«Marcos: Το ναγκουάλ της Τσιάπας»

Προδημοσίευση του προλόγου του Μιχάλη Μεντίνη στην  βιογραφία του Marcos από τον Nick Henck

| 09/09/2019

Προδημοσίευση του προλόγου του Μιχάλη Μεντίνη στην  βιογραφία «Μarcos: Το ναγκουάλ της Τσιάπας», του Nick Henck, σε μετάφραση Μαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις oposito.

 

Ένας κυρίαρχος διεξάγει συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στην αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη μεταμόρφωση. To όπλο που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν τη μάχη είναι η διαδικασία της αποκάλυψης, το ακριβώς αντίθετο της μεταμόρφωσης… Αν πραγματοποιείται συχνά, ολόκληρος ο κόσμος συρρικνώνεται.

                Elias Canetti, Crowds and Power

Τον Ιανουάριο του 1996 ‒δύο ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του ζαπατίστικου στρατού εκείνο το ιστορικό ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς‒ ο αυτόκλητος (και αυτοσχέδιος) σαμάνος Κάρλος Καστανέντα βρισκόταν στην Πόλη του Μεξικού· θα παρέδιδε μια σειρά από σεμινάρια πάνω στις νέες εξελίξεις του μαγικού του συστήματος (ναγκουαλισμός) ‒για όλους εκείνους κι αυτούς που η υπόσχεση της ατομικής ανάπτυξης και της προσωπικής δύναμης αποτελούσε επαρκές κίνητρο για την καταβολή των πανάκριβων διδάκτρων, που o Δον Κάρλος απαιτούσε από όσους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν δια ζώσης τη διδασκαλία του.

Οι δημοσιογράφοι ενθουσιασμένοι είχαν πολιορκήσει από το πρωί το μέρος όπου θα πραγματοποιούνταν οι διαλέξεις και τα εργαστήρια. Στα εβδομήντα του πια, και μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο αυτο-παρουσιαζόμενος ως μαθητής του Ινδιάνου σαμάνου Δον Χουάν Μάτους, αλλά και, επιβεβαιωμένα, πρώην διδακτορικός φοιτητής του γνωστού εθνομεθοδολόγου του UCLA, Harold Garfinkel, ήταν ένας ζωντανός θρύλος από εκείνη την άγρια και ανεξέλεγκτη εποχή των αμφισβητήσεων και των αναζητήσεων, πίσω στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Κατά τη διάρκεια της προγραμματισμένης συνέντευξης ‒και ανάμεσα σε ερωτήσεις για ναγκουάλ, ενέργειες και μαγικές δυνάμεις‒ ένας δημοσιογράφος της αριστερόστροφης La Jornada παίρνει τον λόγο και απευθύνει στον Καστανέντα μια, φαινομενικά τουλάχιστον, μάλλον περίεργη ερώτηση: «Γνωρίζετε τους Ζαπατίστας και τον Subcomandante Μάρκος;». Ο Καστανέντα τον κοιτάζει με έκφραση απορίας: «Ποιον; Τον Μάρκος; Δεν τον ξέρω, δεν έχω ιδέα ποιος είναι, να πάρει, δεν ξέρω τίποτα!», απαντάει χαμογελώντας.[1]

Η άγνοια του Καστανέντα για τα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας στην οποία βρισκόταν δεν είναι κάτι αξιοπερίεργο. Στο έργο του συγκεράζονταν ‒αναμφισβήτητα μ’ έναν εξαιρετικά δημιουργικό τρόπο‒ δύο διαφορετικές, αλλά εξίσου πολιτικά συντηρητικές τάσεις: αυτή της ατομικιστικής οπτικής των new age συστημάτων (με έμφαση στην προσωπική επιτυχία και ανάπτυξη) και εκείνη συγκεκριμένων παραδόσεων των κοινωνικών επιστημών ‒εν προκειμένω της εθνομεθοδολογίας‒ που επέμεναν (και επιμένουν) πως το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε τον κόσμο κι όχι να τον αλλάξουμε.

Οι μυημένοι θα θυμούνται, ίσως, πως ήδη από το Μια ξεχωριστή πραγματικότητα, ο Καστανέντα θα απέρριπτε μια δομική ανάλυση της καταπίεσης, και δια στόματος του Δον Χουάν θα ισχυριζόταν:

Έχω μάθει πως τα αναρίθμητα μονοπάτια που διασχίζει κάποιος στη διάρκεια της ζωής του είναι όλα τα ίδια. Οι καταπιεστές και οι καταπιεσμένοι συναντιούνται στο τέλος, και το μόνο που απομένει είναι ότι η ζωή ήταν το ίδιο σύντομη και για τους δύο.[2]

Έκτοτε, δεν θα έχανε ποτέ ευκαιρία να παρουσιάσει την κινηματική δράση ως άνευ ουσίας και όταν, το 1972, σε μία συνέντευξή του στο περιοδικό Psychology Today θα ερωτούνταν για τις κοινωνικές ρίζες της ανισότητας και της αλλοτρίωσης, θα απαντούσε όπως απαντούν στις μέρες μας όλοι οι θιασώτες του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού και μιας διαστρεβλωμένης έννοιας της «επιμέλειας του εαυτού» (που λαθεμένα και σκόπιμα αποδίδεται στον Φουκώ): πως το σημαντικό είναι «να αλλάξει κανείς τον εαυτό του» (λες και οι καπιταλιστικές σχέσεις και η δομική εκμετάλλευση θα εξαφανιστούν μόλις εμείς επιμεληθούμε τους εαυτούς μας).[3]

Την ίδια στιγμή, όμως, η κριτική του Καστανέντα στην κινηματική πολιτική δράση ήταν αρκετά εύστοχη, αφού εντόπιζε στην τελευταία την ολική απαξίωση της διάστασης της προσωπικής αλλαγής, καθώς και την απουσία μιας οργανικής πνευματικότητας, δύο χαρακτηριστικά αδιάρρηκτα συνδεδεμένα μ’ έναν χυδαίο υλισμό που συχνά εκλαμβάνεται ως η επιτομή της ελεύθερης σκέψης.

Στην πραγματικότητα, η απο-πνευματοποίηση και απο-μάγευση του κόσμου ήταν ένα πρόβλημα που αρκετά επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική ‒ιδιαίτερα εκείνα στη βάση των οποίων βρίσκονταν ιθαγενικοί πληθυσμοί‒ είχαν αρχίσει σταδιακά να εντοπίζουν, κατανοώντας πως μια υλιστική πολιτική ανάλυση δεν συνεπαγόταν απαραίτητα τον αποκλεισμό «μεταφυσικών» στοιχείων, και πως η απόρριψη των μαγικών αντιλήψεων δεν αποτελούσε απαραίτητα μια προοδευτική στροφή. Μετά την αποτυχία του Τσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ιθαγενών της Βολιβίας –την αποτυχία, δηλαδή, της προσπάθειας επιβολής ενός σχήματος ταξικού αγώνα αποσυνδεδεμένου από τις κοσμολογικές αντιλήψεις των ιθαγενών‒ τα θέματα που αφορούσαν στην ιθαγενική μεταφυσική άρχισαν να αντιμετωπίζονται με περισσότερη προσοχή. Είναι ενδεικτικά τα λόγια του Rolando Morán, στρατιωτικού διοικητή του Αντάρτικου Στρατού των Φτωχών (EGP) στη Γουατεμάλα: «Μέχρι τώρα η ιδέα ήταν πως η πρακτική του διαλεκτικού υλισμού απέκλειε τον ιδεαλισμό. Εμείς πιστεύουμε πως δεν είναι έτσι. Το έχουμε δει στην πράξη, από τους ιθαγενείς συντρόφους μας και την ενσωμάτωση θρησκευτικών στοιχείων».[4]

Και είναι λίγες μόνο ώρες περπάτημα μέσα στη δύσβατη ζούγκλα για να φτάσει κανείς από τις περιοχές του EGP στη βορειοανατολική Γουατεμάλα μέχρι τις περιοχές των Ζαπατίστας στο νοτιοανατολικό Μεξικό.

 Πράγματι, η ερώτηση σχετικά με τον Μάρκος και τους Ζαπατίστας που ο δημοσιογράφος της La Jornada είχε απευθύνει στον Καστανέντα δεν ήταν καθόλου τυχαία. Αντίθετα, αντανακλούσε μια εν εξελίξει συζήτηση που λάμβανε χώρα στις παρυφές των κεντρικών πολιτικών αναλύσεων σχετικά με τη σύγκρουση στην Τσιάπας, και που αφορούσε στη σαμανιστική διάσταση που πολλοί μπορούσαν να διακρίνουν στην περσόνα του αινιγματικού υποδιοικητή και στο σύνολο του ζαπατίστικου κινήματος. Ένας πολύ γνωστός Μεξικάνος δημοσιογράφος είχε μάλιστα προβεί σε μία σαφέστατη συσχέτιση των δύο προσώπων, αποκαλώντας τον Μάρκος «ένα είδος Καστανέντα, αλλά επαναστάτη»,[5] ενώ ο, επίσης Μεξικάνος, φιλόσοφος και συγγραφέας Armando Bartra θα εντόπιζε, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, τις ομοιότητες ανάμεσα στον Δον Χουάν του Καστανέντα και τον Γέρο-Αντόνιο του Μάρκος, με τον τελευταίο να αποτελεί στην ουσία μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή του πρώτου.[6]

Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και του ’80, και λόγω των έντονων πολιτικών διεργασιών που λάμβαναν χώρα στην περιοχή της Τσιάπας, οι σαμάνοι της περιοχής άρχισαν να διαφοροποιούνται πολιτικά και σε σχέση με το ενδεχόμενο ενός ένοπλου αγώνα. Ως συνέπεια των πολλαπλών πολιτικών μετασχηματισμών, το ενιαίο, σε μεγάλο βαθμό, μεταφυσικό οικοδόμημα των Μάγια άρχισε να διασπάται, και οι ριζοσπαστικοποιημένοι σαμάνοι ‒αρκετοί εκ των οποίων αργότερα θα κατείχαν σημαντικές θέσεις στη διοίκηση του EZLN (για παράδειγμα ο Comandante David)‒ θα επεξεργάζονταν το σαμανιστικό σύστημα των εθνοτήτων της περιοχής με τρόπο που θα το καθιστούσε συμβατό με μία ανοιχτή πολιτική διαδικασία αμφισβήτησης των συνθηκών ζωής των ιθαγενών και την προετοιμασία ενός πολέμου ενάντια στην «κακή κυβέρνηση».[7] Στη φιγούρα του Γέρο-Αντόνιο και στις ιστορίες του εγγράφεται αυτή ακριβώς η βαθιά ρήξη που συντελούταν στη ναγκουαλιστική παράδοση της Τσιάπας καθώς οι ιθαγενικοί πληθυσμοί της όδευαν σταδιακά προς μία εξέγερση.

Ο ίδιος ο Μάρκος ήταν μέρος αυτής της νέας κοσμολογικής επαν-επεξεργασίας, και ενσάρκωνε μία ολόκληρη ιστορία εξεγέρσεων που σχετίζονταν με τη μαγεία και τον ναγκουαλισμό. Στη ζούγκλα οι αντάρτες τον αποκαλούσαν Comandante Jaguar (Διοικητή Iαγουάρο) υπονοώντας (εντός μιας ιθαγενικής λογικής όπου δεν υπάρχουν μεταφορές και παρομοιώσεις αλλά ταυτίσεις), πως το ναγκουάλ του, το ζώο συν-οντότητά του, η δύναμή του, είναι ο ιαγουάρος.[8] Ακόμη και το όνομά του (που ο Μάρκος είχε πάρει από έναν αντάρτη που σκοτώθηκε πριν εκείνος φτάσει στην Τσιάπας) είχε και μια άλλη, μαγική διάσταση, αφού αποτελούταν από τα πρώτα γράμματα των περιοχών που εντάσσονταν στον αναγκαίο στρατηγικό σχεδιασμό για να καταληφθούν εκείνο το ξημέρωμα της 1ης Ιανουαρίου του 1994· όπως και έγινε: Μαργαρίτας, Αλταμιράνο, Ράντσο Νουέβο, Κομιτάν, Οκοσίνγκο, Σαν Κριστόμπαλ ντε λας Κάσας.

Ο γνωστός ανθρωπολόγος Μichael Taussig, που γνωρίζει καλά την ιθαγενική σαμανιστική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, δεν αφήνει καμία αμφιβολία γι’ αυτήν την αθέατη αλλά τόσο σημαντική πτυχή των γεγονότων της Τσιάπας: «με την εξέγερση των Ζαπατίστας», γράφει, «γινόμαστε μάρτυρες της δράσης του ναγκουαλισμού και της μαγείας στη μεξικάνικη και διεθνή επαναστατική πολιτική του τέλους του 20ού αιώνα».[9] O ισχυρισμός του Μεξικάνου δημοσιογράφου ότι ο «Μάρκος είναι ένα είδος Καστανέντα, αλλά επαναστάτη», ήταν πράγματι στη σωστή κατεύθυνση. Αν στο πρόσωπο του Καστανέντα συγκεράζονταν ο πολιτικός συντηρητισμός των πνευματιστικών συστημάτων με εκείνον των κοινωνικών επιστημών των βορειοαμερικανικών πανεπιστημίων, τότε στην μαύρη pasamontaña που έφερε το όνομα Μάρκος, συναντιόνταν και συντήκονταν μια ριζοσπαστικοποιημένη σαμανιστική ιθαγενική παράδοση μαζί με μαρξιστικές και μαρξίζουσες τάσεις της Ηπειρωτικής (γαλλικής κυρίως) φιλοσοφίας· μια μετάβαση από τη λογική της εθνο-μεθοδολογίας στην παράδοση της εθνικής απελευθέρωσης, θα λέγαμε.

Αν και ιδιαίτερα φειδωλός στο τι αποκαλύπτει γι’ αυτήν την αθέατη διάσταση των Ζαπατίστας, ο Μάρκος, παρ’ όλα αυτά, επικοινωνεί στα γραπτά του έναν ιδιότυπο ριζοσπαστικό σαμανισμό κάνοντας χρήση ποικίλων και ετερογενών πόρων και εργαλείων: σποραδικές αναφορές στη δύναμη των ναγκουάλ· καστανεντικά μοτίβα απο-ταυτοποίησης του εαυτού και απάλειψης της προσωπικής ιστορίας· τον ανιμισμό και την ποιητική γλώσσα των ιθαγενών· τον βολονταριστικό οπτιμισμό του Mario Payeras, όπως συλλαμβάνεται στη φράση του: «Θα θριαμβεύσουμε»· τον δημιουργικό και γοητευτικά ασυμβίβαστο και απροσάρμοστο χαρακτήρα των Κρονόπιο του Julio Cortázar· την πλαστικότητα του ατόμου και του κόσμου που συναντάται στον μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας· καθώς και στοιχεία από τη γαλλική πολιτική φιλοσοφία. Όλα συγκλίνουν σε ένα σημείο: στη (μαγική) δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να μεταμορφώνεται και να μεταμορφώνει τον κόσμο του, να προχωράει, όπως θα το έλεγε και ο Σαρτρ, πέρα από τους περιορισμούς της «γεγονότητας» των κοινωνικών συνθηκών, της ιστορίας, της γλώσσας, των σωμάτων· να αρνείται την ταυτότητα και την ταυτοποίηση και να επανα-ερμηνεύει την πραγματικότητά του αποφασίζοντας τι θέλει να γίνει.

H απόσχιση από τη γεγονότητα είναι μια απόφαση για ρήξη, και «κάθε ρήξη», όπως γράφει ο Μπαντιού, «ξεκινάει… ως ρήξη με τον ίδιο τον εαυτό».[10] Ο Μάρκος το θέτει ως εξής: «Έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς ως ανθρώπινο ον, ότι φτάνεις στο σημείο… που πρέπει να διαλέξεις», να διαλέξεις ανάμεσα στον συμβιβασμό και στην αντίσταση, όπως εξηγεί παρακάτω στην ίδια συνέντευξη. Ήταν η ρήξη που γνώριζε καλά από τη διαπίστωση του Τσε (καθώς ολοκλήρωνε το ταξίδι του και μαζί την ανάλυσή του για την κατάσταση στη Λατινική Αμερική): «Δεν είμαι πια εγώ, τουλάχιστον δεν είμαι αυτός που ήμουν πριν». Σχετικά με τη δική του απόφαση για ρήξη, καθώς και όλων όσων ενεπλάκησαν στον Ζαπατίστικο αγώνα, ο Μάρκος εξηγεί πως: «ήταν μια απόφαση υψηλού κινδύνου που συνεπαγόταν το αντίθετο από αυτό που άφηνε κανείς πίσω του… σήμαινε να ξεκινήσεις απ’ την αρχή, να γίνεις ένα άλλο άτομο, κάποιος που είναι αυθεντικός, αληθινός όπως λέμε».[11]

Η σχέση ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την προσποίηση είναι μια σημαντική θεματική του υπαρξισμού του Σαρτρ, που ο Μάρκος είχε συναντήσει ήδη από νεαρή ηλικία, σ’ ένα βιβλίο που, όπως έχει δηλώσει, διαμόρφωσε σημαντικά την αντίληψή του για την Λατινική Αμερική· ήταν το Η Πόλη και τα Σκυλιά, του Vargas Llosa, (που αρχικά τιτλοφορούταν: los Impostores [Οι απατεώνες]). Το μυθιστόρημα ξεκινούσε με μια επιγραφή του Σαρτρ που (δια στόματος του Κην) έθετε τις βασικές συντεταγμένες της σχέσης του «είναι» και του «υποκρίνεσθαι»: «Παριστάνουμε τους ήρωες γιατί είμαστε δειλοί… παριστάνουμε τους αγίους γιατί είμαστε κακόβουλοι… παριστάνουμε ότι είμαστε κάτι γιατί είμαστε ψεύτες από τη στιγμή που γεννιόμαστε». Και η επιλογή του να είναι κανείς αληθινός (και να πάψει να υποκρίνεται και να προσποιείται), θα λάμβανε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όταν, μετά την εκτέλεσή του Τσε στη ζούγκλα της Βολιβίας, ο Σαρτρ θα τον χαρακτήριζε ως «το πιο ολοκληρωμένο ον της εποχής μας». Ήταν μια φράση που θα ενέπνεε πολλές γενιές επαναστατών, όπως και τον Μάρκος·[12] το να είσαι αληθινός είχε γίνει πια συνώνυμο του να είσαι «πιστός στα ιδανικά σου» και να αγωνίζεσαι γι’ αυτά χωρίς συμβιβασμούς και με οποιοδήποτε τίμημα.[13]

Ταυτόχρονα, η έννοια του να είναι κανείς αληθινός που ο Μάρκος έφερνε στη ζούγκλα από την πόλη, από τους χώρους των πανεπιστημίων και τα βιβλία ‒και ως την ιδεολογική βάση των δικών του προσωπικών επιλογών και αποφάσεων‒ διασταυρωνόταν με τη σημασία (κυρίως της «απ’ αρχής») που διατηρούσε εντός της ιθαγενικής κουλτούρας, αφού το όνομα αρκετών εθνοτήτων της περιοχής στην πραγματικότητα σημαίνει «αληθινοί άνδρες και γυναίκες» ή παραπέμπει σ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό. Έτσι, άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται μια σημασιολογική πρόσμιξη όπου το να είναι κανείς αληθινός άνδρας και γυναίκα ερχόταν να ταυτιστεί με μια νέα αρχή αλληλένδετη με τη συμμετοχή στον ζαπατίστικο αγώνα για ελευθερία· και πάντα με τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε ο αγώνας της αλήθειας και της αυθεντικότητας ενάντια στο ψέμα και την υποκρισία να θεμελιώνεται και στον κόσμο των ναγκουάλ. Ο σαμάνος Γέρο-Αντόνιο στρίβει ένα τσιγάρο και εξηγεί:

Τα ναγκουάλ των αληθινών ανδρών και γυναικών είναι ο ιαγουάρος, ο αετός και το κογιότ. Ο ιαγουάρος για να πολεμούν, ο αετός για να πετούν στα όνειρα, το κογιότ για να σκέφτονται και να μην ξεγελιούνται από τα κόλπα της εξουσίας.[14]

Η στρατιωτική ισχύς των Ζαπατίστας δεν θορύβησε ποτέ την κυβέρνηση. Δυο-τρεις χιλιάδες ελαφρά οπλισμένων ανταρτών δεν αποτελούσαν σε καμία περίπτωση απειλή για τη γιγαντιαία στρατιωτική μηχανή του Μεξικού. Αντίθετα, ήταν αυτή η ανεξέλεγκτη (από το κράτος) και μυστηριώδης απόσχιση και μεταμόρφωση που συντελούταν στην Τσιάπας που προκαλούσε απορία και ανασφάλεια· απόσχιση από τα πολιτικά κόμματα και τις πολιτικές οργανώσεις, από τη συνήθεια του «έτσι είναι τα πράγματα», από τα έθιμα που δέσμευαν και περιόριζαν, από την παθητική αποδοχή της εκμετάλλευσης και της βίας του κράτους και των παραστρατιωτικών ομάδων, από τη διαφθορά, από τον αλκοολισμό που μάστιζε τις κοινότητες των ιθαγενών, από τις πατριαρχικές δομές, από τον φόβο και την υποταγή. Πώς γινόταν και αυτοί οι άνθρωποι που μέχρι χτες ήταν εγκαταλελειμμένοι (και απόλυτα ελεγχόμενοι) μέσα στην εκμετάλλευση, την πείνα, τις αρρώστιες, τον αναλφαβητισμό και τον αλκοολισμό, σήμερα να αντεπιτίθενται με τέτοια οργάνωση, τόση συνοχή, και τόσο ανεξήγητο σθένος· μ’ αυτή την «τρυφερή οργή» όπως την ονόμαζε ο Μάρκος; Ήταν η φτώχια μια επαρκής εξήγηση; Σίγουρα όχι. Αν η φτώχια αποτελούσε επαρκή εξήγηση, τότε ο μισός τουλάχιστον πλανήτης θα έπρεπε να βρίσκεται στα όπλα.

Από την πρώτη στιγμή θα κινητοποιηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός με στόχο να ακυρωθεί αυτή η ακατανόητη μεταμόρφωση, να «πέσουν» οι μάσκες, να ταυτοποιηθούν οι συμμετέχοντες, να αποκαλυφθεί «ποιος πραγματικά είναι» ο Μάρκος. Κι αν, στην αρχή τουλάχιστον, δεν ήταν εφικτό να βρεθούν τα ληξιαρχικά και αστυνομικά στοιχεία της ταυτότητας του μασκοφόρου Υποδιοικητή, υπήρχε πάντα η δυνατότητα να του αποδοθούν τεχνητές ταυτότητες· στρατολογούνται ανθρωπολόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, διαμορφωτές της κοινής γνώμης: στόχος να δείξουν πως οι ιθαγενείς είναι αδύνατον να έχουν επιλέξει να εξεγερθούν, πως υποκινούνται, πως είναι υποχείρια, και πως ο Μάρκος είναι μια σκοτεινή φιγούρα, ένας ξένος πράκτορας, ένας ψυχολογικά ταραγμένος άνθρωπος που χρησιμοποιεί τους άβουλους και χειραγωγήσιμους ιθαγενείς προς όφελος δικό του και ξένων αποσταθεροποιητικών δυνάμεων. Σύντομα, προκειμένου να πληγεί η δημόσια εικόνα του μυστηριώδους και γοητευτικού αντάρτη, θα διακινηθούν και φήμες ότι είναι γκέι (μια κίνηση επικοινωνιακά διόλου ευκαταφρόνητη για τη χώρα που έδωσε νόημα στη λέξη «μάτσο»).

Κι εκείνος, σαμάνος κι αντάρτης, ρευστός κι αταυτοποίητος, σε ένα «γίγνεσθαι μειονοτικό» και μετεωριζόμενος ανάμεσα σε «κάποιο» πραγματικό άτομο και στο συλλογικό πρόσωπο ενός εξεγερμένου πλήθους, θα αδράξει την ευκαιρία για να μετατρέψει την κρατική εμμονή με την ταυτότητα σε μια διά-χρονη διάχυση της μαύρης pasamontaña με υποκείμενα αμφισβήτησης και μορφές αντίστασης: «Όσο για το ποιος είναι ο Μάρκος», θα γράψει σε ένα από τα περιβόητα πλέον υστερόγραφα που συμπλήρωναν τα ανακοινωθέντα του, «έχω να πω τα εξής»:

Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική… αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, ιθαγενής στους δρόμους του Σαν Κριστόμπαλ… Εβραίος στη Ναζιστική Γερμανία… γυναίκα μόνη στο μετρό αργά το βράδυ… ένας καλλιτέχνης χωρίς γκαλερί και χωρίς πορτφόλιο… ένας ασυμβίβαστος φοιτητής… και ένας Ζαπατίστα στο νοτιοανατολικό Μεξικό. [Ό],τι ενοχλεί την εξουσία και τις καθησυχασμένες συνειδήσεις, αυτό είναι ο Μάρκος. [15]

Και αργότερα, όταν, μετά από την προδοσία ενός πρώην συντρόφου (του Υποδιοικητή Ντανιέλ), οι υπηρεσίες ασφαλείας θα τον ταυτοποιήσουν και θα δημοσιεύσουν φωτογραφίες του χωρίς τη μάσκα, εκείνος θα επιμείνει πως το κράτος ξέρει μόνο να ψεύδεται: «Δεν είμαι αυτός που λένε πως είμαι, αυτή είναι μια άλλη ζωή, δεν καταλαβαίνουν», θα πει. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού αυτό το μαζικό άλμα στο άγνωστο που συντελούταν στα βουνά και στη ζούγκλα της Τσιάπας ‒και σημαδεύτηκε από το συμβάν της εξέγερσης της 1ης Ιανουαρίου‒ τους είχε συμπαρασύρει όλους σε μια πορεία όπου κανείς πια δεν ήταν αυτός που ήταν πριν, όπου κανείς δεν θα μπορούσε πια να επιστρέψει στη ζωή που είχε πριν την εξέγερση. Και πάλι ο Μάρκος:

Είμαστε πάρα πολλοί αυτοί που κόψαμε όλες τις γέφυρες εκείνο το ξημέρωμα της 1ης Γενάρη του 1994, και πιάσαμε έναν βαρύ βηματισμό καλύπτοντας τα πρόσωπά μας με κουκούλες. Είμαστε πολλοί αυτοί που κάναμε εκείνο το βήμα χωρίς επιστροφή.[16]

Κάπου εδώ θα πρέπει να κλείσω αυτόν τον πρόλογο. Το βιβλίο του Nick Henck αφηγείται, με εμβρίθεια και προσοχή, την ιστορία του θρυλικού πλέον Υποδιοικητή Μάρκος και του Ζαπατίστικου Στρατού για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN)· ξεκινώντας από τα χρόνια της σιωπηλής και αθόρυβης προετοιμασίας μέσα στη ζούγκλα Λακαντόνα τη δεκαετία του ’80, μέχρι τις πρώτες δημόσιες δηλώσεις του Μάρκος στους δημοσιογράφους στην κεντρική πλατεία του Σαν Κριστόμπαλ την 1η Ιανουαρίου του 1994· και από εκεί μέχρι τον μετέπειτα στρατιωτικό και πολιτικό πόλεμο με την κυβέρνηση του Μεξικού. Ο Henck μας παραδίδει ‒με καστανεντικούς όρους‒ μια ανεκτίμητη επαναστατική «ιστορία δύναμης».

 

Μιχάλης Μεντίνης

από τη Χώρα της Άνδρου, Αύγουστος 2019

 

Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις oposito και τον Μιχάλη Μεντίνη για την παραχώρηση της προδημοσίευσης


[1]García Hernández, A. (1996) Entrevista with Carlos Castaneda. La Jornada, 29 January 1996, σ.29.

[2]Castaneda, C. (2015[1971]) A Separate Reality. Λονδίνο: Penguin Books, σ. 103.

[3] Keen, S. (1972) Interview with Carlos Castaneda. Δεκέμβριος 1972. Διαθέσιμο στο: http://www.nagualism.com/carlos-castaneda-interview-psychology-today.html

[4]Melgar Bao, R. (2007) La Memoria Sumergida. Μεξικό: CEDEMA, σ. 29. Διαθέσιμο στο: http://www.cedema.org/uploads/La%20memoria%20sumergida.pdf

[5]Hernandez Navarro, L. (2000) Leer las noches, nombrar las estrellas. Διαθέσιμο στο https://www.jornada.com.mx/2000/02/20/mas-leer.html

[6]Bartra, A. (1998) Mitos de la Aldea Global. Στο Subcamandante Marcos (2002) Relatos del Viejo Antonio. Τσιάπας: CIACH, σ. 6-16.

[7]Βλ. Higgins, N. (2004) Understanding the Chiapas Rebellion. Ώστιν: University of Texas Press.

[8]Για περισσότερα πάνω στη σχέση του ανθρώπου με το ναγκουάλ βλ. M. Mentinis (2006) The Chiapas Revolt and What it means for Radical Politics. Λονδίνο: Pluto.

[9]Taussig, M. (1999) Defacement: Public Secrecy and the Labor of the Negative. Στανφορντ: Stanford University Press,σ. 248.

[10] Badiou, A. (2005) Metapolitics. Λονδίνο: Verso, σ. 7.

[11] Subcomandante Marcos (1994a) Συνέντευξη. Στο Autonomedia (επιμ.) Zapatistas: Documents of the New Mexican revolution. Νέα Υόρκη: Autonomedia, σ. 146-147

[12] Saravanan, H. (2007) Legend of a Photograph -Ernesto «Che» Guevara from Revolutionary to Pop Icon. Στο

Indian Folklife, No.25, Ιανουάριος 2007, σ. 23-24. Διαθέσιμο on-line στο

http://www.indianfolklore.org/pdf/newsletter/ifl_25.pdf

[13] Subcomandante Marcos (1994a) Συνέντευξη. Στο Autonomedia (επιμ.) Zapatistas: Documents of the New Mexican revolution. Νέα Υόρκη: Autonomedia, σ. 146-147

[14] Subcomandante Marcos (2002) Relatos del Viejo Antonio. Τσιάπας: CIACH, σ. 89.

[15] Subcomandante Marcos (1994b) Ανακοινωθέν Μαΐου. Στο Ross, J. (επιμ.) Shadows of Tender Fury: The letters and Communiqués of Subcomandante Marcos and the Zapatista Army of National Liberation. Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1995, σ. 209-15. Η πλαγιογράμμιση δική μου.

[16] Παρατίθεται στο Anaconda, A. (1994) ‘El Subcomandante Marcos; Varias Voces, un Sòlo Pasamontañas’. Στο Epoca, 21 Φεβρουαρίου 1994, σ. 18-20.