Περιβαλλοντική υποβάθμιση στην αρχαιότητα και το Μεσαίωνα (Β' μέρος)

Τίποτα πιο καταστροφικό από την καπιταλιστική ανάπτυξη

| 19/12/2017

 

*Του Γιώργου Παπαλεξίου

Η οικολογική κρίση των τελευταίων δεκαετιών συνδέεται με την οικονομική οργάνωση και δραστηριότητα των νεώτερων κοινωνιών. Η κλιματική αλλαγή, η καταστροφή οικοσυστημάτων όπως τα τροπικά δάση, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων σε σημείο εξάντλησης, είναι περιπτώσεις που οι (κοινωνικές) επιπτώσεις τους εκδηλώνονται με «φυσικό» τρόπο. Πολλές φορές ακούμε για τη «μανία» ή την «εκδικητικότητα της φύσης», που όμως ευθύνεται κατ’ ελάχιστο δεδομένου ότι ο ανελέητος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων έχει οδηγήσει όχι μόνο στη στυγνή εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά και στην οικειοποίηση, σε τρομακτικό βαθμό, της φύσης, ώστε οι δυνάμεις της να χρησιμοποιηθούν στον «ιερό σκοπό» της αέναης συσσώρευσης αξίας και πλούτου.

Με άλλα λόγια η βάση των αιτιών της σύγχρονης περιβαλλοντικής κρίσης είναι κοινωνική. Το κεφάλαιο, σε σχέση με άλλες κυρίαρχες τάξεις ιστορικών περιόδων όπως η αρχαιότητα ή η φεουδαρχία, έχει ριζοσπαστικοποιήσει τη σχέση της οικονομίας με τη φύση, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την άνευ προηγουμένου καταστροφή της φύσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προγενέστεροι πολιτισμοί δεν προκάλεσαν αλλαγές στο περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι καταστροφές που προκλήθηκαν δεν μπορούν να συγκριθούν με ότι συμβαίνει σήμερα.  Στο προηγούμενο μέρος είχε γίνει μια καταγραφή των περιβαλλοντικών πιέσεων που ασκήθηκαν στη φύση, από  την προϊστορική εποχή και την αγροτική επανάσταση μέχρι τον πρώιμο μεσαίωνα. Στο δεύτερο μέρος θα εξετάσουμε τις περιβαλλοντικές καταστροφές κατά τη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης και κυρίως τον ύστερο καπιταλισμό.

The Harvesters

Η Πρωταρχική συσσώρευση

Οι κοινωνικές διεργασίες που προκάλεσε η κρίση συνετέλεσαν στην «απελευθέρωση» του δουλοπάροικου από τα δεσμά του και «η μετατροπή της φεουδαρχικής εκμετάλλευσης σε κεφαλαιοκρατική» (Μαρξ 2008:740)[i]. Το «ξερίζωμα» της φεουδαρχίας από την ύπαιθρο ήταν μία διαδικασία που ονομάστηκε πρωταρχική συσσώρευση[ii].  Η ανελέητη επίθεση στους δουλοπάροικους και τους μικροκαλλιεργητές και η βίαιη εκδίωξη τους από την ύπαιθρο, συνοδεύτηκε με τις περιφράξεις των κοινόχρηστων και εκκλησιαστικών γαιών και την καθολική απαλλοτρίωση από ότι παραγωγικό είχαν στη διάθεσή τους. Ήταν μία μακρόχρονη διαδικασία που συνοδεύτηκε από νομοθετήματα που απαγόρευαν την επαιτεία, καταργούσαν τα παραδοσιακά δικαιώματα στη χρήση γης και τον ελεύθερο χρόνο. Ο χρόνος που είχαν στη διάθεσή τους οι δουλοπάροικοι για να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές γιορτές περιορίστηκε καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκούσαν αρκετές εβδομάδες (Μαρξ 2008:759-767 & Perelman 2000: 17-18). Καθώς το εμπόριο και οι εγχρήματες συναλλαγές κέρδιζαν έδαφος καλλιεργούνταν σε ιδεολογικό, επιστημονικό και φιλοσοφικό επίπεδο η διάκριση μεταξύ ατομικής ιδιοκτησίας και των «Κοινών»[iii]. Οι πράξεις των φεουδαρχών και της ανερχόμενης αστικής τάξης συνοδεύονταν από την αναγκαία θεϊκή νομιμοποίηση δεδομένου ότι, κυρίαρχο ρεύμα σκέψης είναι η Φυσική Θεολογία, σύμφωνα με την οποία η τελεολογική κατανόηση του Θεού πρέπει να προέρχεται όχι από τα γραπτά της βίβλου, αλλά από την εξακρίβωση των μηχανιστικών νόμων της θείας πρόνοιας που κυριαρχούν στη φύση[iv].

Η υγεία στον Μεσαίωνα

Μια όψη της ζωής στον Μεσαίωνα αποτυπώνεται στο έργο του Πέτερ Μπρέγκελ «Η πάλη ανάμεσα στο καρναβάλι και στη νηστεία»

 

Ύστερος Μεσαίωνας

Στον ύστερο μεσαίωνα πραγματοποιούνται μία σειρά από εξερευνητικά ταξίδια. Η σταδιακή έξοδος των ευρωπαίων άνοιξε νέους εμπορικούς δρόμους  και νέες περιοχές αποικίστηκαν, αρχής γενομένης με τα νησιά που βρίσκονταν εγγύτερα στην Ευρώπη όπως οι Αζόρες, η Μαδέρα, το Πόρτο Σάντο και τα Κανάρια Νησιά[v]. Η αποίκηση όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση και στην αρχή του αποικισμού τα νησιά που προαναφέρθηκαν χρησιμοποιούνταν μόνο σαν ενδιάμεσοι σταθμοί. Εν τούτοις, στις Αζόρες, οι Πορτογάλοι μετέφεραν πρόβατα τα οποία έβοσκαν ελεύθερα και πολλαπλασιάστηκαν ταχύτατα και χρησιμοποιώντας τις εκτάσεις των νησιών για την καλλιέργεια και παραγωγή σιταριού και βαφικής ίσατης, αλλοίωσαν το φυσικό περιβάλλον των νησιών (Crosby 1991:73-74). Στο νησί Πόρτο Σάντο ο κυβερνήτης των πορτογάλων αποίκων, τη δεκαετία του 1420, άφησε ελεύθερα ένα θηλυκό κουνέλι με τα μικρά του με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν και να εξαπλωθούν ανεξέλεγκτα, κατατρώγοντας τα πάντα και αναγκάζοντας τους αποίκους να το εγκαταλείψουν (Crosby 1991: 75).

Όταν οι Πορτογάλοι έφτασαν στο νησί της Μαδέρας συνάντησαν τεράστιες εκτάσεις καλυμμένες με δάση, των οποίων η ξυλεία ήταν πολύτιμο εξαγώγιμο προϊόν αλλά εμπόδιζε την εγκατάσταση αγροτικών και κτηνοτροφικών μονάδων. Προκειμένου να δημιουργηθούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις οι άποικοι έβαλαν φωτιά σε μέρος του δάσους που τελικά κατέκαψε σχεδόν όλο το νησί. Αργότερα οι προσπάθειες τους στέφθηκαν με «επιτυχία» και εισήγαγαν χοίρους, βοοειδή, μελίσσια, σιτηρά καθώς και ζαχαροκάλαμα. Ένας βασικός λόγος της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων ήταν η παραγωγή ζάχαρης, η οποία απαιτούσε τεράστιες ποσότητες ξυλείας σαν καύσιμη ύλη για το βράσιμο του υγρού που έβγαινε από το ζαχαροκάλαμο. Οι καλλιέργειες ζαχαροκάλαμων απαιτούσαν σημαντικές ποσότητες νερού, το οποίο μεταφέρονταν μέσω των λεβάντας ένα δίκτυο με σήραγγες και αγωγούς μήκους 600 χιλιομέτρων, τη στιγμή που όλο το νησί είχε μήκος 60 χιλιόμετρα (Crosby 1991:78). Επίσης κατά τον αποικισμό των Κανάριων Νήσων, οι άποικοι επιβλήθηκαν τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στους τοπικούς πληθυσμούς (Γκουάντσι), προβαίνοντας σε γενοκτονίες ή μετατρέποντάς τους σε σκλάβους για να τους πουλήσουν ή να τους χρησιμοποιήσουν σε αγροτικές και άλλου είδους εργασίες (Crosby 1991:79-95)[vi].

Παρόμοιες ή και χειρότερες ήταν οι καταστροφές σε άλλες περιοχές. Μεταξύ του 1533 και 1572, με τους αποίκους ταξίδεψαν αρουραίοι που προκάλεσαν τρεις αλλεπάλληλες επιδημίες λοιμού στο Περού και κατέστρεψαν αμπέλια και χωράφια στην αποικία του Μπουένος Άιρες, ενώ στο Σύδνεϋ ο κυβερνήτης του υπολόγισε ότι χάθηκαν πάνω από 12.000 μονάδες αλεύρι και ρύζι (Crosby 1991:171-172). Οι επιπτώσεις στη χλωρίδα ήταν ανάλογες: Σε περιοχές της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας με την καλλιέργεια της γης εισήχθησαν ζιζάνια προκαλώντας σημαντικές μεταβολές στο τοπικό περιβάλλον, σε τέτοιο βαθμό που, ακόμα και σήμερα, το 60% των πιο διαδεδομένων ζιζανίων στον Καναδά να είναι ευρωπαϊκής προέλευσης όπως και τα 177 από τα 500 είδη ζιζανίων που ευδοκιμούν στις ΗΠΑ[vii].

τοπίο, δέντρο, φύση, δάσος, ουρανός, Νύχτα

Η βελτίωση των όρων διεξαγωγής του θαλάσσιου εμπορίου και η ανακάλυψη νέων θαλάσσιων εμπορικών οδών διευκόλυναν τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων[viii]. Η επέκταση του υπερπόντιου εμπορίου βοήθησε στην εκμετάλλευση αλλά και στην καταστροφή ή την υποβάθμιση πολλών οικοσυστημάτων αν δούμε τι συνέβη με το γουνεμπόριο. Από τα τέλη του 17ου αιώνα η αυξημένη ζήτηση για γούνες εξαφάνισε τους κάστορες από τα ορεινά μέρη της Πενσυλβανία. Οι γούνες των άτυχων ζώων εξάγονταν στην Αγγλία και μετά την επεξεργασία τους επανεισάγονταν με τη μορφή καπέλων για τους πλούσιους εμπόρους των αποικιών[ix]. Η απουσία των καστόρων προκάλεσε την εξαφάνιση των φραγμάτων και των ταμιευτήρων τους, προκαλώντας  τη δραστική αλλαγή στην οικολογία της περιοχής και επηρεάζοντας και άλλα είδη (πουλιά, σαρκοφάγα και άλλα υδρόβια είδη). Μόνο μέσα σε μία χρονιά  (1743) στο γαλλικό λιμάνι της Λα Ροσέλ, κέντρο του εμπορίου με τον Καναδά, εισήχθησαν τα δέρματα 127.000 καστόρων, 30.000 κουναβιών, 1.200 λύκων, 12.000 βιδρών, 110.000 ρακούν και 16.000 αρκούδων (Foster 1999: σελ. 42).

Όπως είδαμε η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου ήταν από το 15ο αιώνα κύριο συστατικό της οικονομίας των αποικιών της Μαδέρα και των Κανάριων νησιών με κύριο παραγωγικό συντελεστή την υπερεργασία των σκλάβων. Στο νησί Ισπανιόλα η σκληρή εργασία πραγματοποιούνταν από ινδιάνους σκλάβους, επειδή όμως οι πληθυσμοί αυτοί εξοντώθηκαν (μέχρι το 1518), άρχισε η μαζική εισαγωγή σκλάβων από την Αφρική (Foster 1999: 44). Καθώς η ζήτηση για ζάχαρη αυξάνονταν (ειδικά το 17ο και 18ο αιώνα), αυξάνονταν και η ζήτηση για εργασία δηλαδή για σκλάβους. Η επικερδής καλλιέργεια ζάχαρης εξαπλώθηκε σ τις ισπανικές αποικίες και στην πορτογαλική αποικία της Βραζιλίας, η οποία μετατράπηκε στην κυριότερη περιοχή παραγωγής ζάχαρης. Η αποδοτική καλλιέργεια και παραγωγή ζάχαρης απαιτούσε την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων των αποικιών και η αθρόα εισαγωγή σκλάβων άλλαξε για πάντα την πληθυσμιακή σύνθεση των αποικιών[x]. Μεταξύ του 1451 και 1600, περίπου 275.000 Αφρικανοί σκλάβοι στάλθηκαν σε Αμερική και Ευρώπη, ενώ το 17ο αιώνα, ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 1,5 εκατομμύριο. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις το 18ο αιώνα πάνω από 6 εκατομμύρια άνθρωποι μετατράπηκαν σε σκλάβοι που στάλθηκαν από την Αφρική στην Αμερική (Foster 1999: 44).

τοπίο, φύση, Ανθρωποι, ουρανός, εξοχή, λόφος

Για να γίνει κατανοητή η γενοκτονία που προκλήθηκε με την εγκατάσταση των Ευρωπαίων στην Αμερική θα αναφερθούν δύο παραδείγματα. Το 1519 οι ιθαγενείς του Μεξικού ήταν 25,3 εκατομμύρια αλλά το 1605 μετά βίας έφτανε το ένα. Στο Περού μέσα σε πενήντα χρόνια (1570- 1620) ο πληθυσμός από το 1,3 εκατομμύρια έπεσε στις 600.000 (Κρεμμυδάς 2006: 94-95). Καθώς ο πληθυσμός των ιθαγενών μειωνόταν και νέες «παρτίδες» σκλάβων εισάγονταν, οι συνολικές ποσότητες χρυσού και αργύρου, ειδικά από τα ισπανικά ορυχεία του Περού (Potosi) και του Μεξικού. Μεταξύ του 1506 και 1510 τα δρομολόγια των πλοίων που καταμετρήθηκαν και μετέφεραν πολύτιμα μέταλλα από Αμερική προς Σεβίλλη ήταν 226, ενώ το 1600 τα δρομολόγια έφτασαν τα 943 (Κρεμμυδάς 2006: 94). Οι Πορτογάλοι, μεταξύ 1699 και 1725, βελτιώνοντας τις τεχνικές εξόρυξης και εντατικοποιώντας την εργασία στα ορυχεία χρυσού της Βραζιλίας, αύξησαν τις συνολικές ποσότητες χρυσού που εξάγονταν στη Λισσαβόνα: από τα 725 κιλά ετησίως η παραγωγή έφτασε τους 20 τόνους (Κρεμμυδάς 2006:145). Όταν στις περιοχές αυτές, συμπεριλαμβανομένου της Ασίας και της Αφρικής, θα εμπλακούν οι Ολλανδοί, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι τα μεγέθη αυτά θα εκτιναχθούν αφού: «…σε όλη τη διάρκεια της αποικιοκρατίας μεταφέρθηκαν στην αμερικάνικη ήπειρο, από την Αφρική, 15-20 εκατομμύρια μαύροι […] το 63% κατά το 18ο αιώνα (Κρεμμυδάς 2006: 172). Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ετήσια παραγωγή αργύρου στην Αμερική θα αυξηθεί φτάνοντας τους 794 τόνους και η παραγωγή χρυσού των ορυχείων της Βραζιλίας, το 18ο αιώνα, τους 860 τόνους (Κρεμμυδάς 2006:193-194).

Η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου έκανε τη γη ευάλωτη στη ξηρασία και τη διάβρωση. Το 1690 τα δέντρα κάλυπταν περισσότερο από τα δύο τρίτα του, κατά τα άλλα εξωτικού, νησιού της Αντίγκουα στην Καραϊβική, αλλά μέχρι το 1751 είχε μετατραπεί σε καλλιεργήσιμο έδαφος[xi]. Η μονοκαλλιέργεια ζάχαρης περιόρισε την καλλιέργεια γεωργικών αγαθών που κάλυπταν τις διατροφικές ανάγκες του τοπικού πληθυσμού και αύξησε την εξάρτηση των αποικιών από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στα τέλη του 16ου αιώνα η Βραζιλία διέθετε πάνω από 120 εργοστάσια επεξεργασίας ζάχαρης αλλά η τροφή δεν αυξήθηκε. Η ζάχαρη, παρά τη σημασία της, ήταν μόνο ένας από τους πυλώνες του τριγωνικού (triangular) εμπορίου που διεξάγονταν μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Αμερικής, καθώς τα πλοία μετέφεραν αλάτι, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, πυροβόλα όπλα, χάντρες και ρούμι. Αυτά τα προϊόντα ανταλλάσσονταν αντί σκλάβων, οι οποίοι συσκευάζονταν στα πλοία, «σαν σειρές βιβλίων σε ράφια» μέχρι την Αμερική (Foster 1999: 46).

τοπίο, νερό, φύση, Ανθρωποι, ουρανός, γέφυρα

Το 17ο και 18ο αιώνα οι άποικοι στη Βιρτζίνια και το Μέριλαντ, εκκαθάρισαν μισό εκατομμύριο στρέμματα δάσους και εντατικοποίησαν την καλλιέργεια καπνού προκαλώντας εκτεταμένη διάβρωση του εδάφους κάτι που δυσχέραινε τους ίδιους, αναγκάζοντάς τους να αναζητήσουν νέα εδάφη που περιέφρασσαν ή πουλούσαν σε άλλους επίδοξους καλλιεργητές (Foster 1999: 46). Σε περιοχές της Βορείου Αμερικής όπως τη Νέα Αγγλία, η μείωση της γονιμότητας του εδάφους προκάλεσε οξύτατο λιμό μεταξύ των ινδιάνων (Foster 1999: 49). Η πρακτική εφαρμογή των αγροτικών μεθόδων των αποίκων, αποδείχτηκε πολύ κατώτερη από την πρακτική των ινδιάνων, οι οποίοι φυτεύοντας μαζί το καλαμπόκι, τα φασόλια και το σκουός καθιστούσαν την ινδιάνικη γεωργία πιο βιώσιμη[xii]. Στα τέλη του 18ου αιώνα, η σταδιακή αύξηση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ήταν ένας από τους παράγοντες για την «οικολογική επανάσταση» στις περιοχές της Νέας Αγγλίας και της Νέας Υόρκης, βοηθώντας τη μετάβαση από τον «παράκτιο μερκαντιλισμό και τη γεωργία επιβίωσης» στην καπιταλιστική γεωργία και τη βιομηχανία (Foster 1999: 49).

Η τιμή της γης αυξήθηκε και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις εξαπλώθηκαν προς τα δυτικά, εξαιτίας της πίεσης των εποίκων και των κερδοσκόπων (όπως ο Τζορτζ Ουάσιγκτον και ο Βενιαμίν Φραγκλίνος) προκαλώντας την αντίδραση των ινδιάνων (Foster 1999: 46) [xiii]. Οι συγκρούσεις με τους αποίκους θα καταλήξουν στην καταστροφή των ινδιάνων και ειδικά της φυλής των Ιροκέζων, οι οποίοι είχαν συνασπιστεί σε μία ομοσπονδία 6 εθνών για να αντιμετωπίσουν την απειλή των Γάλλων και των Άγγλων που εποφθαλμιούσαν την περιοχή τους (π.χ. Οχάιο). Μόλις οι Γάλλοι αποχώρησαν από τη Βόρεια Αμερική σε αντίποινα για τις επιθέσεις των Ιροκέζων, ο Ουάσιγκτον διέταξε μια εκστρατεία ολικής καταστροφής[xiv]. Οι εισβολείς εξεπλάγησαν από τις καλλιέργειες που κατέστρεψαν δεδομένου ότι υπήρχαν σε αφθονία καλαμπόκι, φασόλια, πατάτες, κολοκύθες, πεπόνια κ.α., ενώ οι καλαμποκιές έφταναν και τα 5 μέτρα. Υπήρχαν, ακόμα, μηλιές, ροδακινιές, κερασιές και οπωρώνες, ενώ το περιβόλι σε μια πόλη περιείχε 1.500 οπωροφόρα δέντρα. Τίποτα από όλα αυτά δεν έμεινε άθικτο και 40 πόλεις και οικισμοί κάηκαν (Foster 1999: 48).

The Harvesters

Η σημαντικότερη ίσως φυσική και δημογραφική μεταβολή στην ιστορία της Αμερικής ολοκληρώθηκε με τη μεταφορά ασθενειών στους αυτόχθονες πληθυσμούς. Οι ιθαγενείς της Αμερικής και της Αυστραλίας είχαν δικές τους ασθένειες (σύφιλη, ηπατίτιδα, πολιομυελίτιδα κ.α.) που οι συνέπειες δεν συγκρίνονταν με τις εισαγόμενες ασθένειες  όπως η ευλογιά και οι μολύνσεις του αναπνευστικού συστήματος. Η ευλογιά έκανε θραύση εξοντώνοντας το 1/3 των ιθαγενών του νησιού Ισπανιόλα, του Πόρτο Ρίκο, της Κούβας και της Νέας Αγγλίας καθώς και μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Αζτέκων και των Ίνκας σε σημείο όπου: «μεταξύ του 1520 και του 1530, η ευλογιά εκτεινόταν από την Πάμπα μέχρι τις Μεγάλες Λίμνες» (Crosby 1991: 171-173)[xv]. Οι ασθένειες αδυνάτιζαν την αμυντική ικανότητα και την συνοχή των τοπικών πληθυσμών και διευκόλυναν στις μάχες τους ευρωπαίους που μετανάστευσαν εκεί. Οι άποικοι αναζητώντας καλλιεργήσιμη γη, μετέτρεπαν συστηματικά τους ιθαγενείς σε σκλάβους ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Ενδεικτική είναι και η αφήγηση του πρώτου κυβερνήτη της αποικίας του κόλπου της Μασαχουσέτης: «Οι ιθαγενείς κοντεύουν να πεθάνουν όλοι από ευλογιά, λες κι ο Θεός θέλει να μας στερήσει όλα τα εργατικά χέρια που διαθέτουμε» (Crosby 1991: 184). Τα αποτελέσματα από άλλες ασθένειες ή αφροδίσια νοσήματα μείωσαν τις γεννήσεις και αύξησαν τα ποσοστά θανάτων των ιθαγενών από το Λαμπραντόρ μέχρι το Περού και τη δυτική Αυστραλία (Crosby 1991: 184).

Επίλογος

Είδαμε ότι ο ανθρώπινος μετασχηματισμός της φύσης, ανά τους αιώνες, οδήγησε σε αρκετές περιπτώσεις στην οικολογική κατάρρευση, ειδικά όταν ξεπερνιούνται ή δεν λαμβάνονται υπόψη τα στενά όρια μιας βιώσιμης, για το περιβάλλον και την ανθρώπινη κοινωνία, παραγωγής.  Η ιστορία των προ– καπιταλιστικών και προβιομηχανικών κοινωνιών είναι πλήρης από  παραδείγματα οικολογικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν αναδεικνύουν τη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ της εκμετάλλευσης της εργασίας και της περιβαλλοντικής λεηλασίας. Η κατάρρευση των προγενέστερων, του καπιταλισμού, πολιτισμών οφείλεται μόνο εν μέρει (ή και καθόλου) σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, καθώς τα αίτια α πρέπει να αναζητηθούν στην εσωτερική δομή και οργάνωση της εκάστοτε κοινωνίας.

Σήμερα, η οικολογική υποβάθμιση είναι απαραίτητη για το κεφάλαιο που κάνει πράξη τις διδαχές του διαφωτισμού που ανέδειξε τον «άνθρωπο» κυρίαρχο και χειραγωγό του πλανητικού οικοσυστήματος. Χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της φύσης για να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας και το κέρδος. Σκοπός του είναι η συσσώρευση πλούτου, προσδοκώντας ότι αυτή η διαδικασία θα είναι αέναη με όποιο κόστος (οικολογικό, κοινωνικό). Μια οικολογική, ανθρωπιστική καταστροφή όπως η πρόσφατη στη Μάνδρα της Αττικής, είναι ευκαιρία για το κεφάλαιο, ευκαιρία για νέες επενδύσεις. Κι ενώ μια περιβαλλοντική καταστροφή αφορά το σύνολο των μελών μιας κοινωνίας, οι ενδεχόμενες κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιπτώσεις επιδρούν διαφορετικά για κάθε μέλος αυτής. Και επειδή οι διαφοροποιήσεις ως προς την κατανομή του όποιου κόστους συνδέονται με τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι οι φτωχότεροι θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται περισσότερο.

Βιβλιογραφία

Ελληνική

  • Anderson, P. (2001), Από την αρχαιότητα στον Φεουδαρχισμό, Αθήνα: Οδυσσέας, Β’ Έκδοση
  • Crosby, F. A. (1991), Οικολογικός Ιμπεριαλισμός, Η Βιολογική επέκταση της Ευρώπης, 900-1900, Αθήνα: Κωσταράκης
  • Δήμου Βασιλική (2010), «Η εκμετάλλευση της χλωρίδας στην αρχαία Ελλάδα», στο Ευάγγελος Ι. Μανωλάς (επιμελ.), Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα, Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης: σελ. 57-63
  • Κρεμμυδάς, Βασίλης (2006). Εισαγωγή στην Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης (16ος – 20ος Αιώνας), Αθήνα: Τυπωθήτω\ Γιώργος Δαρδανός, Β’ Έκδοση
  • Μανώλας Ι. Ε., Καρανικόλα Π. Π. & Ταμπάκης Α. Σ., (2010), «Αποδάσωση και Διάβρωση του εδάφους στην αρχαία Ελλάδα» στο Ευάγγελος Ι. Μανωλάς (επιμελ.), Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα, Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης: σελ. 95-104
  • Μαρξ, Κ. (2008), Το Κεφάλαιο, Τόμος 1ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή
  • Μποτετζάγιας, Ι. (2010), Η ιδέα της φύσης- Απόψεις για το περιβάλλον από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, Αθήνα: Κριτική
  • Σκαναβή Κ. & Σακελλάρη Μ. (2010), «Στα δέντρα κατοικούσαν οι μυθικές δρυάδες…», στο Ευάγγελος Ι. Μανωλάς (επιμελ.), Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα, Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων  του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης: σελ. 1-10.
  • Tuma, H. Elias (2000), Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία, από το 10ο αιώνα ως σήμερα, Θεωρία και Ιστορία της Οικονομικής Μεταβολής, Τόμος Α’, Αθήνα: Gutenberg

Αγγλική

  • Bacon, F. (χ.χ.έ.), The Advancement of Learning, DODOPRESS
  • Crouzet, F.(2001), A History of the European Economy, 1000–2000, USA: The University Press of Virginia
  • Foster J. B. (1999α), Marx’s Theory of Metabolic Rift: Classical Foundations for Environmental Sociology, American Journal of Sociology, 105, p.366405, 1999
  • Foster, J. B. (1999β), The Vulnerable Planet. A Short Economic History of the Environment, New York: Monthly Review Press
  • Hoffmann, C. R. (1996), “Economic Development and Aquatic Ecosystems in Medieval Europe”, The American Historical Review, 101: 3, 631-669
  • Hughes, D. J. (1995), Pan’s Travail: Environmental Problems of Ancient Greeks and Romans, John Hopkins University Press, Baltimore
  • Moore, W. J. (September 2002), “The crisis of Feudalism, An Environmental History”, Organization & Environment, 15: 3, p.p. 301-322
  • Oelschlaeger, M. (1991), The idea of Wilderness: From prehistory to the Age of Ecology, Yale University press, New haven and London
  • Perelman, M. (2000), Classical Political Economy and the Secret History of Primitive Accumulation, Durham & London: Duke University Press
  • Wallerstein, Ι. (1974), The Modern World-System: Capitalist Agriculture and the Origins of the European World-Economy in the Sixteenth Century, Vol I, New York/London: Academic Press
  • Williams, Μ. (2000), “Dark ages and dark areas: global deforestation in the deep past”, Journal of Historical Geography, 26: 1, pp 28–46

[i] «Στην ιστορία της πρωταρχικής συσσώρευσης εκείνο που άφησε εποχή είναι όλες οι ανατροπές που χρησίμευσαν σαν μοχλοί για τη σχηματιζόμενη τάξη των κεφαλαιοκρατών, ιδίως όμως οι στιγμές όπου ξαφνικά και με τη βία μεγάλες μάζες ανθρώπων αποσπούνται από τα μέσα ύπαρξής τους και πετιούνται στην αγορά εργασίας σαν προγραμμένοι προλετάριοι. Τη βάση του όλου προτσές την αποτελεί η απαλλοτρίωση του παραγωγού της υπαίθρου, του χωρικού από τη γη του» (Μαρξ 2008: 740-741).

[ii] «Οι διάφορες μέθοδες της πρωταρχικής συσσώρευσης κατανέμονται σε λίγο- πολύ διαδοχική σειρά, ιδίως στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ολλανδία, στη Γαλλία και στην Αγγλία. Στα τέλη του 17ου αιώνα στην Αγγλία συνοψίζονται συστηματικά στο αποικιακό σύστημα, στο σύστημα των δημοσίων χρεών, στο σύγχρονο φορολογικό σύστημα και στο προστατευτικό σύστημα. Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται εν μέρει στην πιο ωμή βία, όπως είναι λ.χ. το αποικιακό σύστημα. Όλες όμως χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη βία της κοινωνίας, για να επιτυγχάνουν σαν σε θερμοκήπιο το προτσές της μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό. Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούργια. Η ίδια η βία είναι οικονομική δύναμη» (Μαρξ 2008: 776).

[iii] «Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική , η εξόντωση το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή για το κυνήγι Μαύρων για το δουλεμπόριο, χαρακτηρίζουν την χαραυγή της κεφαλαιοκρατικής παράγωγης. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Μαρξ 2008: 775).

[iv] Η έννοια της Φυσικής Θεολογίας εμφανίστηκε στα τέλη του 16ου και 17ου αιώνα και αναπτύχθηκε από θεολόγους προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού μέσω της μελέτης της φύσης και την κατανόηση των φαινομένων της. Τις ρίζες της μπορούμε να τις βρούμε στους Στωικούς φιλοσόφους και στην απάντησή τους στην κριτική του Επίκουρου στη θρησκεία. Ο, κατά βάσει άθεος και επικριτής τελεολογικών σχεδίων, Φράνσις Μπέικον, παρέχει τον εξής ορισμό: « Η Θεϊκή Φιλοσοφία ή η Φυσική Θεολογία είναι η γνώση ή η στοιχειώδη γνώση σχετικά με το Θεό, η ύπαρξη του οποίου μπορεί να [επιβεβαιωθεί] από την μελέτη των πλασμάτων του…» (Bacon χ. χ. έ.: 73).

[v] Η επέκταση των ευρωπαίων προς τα δυτικά αύξησε τον οικονομικό χώρο της Ευρώπης και κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, να υπερδιπλασιαστεί σε έκταση, φτάνοντας τα 7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα (Wallerstein 1974: 68), ενώ η αγροτική εργασία έπεσε κατά 80% μεταξύ του 1500 και του 1650 (Webb 1964: 17-18) στο (Moore 2002: 313).

[vi] Το έργο των αποίκων υποβοηθήθηκε και από τις μεταδοτικές ασθένειες που μετέφεραν στους ιθαγενείς, άθελά τους, όπως η βουβωνική πανώλη. Τα Κανάρια νησιά μετατράπηκαν σε ένα τεράστιο αγρόκτημα όπου καλλιεργούνταν μια σειρά εξαγώγιμων προϊόντων για τις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ ενδεικτικό της αλλαγής του περιβάλλοντος ήταν ο μεγάλος αριθμός καμηλών (4.000) και γαϊδουριών που μετέφεραν οι άποικοι. Μάλιστα, ο αριθμός των γαϊδουριών ήταν τόσο μεγάλος που στην Λα Πάλμα οι άποικοι αναγκάστηκαν να εξολοθρεύσουν χιλιάδες από αυτά (Crosby 1991: 91).

[vii] Στην Αυστραλία ο συνολικός αριθμός των φυτικών ειδών που εγκλιματιστήκαν έφτασε τα 800 στην πλειοψηφία τους ευρωπαϊκά (Crosby 1991:149).

[viii] Οι πορτογαλικές αποικίες της Αφρικής κατά τον 16ο αιώνα παρήγαγαν σε ετήσια βάση 700 κιλά χρυσού, 205 τόνους πιπεριού και εξήγαγαν κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα 13.000 σκλάβους. Οι Πορτογάλοι έλεγχαν την αγορά μπαχαρικών της Ινδίας και της Ινδοκίνας έχοντας στα επόμενα χρόνια να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό της Ολλανδίας και της Αγγλίας και χάνοντας αργότερα τον έλεγχο αυτών των περιοχών (Κρεμμυδάς 2006: 90-91).

[ix] Έχει εκτιμηθεί ότι μόνο τον 17ο αιώνα μεταξύ 10 και 15 εκατομμύρια κάστορες είχαν θανατωθεί για τη γούνα τους στη Βόρεια Αμερική (Foster 1999: 43).

[x] «Φυσικά, η μεταχείριση των ιθαγενών ήταν πιο εξωφρενική στις φυτείες που προορίζονταν για το εξαγωγικό εμπόριο, όπως λχ. στις Δυτικές Ινδίες και στις πλούσιες και πυκνοκατοικημένες χώρες, όπως το Μεξικό και οι Ανατολικές Ινδίες, που είχαν παραδοθεί στο έλεος της ληστείας και των δολοφονιών. Ωστόσο ούτε και στις καθαυτό αποικίες δεν διάψευσε τον εαυτό του ο χριστιανικός χαρακτήρας της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Μαρξ 2008:778).

[xi]«Η ζάχαρη … κατέστρεψε τη βορειοανατολική Βραζιλία…. Αυτή η περιοχή με τροπικά
δάση μετατράπηκε σε σαβάνα. Φυσικά διαμορφωμένη για την παραγωγή τροφίμων, έγινε τόπος πείνας. Εκεί που τα πάντα πλουσιοπάροχα άνθιζαν, το καταστροφικό και επικυρίαρχο όλων αγρόκτημα άφησε στείρες πέτρες, ξεπλυμένο χώμα, διαβρωμένα εδάφη. Στην αρχή υπήρχαν φυτείες με πορτοκάλια και μάνγκο, όμως αυτά αφέθηκαν στην τύχη τους, ή περιορίστηκαν σε μικρά περιβόλια γύρω από το σπίτι του ιδιοκτήτη του ζαχαρόμυλου, αποκλειστικά για την οικογένεια του λευκού καλλιεργητή. Η φωτιά χρησιμοποιήθηκε για να καθαρίσει η γη για τις φυτείες ζαχαροκάλαμου, καταστρέφοντας την πανίδα μαζί με τη χλωρίδα: ελάφια, αγριογούρουνα, τάπιρος, κουνέλια, πάκας, Αρμαντίλο όλα εξαφανίστηκαν. Όλα θυσιάστηκαν στο βωμό της μονοκαλλιέργειας ζαχαροκάλαμου» Eduardo Galeano (1973) στο Foster (1999: 45).

[xii] Στα 1650 ένας Γάλλος Ιησουίτης ιερέας αναφέρει για τους ινδιάνους: «Δεν χρειάζονται πτωχοκομεία επειδή δεν είναι ούτε επαίτες ούτε άποροι … Η καλοσύνη, η ανθρωπιά και η ευγένειά τους όχι μόνο τους καθιστά φιλελεύθερους με ό, τι έχουν, αλλά τους αναγκάζει να μην έχουν [ατομική ιδιοκτησία], εκτός από τα κοινά (Foster 1999: 47).

[xiii] Σύμφωνα με τον ιστορικό Anthony Wallace: «Οι κερδοσκόποι γης είδαν τη δυνατότητα τεράστιων κερδών από την πώληση, σε χιλιάδες εποίκους και μεμονωμένους επιχειρηματίες, ακατέργαστης ξυλείας και αγροτικής γης, υδάτινων οδών, μύλων, λιμανιών κ.α. (Foster 1999: 49)
Με την παρότρυνση των αρχηγών των ινδιάνων Ντελαγουέρ και Σενέκα, πάνω από 12 ινδιάνικα έθνη αντιστάθηκαν στην αποικιακή εισβολή και επιτέθηκαν στα Βρετανικά φυλάκια του Οχάιο (Foster 1999: 45).

[xiv] Μόλις 3 χρόνια μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας και συγκεκριμένα στις 31 Μάη του 1779, διέταξε το στρατηγό Sullivan να στραφεί κατά των 6 ινδιάνικων εθνών με αντικείμενο την άμεση και ολική καταστροφή και ερήμωση των οικισμών τους καθώς και τη σύλληψη όσο το δυνατόν περισσότερων κάθε ηλικίας και φύλου με προϋπόθεση να καταστρέψουν τις σοδιές και να προλάβουν την, εκ νέου, καλλιέργειά τους (Foster 1999: 47- 48)

[xv] Η ευλογιά, μεταξύ του 1630-1640 μείωσε τον πληθυσμό των ινδιάνικων φυλών Χιούρον και των Ιροκούα κατά 50%, σκότωσε περισσότερους από 100.000 ιθαγενείς στο Ρίο ντε λα Πλάτα, ενώ το 17ο αιώνα υπάρχει αίτημα του κυβερνήτη του Μπουένος Άιρες προς τον Ισπανό βασιλιά να μεταφέρει νέους μαύρους σκλάβους εκεί, επειδή η ευλογιά είχε αφανίσει τους περισσότερους ιθαγενείς  (Crosby 1991: 180-181)

ola