«Η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι διανοητές της»

Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Π. Άντερσον που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

anderson_usa policy_cover_front
ToPeriodiko admin team - ΙΣΤΟΡΙΑ, Πολιτική + Οικονομία - 10/05/2017

Το βιβλίο του βρετανού ιστορικού και συγγραφέα Πέρι Άντερσον «Η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι διανοητές της», το οποίο πραγματεύεται την πορεία της σκέψης εκείνων που χαράσσουν την αμερικανική εξωτερική πολιτική, τα δόγματα αλλά και τα πλαίσια στα οποία εντάσσονται οι αποφάσεις τους και οι προτάσεις τους προκειμένου να πείθουν τόσο την ηγεσία της «αυτοκρατορίας» όσο και την κοινή γνώμη, αλλά και οι τραγικές συνέπειες της πολιτικής αυτής σε λαούς ανά τον κόσμο, κυκλοφορεί τις επόμενες ημέρες από τις Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ. Σήμερα toPeriodiko.GR, προχωρά σε μια προδημοσίευση:

Πρόλογος

Τα δύο τμήματα του βιβλίου, «Αυτοκρατορία» (Imperium) και «Σύμβουλοι» (Consilium), προσφέρουν μια περιγραφή του αμερικανικού αυτοκρατορικού συστήματος που απλώνεται σήμερα σε όλο τον κόσμο. Είναι λογικό να ρωτήσει κάποιος ποια ιδιαίτερη συμβολή θα μπορούσε να έχει αυτή η μελέτη, σε ένα θέμα για το οποίο υπάρχει ήδη μεγάλη βιβλιογραφία που αποτελείται κυρίως από έργα διπλωματικής ιστορίας και γεωπολιτικής στρατηγικής.

Το πεδίο ανάλυσης της «Αυτοκρατορίας» διαφέρει από ένα μεγάλο μέρος των δύο προαναφερθέντων βιβλιογραφικών πεδίων ως προς τρεις πτυχές: τη χρονική, τη χωρική και την πολιτική. Η πρώτη διαφορά είναι ζήτημα χρονολογικής περιόδου. Για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, υπάρχει εκτεταμένο ερευνητικό έργο, μεγάλο μέρος του οποίου είναι υψηλότατης ποιότητας. Όμως το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο διαχωρισμός του σε ευρέως διακριτούς τρόπους ιστορικής γραφής – πρόκειται κυρίως για μελέτες της εδαφικής και υπεράκτιας επέκτασης των ΗΠΑ τον δέκατο ένατο αιώνα· για αναλύσεις της συμπεριφοράς των ΗΠΑ την εποχή της αντιπαράθεσής τους με την ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου· και για παρουσιάσεις της προβολής ισχύος των ΗΠΑ από την τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα. Αυτό που επιχειρείται, αντίθετα εδώ, είναι μια αλληλένδετη κατανόηση της δυναμικής της αμερικανικής στρατηγικής και διπλωματίας υπό τη μορφή ενός ενιαίου χρονολογικού τόξου που εκτείνεται, από τον πόλεμο στο Μεξικό μέχρι τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Η δεύτερη διαφορά είναι ζήτημα γεωγραφίας. Η μελέτη της άσκησης της αμερικανικής αυτοκρατορικής εξουσίας τείνει να επικεντρώνεται, είτε στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ σε αυτό που ήταν κάποτε ο Τρίτος Κόσμος των πρώην αποικιακών χωρών είτε στη μάχη με αυτό που ήταν κάποτε ο Δεύτερος Κόσμος των κομμουνιστικών κρατών. Συνολικά, έχει δοθεί λιγότερη προσοχή στους στόχους που επεδίωξε να πετύχει η Ουάσινγκτον εντός του Πρώτου Κόσμου, του ίδιου του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Στο παρόν βιβλίο γίνεται προσπάθεια παράλληλης εστίασης και στα τρία μέτωπα επέκτασης των ΗΠΑ.

Τέλος, υπάρχει και μια πολιτική διαφορά. Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας σχετικά με την αμερικανική αυτοκρατορική εξουσία, της ασκεί κριτική. Συνήθως, –αν και σε καμία περίπτωση αδιακρίτως όπως θα σημειώσω αργότερα– η κριτική αυτή είναι γραμμένη από οπτικές που μπορούν να θεωρηθούν με την ευρεία έννοια, αριστερές. Αντίθετα οι κυρίαρχοι πανηγυρισμοί για το ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο, είθισται να προέρχονται από το κέντρο και τα δεξιά του ιδεολογικού φάσματος. Ένα κοινό χαρακτηριστικό των αναλύσεων αριστερής οπτικής δεν είναι μόνο η κριτική της παγκόσμιας ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και η πεποίθηση ότι αυτή βρίσκεται σε εντεινόμενη παρακμή, αν όχι σε τελειωτική κρίση. Η ριζική αντίθεση απέναντι στην αμερικανική αυτοκρατορία, ωστόσο, δεν προϋποθέτει την επιβεβαίωση της επικείμενης κατάρρευσης ή υποχώρησή της. Η μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων, στο κέντρο της οποίας εξακολουθεί να βρίσκεται η ηγεμονία της αμερικανικής αυτοκρατορίας, πρέπει να αντιμετωπίζεται αντικειμενικά, χωρίς ευσεβείς πόθους.

Perry_Anderson_at_Fronteiras_do_Pensamento_Porto_Alegre

Το πόσο μακριά βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής ελίτ από οποιονδήποτε τέτοιο νηφάλιο απολογισμό είναι το θέμα που διαπραγματεύεται το δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου, «Σύμβουλοι», το οποίο εξετάζει την τρέχουσα σκέψη όσων χαράσσουν τη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Πρόκειται για ένα σύστημα σκέψης για το οποίο έχουν γραφτεί σχετικά λίγα πράγματα. Η παρούσα έρευνα προσφέρει μια πρώτη συνοπτική περιγραφή του. Σε αυτήν έχω προσθέσει, σε ένα παράρτημα, μια προηγούμενη παρουσίαση ενός από τους γνωστότερους διανοητές της εποχής του.

Χρωστάω τη συγγραφή των ενοτήτων «Αυτοκρατορία» και «Σύμβουλοι» στην επί ένα έτος παραμονή μου στο Institut d’Etudes Avancées στη Νάντη, όπου και ολοκλήρωσα τη δεύτερη ενότητα τον Οκτώβριο του 2013· οι ενότητες αυτές δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην επιθεώρηση New Left Review τον επόμενο μήνα. Στο διάστημα που έχει παρέλθει από τότε, στη διεθνή σκηνή κυριαρχούν μια σειρά εξελίξεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στην Άπω Ανατολή, οι οποίες αναθέρμαναν τη συζήτηση σχετικά με την κατάσταση της ισχύος των ΗΠΑ. Ένα σύντομο υστερόγραφο μελετά τα γεγονότα αυτά και τα αποτελέσματά τους που είναι ακόμη σε εξέλιξη.

Αυτοκρατορία

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η εξωτερική τάξη πραγμάτων της αμερικανικής ισχύος υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από το εσωτερικό πολιτικό σύστημα. Ο κομματικός ανταγωνισμός στην εγχώρια πολιτική σκηνή βασίστηκε σε αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, τα οποία συγκρούονταν με ιδιαίτερη οξύτητα παρά τη χαλαρότητα που διακρίνει το γενικότερο πλαίσιο θέσεών τους. Στην παγκόσμια αρένα, όμως, οι διαφορές ανάμεσα στα στρατόπεδα αυτά είναι πολύ λιγότερες. Οι κοινές προοπτικές και η συνέχεια ως προς τους στόχους καθιστούν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας ανεξάρτητη από την εσωτερική διακυβέρνηση.[1] Ως ένα βαθμό, η αντίθεση ανάμεσα στις δύο αυτές πτυχές έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στους ορίζοντες που θέτουν οι ηγεσίες ή οι εταιρείες και στους ορίζοντες που έχουν οι πολίτες σε όλες τις καπιταλιστικές δημοκρατίες – ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες σε τραπεζίτες και διπλωμάτες, αξιωματούχους και βιομηχάνους, από ό,τι σε ψηφοφόρους, και αντίστοιχα παράγει περισσότερο εστιασμένα και συνεκτικά αποτελέσματα.

Στην αμερικανική περίπτωση, αυτό προκύπτει επίσης και από δύο ακόμη τοπικές ιδιαιτερότητες: τον επαρχιωτισμό που διακρίνει ένα εκλογικό σώμα που διαθέτει ελάχιστη γνώση του έξω κόσμου, και ένα πολιτικό σύστημα που –σε μεγάλη αντίθεση με τον σχεδιασμό των ιδρυτών του– έχει σταδιακά δώσει ανεξέλεγκτη δύναμη στην εκτελεστική εξουσία όσον αφορά τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής. Δίνοντας την ελευθερία στην εκάστοτε προεδρία, η οποία συνήθως στο εσωτερικό εμποδίζεται από «νευρικά κοινοβούλια» να εκπληρώσει τους στόχους που έχει θέσει, να ενεργεί χωρίς αντίστοιχες πιέσεις στο εξωτερικό. Στη σφαίρα που δημιουργείται από αυτές τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης πολιτικής, αναπτύχθηκε από τα μέσα του αιώνα και μετά γύρω από την προεδρία μια στενή ελίτ εξωτερικής πολιτικής, καθώς και ένα διακριτό ιδεολογικό λεξιλόγιο που δεν έχει ανάλογό του στην εσωτερική πολιτική: δημιουργία απόψεων για την «υψηλή στρατηγική» που πρέπει να ακολουθηθεί από το αμερικανικό κράτος στις σχέσεις του με τον κόσμο.[2] Οι παράμετροι των αντιλήψεων αυτών τέθηκαν την περίοδο που η νίκη εμφανιζόταν στον ορίζοντα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μαζί με αυτήν και η προοπτική της πλανητικής εξουσίας.

anderson_usa policy_cover_front

Σύμβουλοι

Η βιβλιογραφία σχετικά με τη διαμόρφωση υψηλής στρατηγικής αποτελεί ένα ξεχωριστό τμήμα του έργου της αμερικανικής διανόησης, που χωρίζεται σαφώς από τη διπλωματική ιστορία ή την πολιτική επιστήμη, αν και περιστασιακά μπορεί να αντλεί στοιχεία από αυτές. Οι πηγές της βρίσκονται στην ελίτ ασφαλείας της χώρας, η οποία εκτείνεται στο γραφειοκρατικό σύστημα και τον ακαδημαϊκό χώρο, σε Ιδρύματα, δεξαμενές σκέψης, και ΜΜΕ. Σε αυτό το περιβάλλον, με παρουσία στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, στη Σχολή Kennedy School στο Harvard, στο Κέντρο Woodrow Wilson στο Princeton, στη Σχολή Nitze στο Johns Hopkins, στο Κολλέγιο Ναυτικού Πολέμου, στο Πανεπιστήμιο Georgetown, στα Ιδρύματα Brookings και Carnegie, στα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, για να μην αναφερθούμε στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και τη CIA, οι θέσεις εναλλάσσονται εύκολα, με τα άτομα να κινούνται απρόσκοπτα ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς θώκους, δεξαμενές σκέψης και κυβερνητικά γραφεία, ανεξάρτητα από το κόμμα που έχει τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Αυτό το «αμφίβιο» περιβάλλον παράγει έργο σχετικά με την εξωτερική πολιτική, έργο ξεχωριστό από την ακαδημαϊκή παραγωγή για την εγχώρια πολιτική, το οποίο είναι πιο περιορισμένο εντός των ορίων μιας επαγγελματικής πειθαρχίας και ενός μηχανισμού αξιολόγησης από ομοίους. Το έργο για την εξωτερική πολιτική είναι ένα έργο που τελικά μιλά κυρίως στον εαυτό του. Οι απαιτήσεις επάρκειας προκειμένου να συμμετάσχει κάποιος στον διάλογο για την εξωτερική πολιτική δεν είναι οι ίδιες με αυτές του διαλόγου για την εσωτερική πολιτική, εξαιτίας μιας διττής διαφοράς στο ακροατήριο: αξιωματούχοι από τη μία πλευρά, ένα μορφωμένο κοινό από την άλλη. Αυτό το σώμα είναι κυρίως συμβουλευτικό, υπό μία έννοια αν πάει κανείς πίσω στην Αναγέννηση, είναι οι σύμβουλοι του Πρίγκιπα. Οι ηγέτες δεν ανέχονται τους σχολαστικούς: οι συμβουλές που λαμβάνουν πρέπει να είναι ζωηρές και απέριττες. Στις σύγχρονες ΗΠΑ, οι ηγέτες έχουν πίσω τους ομάδες ανθρώπων που υπολογίζουν στην απόκτηση μιας λάμψης για τους δικούς τους λόγους. Οι δεξαμενές σκέψης, που κατέχουν κεντρική σημασία παγκοσμίως, απαλλάσσουν τους συνεργάτες τους από τη διδασκαλία και σε αντάλλαγμα περιμένουν από αυτούς κάποιο δημόσιο αντίκτυπο – στήλες, άρθρα γνώμης, talk shows, ευπώλητα βιβλία: έναν αντίκτυπο που προφανώς δεν αφορά όλον τον πληθυσμό, αλλά μία εύπορη μειοψηφία που ενδιαφέρεται για τέτοια ζητήματα. Το αποτέλεσμα αυτής της διττής δραστηριότητας είναι η παραγωγή βιβλιογραφίας που είναι λιγότερο ακαδημαϊκού ύφους, αλλά πιο ελεύθερη και ευφάνταστη –λιγότερο στρυφνή– από όσο η αντίστοιχη για την εγχώρια πολιτική.

Η αντίθεση αυτή έχει τις ρίζες της και στους τομείς επιρροής της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής. Οι πιο πολλοί Αμερικανοί ενδιαφέρονται περισσότερο για την εσωτερική πολιτική παρά για τη διπλωματία. Αλλά στο πολιτικό σύστημα στο εσωτερικό της χώρας οι αλλαγές είναι αργές, γίνονται μόνο με το πέρασμα του χρόνου, και λαμβάνουν χώρα εν μέσω επαναλαμβανόμενων θεσμικών αδιεξόδων του ενός ή του άλλου είδους. Είναι ένα σκηνικό μεγάλης απογοήτευσης και σπάνιων συγκινήσεων. Αντίθετα, το αμερικανικό ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ένα θέατρο συνεχούς δράματος – πραξικοπήματα, κρίσεις, εξεγέρσεις, πόλεμοι, έκτακτες ανάγκες παντός είδους· και εκεί, με εξαίρεση τις συνθήκες που πρέπει να εγκριθούν από το νομοθετικό σώμα, καμία απόφαση δεν βρίσκεται ποτέ σε τέλμα. Η εκτελεστική εξουσία μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί οι μάζες να μην ξυπνήσουν από τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις – ένα φαινόμενο σπάνιο, που το είδαμε στις περιπτώσεις της Κορέας ή του Βιετνάμ και ακροθιγώς στο Ιράκ.[3] Σε αυτήν την τεράστια ζώνη εν δυνάμει ανάληψης δράσης, η φαντασία των συμβούλων μπορεί να περιπλανάται –ακόμη και ανεξέλεγκτα– με μια ελευθερία που δεν υφίσταται στα ζητήματα που αφορούν το εσωτερικό της χώρας. Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα, τα οποία φυσικά ποικίλλουν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξωτερική πολιτική προσελκύει τη μεγαλύτερη πνευματική ενέργεια στον κόσμο της σκέψης.


[1] . Βλ. «Homeland», New Left Review 81, Μάιος­Ιούνιος 2013. Στις προεδρικές αναμετρήσεις είναι συχνές οι ρητορικές επιθέσεις προς τον αντίπαλο στον οποίο προσάπτεται αδυναμία ή κακή διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής. Και στη συνέχεια ο νικητής συνήθως συνεχίζει τα ίδια με τον προηγούμενο.

[2] . Ως προς τα πρόσωπα που απαρτίζουν τους φορείς εξωτερικής πολιτικής, βλ. την καλύτερη μελέτη του συμπλέγματος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ τον 20ό αιώνα, Thomas J. McCormick, America’s Half-Century, Βαλτιμόρη 1995, 2η έκδ., σελ. 13­15. Το ένα τρίτο αποτελείται από γραφειοκράτες καριέρας και τα δύο τρίτα από περιστασιακά μέλη που ασκούν συνήθως και μεγαλύτερη επιρροή, εκ των οποίων το 40% προέρχεται από επενδυτικές τράπεζες και εταιρείες, το άλλο 40% από δικηγορικά γραφεία, και η πλειοψηφία των υπολοίπων από τμήματα της πολιτικής επιστήμης.

[3] . Με τα λόγια ενός γνώστη εκ των έσω: «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και σε άλλες χώρες, η εξωτερική πολιτική είναι μια ενασχόληση ενός μικρού μόνο μέρους του πληθυσμού. Όμως, η πραγμάτωση οποιασδήποτε αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής απαιτεί την υποστήριξη του ευρύτερου κοινού. Ενώ για την ελίτ της εξωτερικής πολιτικής η ανάγκη για αμερικανική ηγεσία στον κόσμο είναι ένα ζήτημα παγιωμένης πεποίθησης, για το ευρύτερο κοινό η αφοσίωση στην παγκόσμια ηγεσία είναι πιο αδύναμη. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Γιατί η αφοσίωση στη λογική της παγκόσμιας ηγεσίας εξαρτάται από τις παρεμβάσεις αυτής της ηγεσίας στον υπόλοιπο κόσμο, και τις πιθανές συνέπειες ενδεχόμενης απουσίας της. Οι περισσότεροι Αμερικανοί, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι στις περισσότερες χώρες, δεν διαθέτουν την απαραίτητη πληροφόρηση για να διαμορφώσουν άποψη σχετικά με τα θέματα αυτά, επειδή δεν έχουν αρκετό ενδιαφέρον για να συλλέξουν πληροφορίες. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, συνεπώς, μοιάζει με μια εταιρεία όπου η διοίκηση –η ελίτ της εξωτερικής πολιτικής– πρέπει να πείσει τους μετόχους –το κοινό– να εγκρίνει δαπάνες»: Michael Mandelbaum, «The Inadequacy of American Power», Foreign Affairs, Σεπτ.­Οκτ. 2002, σελ. 67. Αρκεί να αναρωτηθούμε πόσες εταιρείες συμβουλεύονται τους μετόχους τους σχετικά με τις δαπάνες –στην περίπτωση αυτή, τις στρατιωτικές δαπάνες βεβαίως– για να δούμε τη συνάφεια της παρομοίωσης.

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.