Τα νησιά φανερώνουν θαυμαστά σπαράγματα της ιστορικής μνήμης!

Η εντυπωσιακή αρχαιολογική περιπέτεια, από τα βάθη της θάλασσας μέχρι τις κορφές των βουνών

| 18/08/2016

Στους σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, η Αρχαιολογική Υπηρεσία, οι άνθρωποί της κάθε ειδικότητας, επιμένουν παρά και ενάντια στην συστηματική και εκ του πονηρού απαξίωση, συκοφάντηση, υποβάθμιση – σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων και απολαβών – παρά και ενάντια στην εξοντωτικές ελλείψεις σε χέρια και υλικοτεχνικές υποδομές και στον σαφή προσανατολισμό του κράτους προς την πλήρη εμπορευματοποίηση του πολιτισμού, να προσφέρουν τον καλύτερο εαυτό τους για την αποκάλυψη, έρευνα και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του λαού, προς όφελός του. Από αυτή την άποψη, οι περιοδικές ανακοινώσεις – αναφορές για την δουλειά τους, πέρα από τον προφανή παιδευτικό τους χαρακτήρα, συνιστούν και την καλύτερη απάντηση στην αγοραία αντίληψη για την πολιτιστική διαχείριση.

Ας σταθούμε λοιπόν για λίγο να θαυμάσουμε αυτόν τον αγώνα, αλλά και τον πλούτο των υλικών σπαραγμάτων και τεκμηρίων της συλλογικής ιστορικής μνήμης, όπως αυτά αποτυπώνονται στις ανακοινώσεις των τελευταίων μηνών. Είναι δικός μας πλούτος και μόνο αν τον γνωρίσουμε θα αντιληφθούμε την ανεκτίμητη αξία του και θα πειστούμε για την ανάγκη να τον διαφυλάξουμε για τις επόμενες γενιές και όχι για τις «ορδές» των «συλλεκτών», των «χορηγών» και των εμπόρων της μνήμης.

Αναστήλωση του αρχαϊκού ναού του ιερού στο Δεσποτικό

Αναστήλωση του αρχαϊκού ναού του ιερού.

Σημαντικά συμπεράσματα στο Δεσποτικό

Ιδιαίτερα σημαντικά για την ιστορία και την τοπογραφία του ιερού του Απόλλωνα στο ακατοίκητο νησί Δεσποτικό, δυτικά της Αντιπάρου, είναι τα αποτελέσματα της ανασκαφής που διήρκησε από τις 30 Μαΐου έως τις 8 Ιουλίου 2016.

Η συστηματική έρευνα στη θέση Μάντρα, που ξεκίνησε το 1997 από τον αρχαιολόγο Γ. Κουράγιο (Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων), έχει φέρει στο φως ένα εκτεταμένο αρχαϊκό ιερό – το μεγαλύτερο στις Κυκλάδες μετά από αυτό της Δήλου – που άκμασε τον 6ο αι. π. Χ. και μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί δεκαπέντε κτίρια, βοηθητικά για τον ναό και το τελετουργικό εστιατόριο. Το κέντρο της λατρείας ήταν ένα προστατευμένο με περίβολο τέμενος, στο οποίο δέσποζε ο μαρμάρινος πρόστυλος ναός και δίπλα σε αυτόν το τελετουργικό εστιατόριο, μια μοναδικότητα που δημιούργησαν οι παριανοί στα αρχαϊκά χρόνια. Η πρωιμότερη, όμως, χρήση του χώρου ανάγεται στη Γεωμετρική περίοδο.

Φέτος ολοκληρώθηκε η ανασκαφή των δύο πρωιμότερων κτισμάτων που έχουν έρθει στο φως ακριβώς μπροστά από τον στυλοβάτη του αρχαϊκού ναού και του αρχαϊκού λατρευτικού κτηρίου Δ. Συγκεκριμένα, ακριβώς νότια του κτηρίου Δ ολοκληρώθηκε η ανασκαφή του αποσπασματικά σωζόμενου αψιδωτού ή ελλειψοειδούς κτηρίου Ο, που ανήκει στον ύστερο 9ο ή το πιθανότερο στον πρώιμο 8ο αι. π.Χ. (γεωμετρική εποχή). Νότια του κτηρίου Ο και μπροστά από το στυλοβάτη του αρχαϊκού ναού είχε εντοπιστεί το 2012 τμήμα του ορθογώνιου κτηρίου Ξ που χρονολογείται στις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. π.Χ. και το οποίο φαίνεται πως κατέστρεψε το κτήριο Ο. Βόρεια των κτηρίων ήρθε στο φώς στρώμα με πληθώρα οστών και γραπτής κεραμικής που χρονολογείται από τον 8ο έως τον 6ο αι. π.Χ., το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως γέμισμα για την οικοδόμηση του αρχαϊκού κτιρίου Δ. Μέσα σε αυτό εντοπίστηκαν πληθώρα μεταλλικών αντικειμένων, πήλινα ειδώλια, σκαραβαίοι κ.α.

Νότια του τεμένους η ανασκαφική έρευνα προχώρησε σε έκταση και βάθος στα κτήρια Μ και Ν που είχαν μερικώς ανασκαφεί το 2015, ενώ ήρθε στο φως ένα ακόμη κτήριο, το κτήριο Π με ναόσχημη κάτοψη διαστάσεων 9,90 Χ 6,20μ.. Χρονολογείται στον 6οαι.π.Χ. Έγινε σαφές ότι από την αρχαϊκή περίοδο έως και τα ύστερα κλασικά χρόνια λειτούργησε ένα μεγάλο και πολύπλοκης κάτοψης κτηριακό συγκρότημα εκτάσεως περί τα 350 τ.μ. που γνώρισε πολλές κατασκευαστικές φάσεις και αποτελούταν από τα κτίρια Μ, Ν και Π.

Ενδιαφέρον παρουσίασαν τα αποτελέσματα της ανασκαφής στο λεγόμενο αίθριο του κτηρίου Μ, καθώς διαπιστώθηκε ότι αρχικά εκεί υπήρχε μία μνημειακών διαστάσεων κτιστή κατασκευή (5 Χ 9,50 μ), οριζόμενη από τέσσερις ισχυρούς τοίχους ύψους 1,50μ. Πιθανότατα, να πρόκειται για κάποιο είδος δεξαμενής, πολύ ιδιαίτερης και προσεγμένης κατασκευής. Η δεξαμενή αυτή καταργήθηκε σταδιακά έως τον 4οαι. π.Χ και καταχώθηκε με λίθους και πληθώρα κεραμικής, που χρονολογείται από τον 7ο έως και τον 4οαι. π.Χ. Τότε, πιθανότατα, κτίστηκαν και τα δωμάτια του κτηρίου Μ και το μικρό πρόπυλο στη νότια πλευρά του, ενώ η επιχωματωμένη κατασκευή λειτούργησε ως αίθριο του κτηρίου αυτού. Την ίδια περίοδο, κτίζονται και τα τέσσερα δωμάτια νότια και ανατολικά του πρόπυλου και του αιθρίου, που ήρθαν στο φως με τις φετινές έρευνες. Δύο αυτά σώζουν επιμελώς κατασκευασμένα πλακόστρωτα δάπεδα και συνεχίζονται με άλλα δωμάτια προς τα νότια.

Έξω από το τέμενος, μεταξύ των κτηρίων Β και Ζ, εντοπίστηκε τμήμα ενός ακόμη κτηρίου, ισχυρής κατασκευής και μεγάλων διαστάσεων, του οποίου η ανασκαφή θα συνεχιστεί το 2017. Τέλος, αποκαλύφθηκε ισχυρή κατασκευή, ένα είδος τειχισμένου – προστατευτικού περιβόλου, μήκους 25 μέτρων και πλάτους 1,10, που κτίστηκε στα αρχαϊκά χρόνια, την περίοδο λειτουργίας του ιερού, για να προστατέψει τα βοηθητικά κτήρια εκτός του τεμένους. Ο περίβολος είχε κατεύθυνση από το λιμάνι προς το ιερό τέμενος.

Εκτός από την πληθώρα θραυσμάτων γραπτών και άβαφων αγγείων που χρονολογούνται από τον ύστερο 9ο έως τον 4οαι.π.Χ, από τα ευρήματα της φετινής ανασκαφικής έρευνας αξίζει να αναφερθούν: περισσότερα από 40 λυχνάρια, 25 βάσεις σκύφων και φιαλών με εγχάρακτες επιγραφές του ονόματος του Απόλλωνα, ενεπίγραφο όστρακο του 6ουαι. π.Χ με παράσταση άθλου του Ηρακλή, θραύσματα μελανόμορφων αρχαϊκών κυλίκων με παραστάσεις πολεμιστών, ερυθρόμορφοι κρατήρες αττικού εργαστηρίου κλασσικής εποχής – έργα εξαίρετων ζωγράφων- με παραστάσεις Διονύσου, σατύρων και μαινάδων, κορινθιακοί αρύβαλλοι και αλάβαστρα, γεωμετρικά ζωόμορφα ειδώλια, σκαραβαίοι – σφραγιδόλιθοι, χάλκινες πόρπες αλλά και πέντε θραύσματα κάτω άκρων αρχαϊκών κούρων, που έρχονται να προστεθούν στα ήδη 75 γνωστά θραύσματα γλυπτών.

Μετά και τις φετινές έρευνες, είναι ξεκάθαρη η ιδιαίτερα μεγάλη έκταση, που καταλάμβανε το ιερό στη χερσόνησο του Δεσποτικού, αντίστοιχη της υψηλής επισκεψιμότητάς του, η οποία επέβαλε και τις συνεχείς μετασκευές και επεκτάσεις έως και τα ύστερα κλασικά χρόνια.

Στις ανασκαφικές έρευνες συμμετείχε, εκτός από τα μέλη της επιστημονικής ομάδας (Κ. Νταϊφά, Α. Αλεξανδρίδου, Ν. Βέλλη, A. Ohnesorg, Γ. Ορεστίδης, Γ. Καράμπαλης κ.α), μεγάλος αριθμός φοιτητών και αρχαιολόγων από πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού (CYA, Birkbeck College, University of Salerno, University of Genova, Πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλίας, Κρήτης, Ιωαννίνων, κ.α.).

Παράλληλα με τις ανασκαφικές έρευνες συνεχίστηκαν και οι αναστηλωτικές εργασίες. Συγκολλήθηκε από τέσσερα κομμάτια ο μαρμάρινος κίονας του εστιατορίου, ο οποίος είχε μεταφερθεί από το νησάκι Στρογγυλό το 2015, έγιναν εκμαγεία αρχαίων σπονδύλων του εστιατορίου και του ναού, τοποθετήθηκε ο δεύτερος καθ’ ύψος σπόνδυλος του νοτιότερου κίονα της κιονοστοιχίας του ναού, τέσσερις νέοι μαρμάρινοι στυλοβάτες του ναού, μήκους 9 μέτρων, καθώς και νέοι μαρμάρινοι πλίνθοι στη νότια παραστάδα του ναού. Συμπληρώθηκε με νέες και αρχαίες μαρμάρινες πλίνθους η πρόσοψη των δωματίων του αρχαϊκού ναού αλλά και του εστιατορίου. Σημειώθηκε σημαντική πρόοδος με τις ταυτίσεις και συγκολλήσεις αρχαίων και νέων μελών, μία από τις πιο δύσκολες και απαιτητικές εργασίες του αναστηλωτικού προγράμματος. Πολλά από αυτά συνδέθηκαν με ράβδους τιτανίου και θα συμπληρωθούν με νέο υλικό. Το μνημείο έχει αρχίσει πλέον να συμπληρώνεται καθ’ ύψος με αποτέλεσμα να δίνεται η τρίτη διάσταση και να γίνεται πλέον κατανοητός ο μνημειακός χαρακτήρας του επιβλητικού αυτού μαρμάρινου ναού της αρχαϊκής περιόδου.

Παράλληλα με τις αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν και εργασίες συντήρησης τοιχοποιιών στα κτίρια Α, Β και Ε από τον συντηρητή της Εφορείας Αρχαιοτήτων Γ. Καράμπαλη. Τέλος, μετά την κατάχωση των πρώιμων κτισμάτων μπροστά στον αρχαϊκό ναό, η οποία επιβλήθηκε από την ανάγκη προστασίας των αρχαίων καταλοίπων, διαμορφώθηκε αποστραγγιστικό σύστημα, κατά μήκος του λατρευτικού κτιρίου Α, για την απομάκρυνση των υδάτων έξω από το χώρο της ανασκαφής.

Εκπληκτικός ενάλιος πλούτος στους Φούρνους Ικαρίας

Από 8 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου ολοκληρώθηκε η δεύτερη περίοδος της ενάλιας αρχαιολογικής έρευνας της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στους Φούρνους Ικαρίας. Η έρευνα αυτή έχει σκοπό τον εντοπισμό, καταγραφή, τεκμηρίωση και μελέτη αρχαίων και μεσαιωνικών ναυαγίων στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Φούρνων.

Εντοπίστηκαν και τεκμηριώθηκαν ίχνη από 23 συνολικά ναυάγια που χρονολογούνται από το τέλος της αρχαϊκής περιόδου έως και τον 19ο αιώνα. Ο συνολικός αριθμός των εντοπισμένων και τεκμηριωμένων ναυαγίων μαζί με τα 22 ήδη διερευνημένα ναυάγια που καταγράφηκαν το 2015 ανέρχεται έτσι στα 45, καθιστώντας το αρχιπέλαγος των Φούρνων την πλουσιότερη σε αρχαία ναυάγια θάλασσα της Ελληνικής Επικράτειας και μία από τις πλουσιότερες θάλασσας της Μεσογείου. Εκτός των ναυαγίων καταγράφηκαν εκατοντάδες μεμονωμένα ευρήματα, κυρίως απορρίψεις κεραμικής και άγκυρες, αψευδείς μάρτυρες της έντασης και έκτασης της ναυσιπλοΐας και εμπορευματικής διακίνησης στο καίριο αυτό ναυτικό σταυροδρόμι του ανατολικού Αιγαίου.

Στα πλέον αξιόλογα ευρήματα της έρευνας του 2016 συμπεριλαμβάνονται ένα ναυάγιο με κώους αμφορείς, χρονολογούμενο στα μέσα της ελληνιστικής περιόδου, ένα ναυάγιο ύστερης αρχαϊκής/πρώιμης κλασικής περιόδου με φορτίο αμφορέων από το ανατολικό Αιγαίο, ένα ναυάγιο ρωμαϊκών χρόνων με φορτίο αμφορέων από τη Σινώπη της Μαύρης Θάλασσας, ένα ναυάγιο με αμφορείς από τις ρωμαϊκές κτήσεις της βορείου Αφρικής χρονολογούμενο στον 3ο – 4ο αιώνα μ.Χ. και ένα ναυάγιο με φορτίο επιτραπέζιας κεραμικής παλαιοχριστιανικών χρόνων, προερχόμενο επίσης από την Βόρειο Αφρική. Επίσης δύο λίθινοι στύποι (αντίβαρα) αρχαϊκών αγκυρών, οι μεγαλύτεροι του είδους τους που έχουν βρεθεί έως σήμερα στο Αιγαίο. Η εκτενής ποικιλομορφία των φορτίων και η εύρεση πολλών ναυαγίων με επείσακτα, εκτός Αιγαίου, φορτία, φαίνεται να επιβεβαιώνει τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας του 2015: οι Φούρνοι, ένα άσημο νησί, λησμονημένο από τις αρχαίες πηγές, αποτέλεσαν λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και του πολυσχιδούς των ακτών τους, που διευκολύνουν την προσόρμιση πλοίων υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, έναν θαλάσσιο κόμβο υπερ-τοπικής σημασίας που συνδέεται με ένα ευρύτερο δίκτυο θαλασσίων διαδρομών κατά την αρχαιότητα.

Καίριας σημασίας για την επιτυχία της έρευνας υπήρξε η ευαισθητοποίηση του τοπικού πληθυσμού και η εκτενής συλλογή πληροφοριών από την κοινότητα των αλιέων και δυτών των Φούρνων και σπογγαλιέων από την Κάλυμνο, οι οποίοι παρείχαν αφειδώς πληροφορίες για την ύπαρξη αρχαιοτήτων στο βυθό και οδήγησαν στον γρήγορο εντοπισμό τους.

Υπολογίζεται ότι η περιοχή που διερευνήθηκε αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό μικρότερο από το 15% της συνολικής ακτογραμμής που περιβάλλει το νησιωτικό σύμπλεγμα των Φούρνων, η δε συνέχεια της έρευνας κατά τα επόμενα έτη θα οδηγήσει στον εντοπισμό ενός ακόμα μεγαλύτερου αριθμού ναυαγίων, επιτρέποντας την διαχρονική κατανόηση της χρήσης του θαλασσίου χώρου και την διεξοδική μελέτη της ναυσιπλοΐας και εμπορευματικής διακίνησης στο αρχιπέλαγος των Φούρνων.

Εκτιμάται πως η επιφανειακή έρευνα για τον εντοπισμό ναυαγίων θα ολοκληρωθεί το έτος 2018. Στη συνέχεια, και λαμβάνοντας πλέον υπόψη τα συνολικά δεδομένα των εντοπισμένων ναυαγίων, η έρευνα θα εστιαστεί στην ανασκαφική διερεύνηση ναυαγίων σημαίνουσας ιστορικής σημασίας.

Ναυάγιο των Αντικυθήρων

Από 22 Μαΐου μέχρι 11 Ιουνίου 2016 η επιστημονική ομάδα της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων και του αμερικάνικου Ωκεανογραφικού Ινστιτούτου Woods Hole, η οποία ερευνά το Ναυάγιο των Αντικυθήρων, ολοκλήρωσαν μια ακόμα ερευνητική αποστολή με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Σε πρώτη φάση συνεχίστηκε η συστηματική ανασκαφή, η οποία ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο. Παράλληλα διενεργήθηκαν δοκιμαστικές τομές σε διάφορα σημεία, σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν τα όρια του χώρου, όπου βρισκόταν η κύρια συγκέντρωση του φορτίου και πιθανόν λείψανα του ίδιου του πλοίου.

Η μεγάλη διασπορά της κεραμικής, το μεγάλο βάθος καθώς και η διατάραξη, που έχει επιφέρει η ανέλκυσή του 1900 και η ανασκαφή του 1976, κάνουν το έργο αυτό δύσκολο. Εν τούτοις, με τη δυνατότητα της ακριβούς τοποθέτησης κάθε πληροφορίας στον εξαιρετικά λεπτομερή ψηφιακό χάρτη του χώρου (GIS), η κατανόηση των ορίων του ναυαγίου γίνεται όλο και καλύτερη. Σε αυτό συμβάλλει και η μηχανική ανίχνευση στοιχείων κάτω από την επιφάνεια του πυθμένα, τα οποία δίνουν την εικόνα της διασποράς του κεραμικού φορτίου, αλλά και των μεταλλικών στοιχείων του ίδιου του πλοίου, όπως καρφιά, σκωρίες σιδήρου, τμήματα της επιμολύβδωσης, κοκ.

Τα 60 περίπου ευρήματα βρέθηκαν σε 55 μέτρα βάθος και έχουν ως εξής:

Ένα δεύτερο χάλκινο δόρυ με την αιχμή, σε συνέχεια του πρώτου που εντοπίστηκε το 2014, τέσσερα θραύσματα μαρμάρινων αγαλμάτων, από τα οποία ξεχωρίζει ένας καρπός αριστερού χεριού. Η απόληξη ενός ποδιού από ξύλινο έπιπλο με χάλκινη επένδυση, θραύσματα από γυάλινα αγγεία και άλλα από φυσητό γυαλί τύπου millefiori, αμφορείς, μία λάγυνος, μία οινοχόη και ένα χρυσό δακτυλίδι είναι μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα.

Ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα στοιχεία του ίδιου του πλοίου, όπως καρφιά διαφόρων τύπων, μάζα ρητίνης, φύλλα από την επιμολύβδωση του σκάφους, τυλιγμένα ή διπλωμένα μολύβδινα ελάσματα, ένας μολύβδινος σωλήνας, πιθανόν από την αντλία υδάτων (σεντίνες) του πλοίου και ένα μολύβδινο βάρος (αντίβαρο;) 100 περίπου κιλών. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν πιθανότατα και οι μάζες από σκωρίες σιδήρου, οι οποίες διατηρούν στο εσωτερικό τους το σχήμα του αντικειμένου.

Τέλος, ερευνήθηκε ο χώρος, που σχετίζεται με την ύπαρξη ενός ακόμα ναυαγίου και τώρα υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για την ύπαρξη και δεύτερου πλοίου. Πρόκειται για ένα μολύβδινο σωλήνα διαφορετικού διαμετρήματος, καθώς και διαφορετικού τύπου καρφιών, κεράμων αλλά και διαφορετικών τύπων αμφορέων και λαγυνών.

*Με την ευκαιρία, λοιπόν, να σημειώσουμε ότι με βάση τον ιδιωτικοοικονομικό προσανατολισμό του κράτους και στον πολιτισμό, μέρος αυτής της αρχαιολογικής δουλειάς στηρίζεται σε «χορηγίες». Δεν πρόκειται για κάτι «μοιραίο». Πρόκειται για το αποτέλεσμα της συνειδητής, οργανωμένης και προαποφασισμένης – σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης – «αποχώρησης» του αστικού κράτους από την δημόσια διαχείριση του πολιτισμού, με το τεχνητό κενό που δημιουργεί αυτή η αποχώρηση, να καλύπτεται από το κεφάλαιο, καταρχήν με την μορφή των «πολιτιστικών» του «ιδρυμάτων», των «φίλων» μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, ή απλά των πολιτιστικά «ευαίσθητων» αστών. Δεδομένου ότι ο πολιτισμός και ειδικά η πολιτιστική κληρονομιά εκλαμβάνεται πλέον ως οικονομικό «φιλέτο» και «πηγή» εν δυνάμει κερδοφορίας για τον καπιταλισμό, δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία για το τί κρύβει ο «δούρειος ίππος» της «ευεργεσίας».

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.