Πριν τη λευκή σελίδα

«Εγκλημα και Τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι

| 09/03/2016

Τί υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στην στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Την στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τί ήταν αυτό που άναψε την σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Πώς «γεννήθηκε» το «Εγκλημα και Τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι

Το αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι συνδέεται με το ιδεολογικο – πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε με περισσότερο ισχυρούς δεσμούς από αυτούς που διακρίνονται σε ένα πρώτο επίπεδο.

Η Ρωσία του 19ου αιώνα είναι μια «χύτρα» που «κοχλάζει» σε κάθε τομέα της πνευματικής και κοινωνικής ζωής, με τον τόνο να δίνουν οι εξεγερμένες συνειδήσεις της πρωτοποριακής, προοδευτικής διανόησης της εποχής και οι ιδιαίτερα ανήσυχοι, πνευματικά και πολιτικά, φοιτητικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι κυρίως στην, τότε, πρωτεύουσα, Αγία Πετρούπολη.

Ηταν η ιδεολογική, πολιτική, καλλιτεχνική και αισθητική αντανάκλαση των εκρηκτικών αντιθέσεων που προέκυπταν από την συγκεκριμένη ιστορική φάση, κατά την οποία, η τσαρική εξουσία «καλούνταν» να απαντήσει σε ερωτήματα για τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της – καθρεπτίζοντας αυτές τις «ζυμώσεις» σε ένα σημαντικό μέρος της διανόησης το οποίο μπορεί και να ήταν εχθρικό με τον τσαρισμό – μέσα στους ισχυρούς τριγμούς της, καθυστερημένα, καταρρέουσας φεουδαρχίας – με ισχυρές «νησίδες» ακόμη και δουλοπαροικίας – έναντι του επελαύνοντος καπιταλισμού στην δυτική Ευρώπη και τις αστικοδημοκρατικές και εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Είχε προηγηθεί, στις αρχές του 18ου αιώνα, το χτίσιμο της Αγίας Πετρούπολης στις όχθες και τα χιλιάδες νησάκια του ποταμού Νέβα, στον φινλανδικό κόλπο. Η ίδρυση της Αγίας Πετρούπολης ήταν το συμβολικό επιστέγασμα της μεταρρυθμιστικής τομής του Πέτρου του 1ου, γνωστού και ως «Μεγάλου» Πέτρου, ο οποίος «αφουγκράστηκε» εγκαίρως τις γενικότερες αλλαγές στην ευρωπαϊκή ήπειρο και εκτίμησε, ορθά όπως συμφωνούν όλες οι ιδεολογικές εκδοχές της ιστορικής επιστήμης, ότι η Ρωσία χρειαζόταν άμεσα ένα οικονομικό, εμπορικό, πολιτισμικό «παράθυρο» προς την Δύση.

Ταυτόχρονα, η ίδρυση της πόλης ήταν και ένα είδος «ληξιαρχικής πράξης γέννησης» της σύγχρονης Ρωσίας, με την έννοια της οριστικής ιστορικής ρήξης με τα πολιτισμικά κατάλοιπα της μογγολο-ταταρικής κυριαρχίας που κράτησε σταδιακά μέχρι τον 14ο αιώνα, μετά την κατάκτηση και την διάλυση της «Κιέβσκαγια Ρους», της κρατικής οντότητας των σλαβικών βασιλείων που διαμορφώθηκε περίπου τον 9ο αιώνα μΧ.

Η πολιτισμική «εισβολή» της Δύσης δεν έγινε αποδεκτή από σημαντικό μέρος της ρωσικής διανόησης που έβλεπε σε αυτήν μια απειλή εναντίον της παράδοσης και της «ρωσικής ψυχής». Σε συνδυασμό με την «εισαγωγή», όπως την εκλάμβανε αυτή η διανόηση, των επαναστατικών, για την εποχή, αστικοδημοκρατικών ιδεών, επήλθε μία «ταύτιση» αυτών των ιδεών με το «δυτικότροπο» πολιτισμικό μοντέλο, η οποία οδήγησε, τελικά, αυτήν την διανόηση σε συντηρητικοποίηση και ρήξη με τα προοδευτικά κινήματα της εποχής, παρά, και ενάντια, ενίοτε, στις αρχικές αγνές προθέσεις της.

Θα ήταν άδικο για ένα ανήσυχο πνεύμα του μεγέθους του Ντοστογέφσκι να «ενταχθεί» άκριτα στους «σλαβόφιλους» και «δυτικόφιλους» της ρωσικής διανόησης του 19ου αιώνα. Για έναν «ανατόμο» του ανθρώπινου ψυχισμού, όπως ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, η πολιτική του οπτική είναι χρήσιμη περισσότερο για βιογραφικούς λόγους, αν και σίγουρα είναι χαρακτηριστική για ένα σημαντικό μέρος της διανόησης της εποχής.

ντοστογεφσκι2

Το «εκκρεμές» της ντοστογεφσκικής πολιτικής άποψης από ένα «μείγμα» χριστιανικού – ουτοπικού σοσιαλισμού, στον θρησκευτικό συντηρητισμό και, τελικά, στην μοναρχία, σίγουρα «ανιχνεύεται» στο έργο του, αλλά η συγγραφική του ευφυία δεν αφήνει την συγκυρία να επιβληθεί των διαχρονικών νοημάτων του έργου του, καθιστώντας το, έτσι, κλασικό.

Ο Ντοστογιέφσκι ξεκίνησε να γράφει το «Εγκλημα και Τιμωρία» το καλοκαίρι του 1865. Η αρχική ιδέα για πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δολοφόνου, προέκυψε κατά τη διάρκεια φυλάκισης του στη Σιβηρία. Εμπειρία που τον έκανε να αλλάξει πολιτικές απόψεις, ενσταλάζοντας του βαθύ σεβασμό για την τάξη και την εξουσία. Ισως εδώ «απαντά» και στο προγενέστερο ερώτημά του για τον «σλαβικό» η «δυτικότροπο» προσανατολισμό του ρωσικού λαού.

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Εγκλημα και Τιμωρία» σε περίοδο μελαγχολίας, ενώ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Όταν τον απείλησαν με φυλάκιση οι πιστωτές του, τον πλησίασε ένας αδίστακτος εκδότης για να τον εκμεταλλευτεί. Του πήρε τα δικαιώματα όλων των έργων που είχε γράψει και τον εξανάγκασε να υπογράψει για την παραγωγή έργου μέχρι το 1866. Για όλα αυτά πληρώθηκε τρεις χιλιάδες ρούβλια.

Η υποδοχή του έργου ήταν ενθουσιώδης, δίχως όμως να λείπει η έκπληξη. Είχαν σοκαριστεί με τις φρικιαστικές περιγραφές, αλλά και γοητευτεί με την δραματική ένταση του βιβλίου. Η πλειονότητα των αρνητικών κριτικών προερχόταν από αναγνώστες που ένιωθαν ότι το «πορτρέτο» του Ντοστογιέφσκι για το «μηδενιστικό», όπως εκλαμβανόταν τότε το προοδευτικό, κίνημα, αποτελούσε δριμύ «κατηγορώ» για την ρωσική νεολαία.

Σε κάθε περίτπωση, ο κύριος χαρακτήρας, ο Ρασκόλνικοφ, είναι μοναδικός, αλλά και παγκόσμιος. Είναι χαρακτήρας που θα θυμόμαστε για πάντα και η ιστορία του θα αντηχεί στο πέρασμα των αιώνων.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις