Προδομένη Γυναίκα - Σιμόν ντε Μπωβουάρ

Η χειραφέτηση ως επίδικο και καθημερινό ζήτημα πάλης

Simone_de_Beauvoir
Γράφει: Σταματίνα Τσιμοπούλου - Kοινωνία + Κινήματα, Αλλότρια - 16/08/2017


Προδομένη Γυναίκα- Σιμόν ντε Μπωβουάρ [Κριτική της Σταματίνας Τσιμοπούλου]

«Προδομένη γυναίκα» [Le femme rompue / The woman destroyed ή The broken woman στα αγγλικά] είναι ο τίτλος που επιλέγει η Simone de Beauvoir το 1967 για να απευθυνθεί στην γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με  τραγικά σενάρια προδοσίας. Στα ελληνικά μεταφράστηκαν μία δεκαετία αργότερα από τις εκδόσεις Γλάρος και την Γεωργία Αλεξίου και διατίθενται μονάχα οι δύο από τις τρεις νουβέλες του πρωτότυπου έργου, με τίτλους Διακριτική Ηλικία και τον ομώνυμο Προδομένη Γυναίκα (η τρίτη τιτλοδοτούνταν ως Μονόλογος και αφορούσε τις διηγήσεις μιας γυναίκας, στο ενεργητικό της οποίας καταμετρούνται πολυάριθμες συμφορές, τις ευθύνες για τις οποίες παρακολουθούμε να επιρρίπτει στην κοινωνία].

Beauvoir-01-ResizedΣτο προλογικό σημείωμα η Μπωβουάρ επισημαίνει το αξεχώριστο του ταξικού αγώνα με την πάλη για την χειραφέτηση των γυναικών, προσκαλώντας τις απανταχού γυναίκες να καλλιεργήσουν την αυτοσυνείδησή τους και να αναλάβουν συλλογική δράση για την κατάργηση καπιταλισμού και πατριαρχίας. Μάλιστα, το σημείωμα είναι ενδεικτικό της συνεπούς στάσης της κορυφαίας θεωρητικού και ακτιβίστριας σε ζητήματα ριζοσπαστικής ερμηνείας της ταυτότητας του γυναικείου φύλου καθώς και της αριστερής πολιτικής της στράτευσης.

Η προδομένη γυναίκα αποτελεί ένα εξέχον δείγμα της αριστοτεχνικής γραφής τής ανατρεπτικής και πολυγραφότατης γαλλίδας στοχάστριας, στην εργογραφία της οποίας συμπεριλαμβάνεται πλήθος σημαντικών δοκιμίων και μυθιστορημάτων. Εμβληματική στο παρόν έργο τής Μπωβουάρ είναι η ψυχογραφική διάσταση της αφήγησης, η οποία επιτείνει ακόμα περισσότερο τη δραματικότητα του ταραγμένου ψυχισμού και της εσωτερικής διαπάλης, επιτρέποντας στον/στην αναγνώστη/-τρια να εντρυφήσει στα μύχια των δύο τραγικών ηρωίδων του βιβλίου. Επί της ουσίας, προσφέρεται στην αναγνώστρια η δυνατότητα να περάσει στην αντίπερα όχθη, να δει μέσα απ’ την κλειδαρότρυπα γυναίκες της διπλανής πόρτας και μη να ψυχομαχούν και  άλλοτε να ψυχορραγούν σε μία ανυπολόγιστα σκληρή αναμέτρηση με τον εαυτό τους, τόσο όπως αυτός προσλαμβάνεται από τις ίδιες όσο και από τους άλλους.

Σε ολόκληρο το φάσμα της αφήγησης ξεδιπλώνονται οι σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης στις οποίες υπόκειται η γυναίκα ως Άλλος και ως ασθενές φύλο αντιπαραθετικά και σε σύγκριση πάντα με τον άνδρα, σύμφωνα με τις επιταγές μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Παρακολουθούμε την συγγραφέα να παίρνει τη θέση δύο γυναικών οι οποίες σε μία ανδροκρατούμενη πραγματικότητα ωθούνται να ανταποκριθούν στην άρση μίας καθεστηκύιας τάξης, στην άρνηση μιας δεδομένης για την εποχή κανονικότητας της οικογενειακής ζωής και στην αμφισβήτηση του κλασικού τους ρόλου ως μητέρες, σύζυγοι και θηλυκά. Αινιγματικά και δίχως περιττούς διδακτισμούς, η Μπωβουάρ επαναστατεί λογοτεχνικά ενάντια στις νόρμες και στις κατασκευές της γυναικείας σεξουαλικής ταυτότητας και ενάντια στα παραδοσιακά σχήματα και τις ηθικές επιταγές που αξιώνουν και εξαίρουν την άνευ όρων παθητική θέση της γυναίκας.

Ωστόσο, η φεμινίστρια συγγραφέας επιλέγει να διατηρήσει για τον εαυτό της ένα μετριοπαθές και διακριτικό προφίλ, αφήνοντας τις ίδιες τις ηρωίδες να εξιστορήσουν το προσωπικό τους δράμα δίχως χολερικά σχόλια και επικρίσεις. Το όποιο χειραφετητικό επιμύθιο σκιαγραφείται δυναμικά, χωρίς μομφές, μέσα από την ανάδειξη της σημασίας τής αποκατάστασης της σχέσης με τον εαυτό, του αυτοπροσδιορισμού και της συνεκδοχικής ενδυνάμωσης της υποκειμενικότητας. Η γυναίκα και στις δύο ιστορίες τοποθετείται στην πιο δεινή θέση, είναι πάντοτε αυτή που υφίσταται τα αποτελέσματα της προδοσίας, άλλοτε του συντρόφου και άλλοτε του γιου, ως ενσαρκώσεις πάντα του αντίθετου φύλου που καταδυναστεύει την ύπαρξη.

Ως αναγνώστες και αναγνώστριες παρακολουθούμε το βαρύ σημασιολογικό εύρος της ενέργειας της προδοσίας να πλήττει σφοδρά και επώδυνα τις πρωταγωνίστριες, ανατρέποντας για αυτές τη δοσμένη μορφή της ζωής και του κόσμου. Φυσικά, η γυναικεία οπτική παρουσιάζεται ως ανδρική και δανεική για την αντιμετώπιση της ζωής και των σχέσεων και αποδομείται ως τέτοια, με τις γυναίκες να ψηλαφίζουν και να ανακτούν τα όρια της υποκειμενικότητάς τους. Οι ίδιες οι ηρωίδες εμφορούμενες, ως αλλοτριωμένες υπάρξεις, από πατριαρχικές αξίες αυτοπραγματώνονται ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες και διαιωνίζουν άθελά τους την κυρίαρχη νόρμα σχετικά με την θέση και τον ρόλο της γυναίκας διστάζοντας να αναμετρηθούν ισότιμα με το υποκείμενο της προδοτικής ενέργειας.

Το γεγονός της προδοσίας τραυματίζει ανεπανόρθωτα την γυναικεία ύπαρξη, η οποία διατελεί ήδη σε υποτελή και ελάσσονα ρόλο, και θολώνουν την κρίση των πρωταγωνιστριών. Το συναισθηματικό, λοιπόν, κόστος υποδαυλίζεται από την αδυναμία των γυναικών να αποκωδικοποιήσουν την δεινή συνθήκη στην οποία έχουν περιέλθει και να την μεταστρέψουν προς όφελός τους. Στο σημείο, μάλιστα, αυτό άπτεται και η ευρηματικότητα της λογοτεχνικής γραφής της Μπωβουάρ η οποία επιτρέπει μια σφυγμομέτρηση του συναισθηματικού και ζωτικού παλμού των δύο προδομένων γυναικών καθώς αφουγκράζεται την αυθεντική διαπάλη του υποκειμένου που υφίσταται καταπίεση και δεν έχει πλήρη συνείδηση των δυνάμεων με τις οποίες μπορεί να ανακτήσει τον εαυτό του. Ακόμα, η ψυχαναλυτική διάσταση του κειμένου είναι καθηλωτική και ενδεικτική της σύγχυσης που προκαλεί η βία του ετεροκαθορισμού κατά την συγκρότηση της ταυτότητας της προσωπικότητας και της  κοσμοαντίληψης.

Αναφορικά με την υπόθεση, η πρώτη νουβέλα, που φέρει και το όνομα του τίτλου του βιβλίου, πραγματεύεται την δυσμενή θέση στην οποία έρχεται μια μεσήλικη γυναίκα μεσοαστικής τάξης, η οποία έχοντας πλέον αποδεσμευτεί από τα μητρικά της καθήκοντα, καλείται να διαχειριστεί την απιστία του συζύγου της, τον οποίο και ως τότε θεωρούσε απόλυτο σύντροφο και συνοδοιπόρο. Το κενό που απελευθερώνεται με την απώλεια του ρόλου της μητέρας κατά την ενηλικίωση και αποκατάσταση των παιδιών κλονίζει την βασική ηρωίδα με χαριστική την βολή που εκτοξεύει ο σύζυγός της όταν της αποστερεί και τον ρόλο της συζύγου. Η αμφισβήτηση του ρόλου της ως συζύγου όμως συνεπάγεται και την απόρριψή της ως ερωτικής συντρόφου. Παρουσιάζεται λοιπόν, το προφίλ μιας γυναίκας που υπόκειται σε ένα επίπονο αιφνιδιασμό που συνοδεύεται από την πλήρη απώλεια του εαυτού, όπως αυτός είχε οικοδομηθεί ώστε να αποδέχεται και να επιτελεί μονάχα τους ρόλους της μητέρας και της συζύγου. Μάλιστα, καθότι πρόκειται για  μυθιστόρημα εποχής, η μέση γυναίκα νοικοκυρά παραμένει απομακρυσμένη από τον εργασιακό χώρο και μάλιστα, ως ασθενέστερος κοινωνικός Άλλος και λόγω της προαναφερθείσας αντίληψης περί της επιτελεστικότητας του φύλου της, συσσωρεύει πλήθος εξωτερικών ευθυνών, η ανάληψη των οποίων αντιπαρατίθεται στην προσωπική της ευημερία.

Στην δεύτερη ιστορία με τίτλο Διακριτική Ηλικία, το μοτίβο της προδοσίας κεντροβαρίζει στην σχέση μητέρας-γιου, γεγονός που επηρεάζει τους συσχετισμούς στην οικογένεια και δημιουργεί ερωτηματικά για την ποιότητα της συζυγικής σχέσης. Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται και η επίδραση του γήρατος, με διάφορες προσλαμβάνουσες να παρατηρούνται στα δύο φύλα. Το προφίλ αυτής της γυναίκας-πρωταγωνίστριας ενσαρκώνει αρχικά μία εξαίρεση, καθότι την τοποθετεί η Μπωβουάρ στη θέση της καταξιωμένης ακαδημαϊκού με σχετική για τα δεδομένα τής εποχής διαύγεια και αυτενέργεια. Βέβαια, παρά την ταξική και πολιτισμική διαφοροποίηση η ηρωίδα υποκύπτει σε παρόμοιες ανησυχίες, αυταπάτες, στερεότυπα και ετεροκαθορισμούς και διεκδικεί με αξιοπρέπεια το δικαίωμα στην ερμηνεία και την αναβιογράφηση του παρελθόντος και σε ένα καλύτερο μέλλον.

Η γλώσσα είναι προσιτή, και πολλές φορές εναλλάσσεται από αυτή του καταπιεστή σε αυτή της χειραφετούμενης καταπιεζόμενης. Ο λόγος συνταιριάζεται αρμονικά με το είδος της αφήγησης, η οποία είναι πρωτοπρόσωπη και βιογραφική. Η πρώτη, μάλιστα, ιστορία κατατίθεται ως ημερολόγιο και η δεύτερη σε κλασικό αφήγημα. Ακόμα, είναι έκδηλος ο εξομολογητικός τόνος, ενώ στα σημεία ο τόνος γίνεται ασθματικός και παραληρηματικός προκειμένου να αποδώσει την αντίστοιχη ένταση των ψυχολογικών διακυμάνσεων. Τέλος, το εν λόγω βιβλίο αποτελεί ένα πρότυπο δεξιοτεχνικής γραφής που ανατέμνει το ζήτημα του γυναικείου αυτοκαθορισμού με  αξιοσημείωτη ευαισθησία και ενορατικότητα από κοινού όμως και με μια κριτική σκοπιά που χτίζει γέφυρες για χειραφετικές προοπτικές, γεγονός που του χαρίζει και διαχρονική αξία.

 

Πληροφορίες Βιβλίου

Τίτλος: Προδομένη Γυναίκα

Συγγραφέας: Simone de Beauvoir

Μετάφραση: Γεωργία Αλεξίου

Εκδόσεις: Γλάρος

Έτος Έκδοσης: 1977

Αρ. Σελίδων: 197