίνονταν ύποπτες.

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να επισημάνουμε ότι το περιοδικό, τα πρώτα χρόνια ειδικά, είχε παρουσιάσει τέτοιους χαρακτήρες. Ο ιδρυτής του σκεφτόταν να είναι περισσότερο χιουμοριστικό, παρά σοβαρό. Ο Μίτσελ ισχυρίζεται ότι ο Ρος ήταν αυτός που του έδωσε την ιδέα για να φέρει στη ζωή τούς ήρωες από την ιχθυαγορά Fulton. Είχε την άδειά του. Ο Μίτσελ φοβόταν ότι οι αναγνώστες θα συμπεράνουν πως όλοι οι χαρακτήρες του είναι τέτοιοι. Γι’ αυτό και προχώρησε στην επεξήγηση για τον “Mr. Flood”. […]


“Να εκφράσει την ξεχωριστή του ταυτότητα”


Όσον αφορά στο γιατί σταμάτησε να γράφει, ο βιογράφος του, Κούνκελ, δεν είναι τόσο διαφωτιστικός. Όμως εδώ μπαίνει ο Τζο Γκουλντ. Ο Μίτσελ είχε γνώση γι’ αυτόν από το 1932 και το 1942 έφτιαξε το προφίλ του περιγράφοντάς το ως “το τέλειο παράδειγμα εκκεντρικού τύπου στη Νέα Υόρκη. Ο νυκτόβιος μοναχικός οδοιπόρος. Αυτό με ενδιέφερε σε αυτόν και η προφορική του ιστορία”. Όταν ο Γκουλντ έμαθε ότι ο Μίτσελ ήθελε να κάνει το προφίλ του, του τηλεφώνησε να τον χαιρετήσει στο ξεκίνημα μιας μεγάλης προσπάθειας. Ο Μίτσελ δεν γνώριζε τότε ότι Γκουλντ θα συμβάλει στο τέλος του. Ο Κούνκελ αναφέρει ότι “στον Γκουλντ ο Μίτσελ βρήκε ένα κοντινό σωσία του. Όπως και αυτός, έτσι και ο Γκουλντ είχε αφήσει το σπίτι του και απογοητεύσει τον πατέρα του. Όπως κι αυτός, ο Γκουλντ ήταν εξασκημένος ακροατής”. 

Όταν πέθανε ο Γκουλντ το 1957, ο Μίτσελ ένιωσε ότι μπορούσε να αποκαλύψει την αλήθεια σχετικά με την ανύπαρκτη προφορική ιστορία του. Το “Μυστικό του Τζο Γκουλντ” (Joe Gould’s Secret), η συνέχεια στο προφίλ του 1942, διήρκησε περισσότερο από το αυθεντικό και έχει πιο σκοτεινό, πιο απολογητικό τόνο σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του Μίτσελ. Μέσα από μία μεγάλη μελαγχολική συγγραφική οδό, περιγράφει την επιθυμία που είχε ως νέος ρεπόρτερ να γράψει μυθιστόρημα για τη Νέα Υόρκη. Εκτός αυτού, η μητέρα του πέθανε ενώ έγραφε το δεύτερο κομμάτι της ιστορίας Γκουλντ και η εξάντλησή του είναι εμφανής σε γράμμα που έστειλε σε φίλο του στη Βόρεια Καρολίνα. […] Παραδόξως, η πιο σταθερή απάντηση στην ερώτηση γιατί σταμάτησε να γράφει έρχεται από τον Στάνλεϊ Έντγκαρ Χίμαν το 1965. “Συνειδητοποιήσαμε ότι ο Γκουλντ ήταν από την αρχή ο Μίτσελ. Απροσάρμοστος σε κοινωνία παραδοσιακών επαγγελμάτων, καταστάσεων, ρόλων, που ήρθε στη Νέα Υόρκη να εκφράσει την ξεχωριστή του ταυτότητα.”. Ο Μίτσελ μίλησε ελεύθερα για τη σχέση του με τον Γκουλντ το 1988, σε συνέντευξή του στον Νόρμαν Σιμς. “Για μένα, το τραγικό με την υπόθεση του Τζο Γκουλντ είναι ότι πολλοί άνθρωποι πίστεψαν ότι μπορούν να κάνουν περισσότερα απ’ ό,τι μπορούσαν. Και είμαι ένας απ’ αυτούς…. γιατί αυτός είμαι εγώ”. […]

mitΗ κατάσταση γίνεται πιο κατανοητή ακούγοντας τη Τζάνετ Γκροθ. Καθηγήτρια Αγγλικών η οποία έγινε έμπιστη φίλη του όταν δούλευε στην υποδοχή του “New Yorker”. Κάθε εβδομάδα πήγαινε για φαγητό σε ένα από τα αγαπημένα εστιατόρια του Μίτσελ. Συζητούσαν, κυρίως, για τους αγαπημένους τους συγγραφείς, Τζόις, Κάφκα, κ.α. Καθώς ήρθαν πιο κοντά, ο Μίτσελ της είπε τη φιλοδοξία του για το “μεγάλο βιβλίο”, πυρήνας του οποίου θα ήταν το πέρασμα του παλιού Νότου και του παλιού λιμανιού στη νέα εποχή στη Νέα Υόρκη. Ο Κούνκελ αποκαλύπτει ότι ο Μίτσελ ήθελε να είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Μολαταύτα, η Γκροθ  ξεκαθαρίζει ότι ο Μίτσελ ήταν ο τύπος του ρεπόρτερ που δεν θέλει να φαίνεται και δεν μπορούσε να υιοθετήσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την οποία πειραματίζονταν οι νέοι δημοσιογράφοι. Ωστόσο, εάν δεν χρησιμοποιούσε τον εαυτό του ως λογοτεχνικό χαρακτήρα, ποιος θα μπορούσε να “κουβαλήσει” μια τόσο φιλόδοξη ιστορία;

Η Γκροθ βάζει τον επίλογο: “Ω Τζο, τι σταυρό έφτιαξες για τον εαυτό σου και τον κάρφωσες πάνω σε αυτόν! Είναι σαν να προσπάθησε ο Τζόις να γράψει μια μέρα στο Δουβλίνο και μια μέρα στην Τριέστη”.