To ρήγμα. Δεν ξέρω αν κατανοείτε το ρήγμα.

Πέντε χρόνια μετά, πέντε χρόνια μνημονίου...

| 02/07/2015

Το ρήγμα δεν ήταν πάντα συνειδητό. Ξεκίνησε εδώ και χρόνια. Βάθαινε μέρα με τη μέρα. Απόλυση την απόλυση, χρεοκοπία τη χρεοκοπία, με τις συντάξεις να μειώνονται, με την ανεργία να αυξάνεται, με τους μικρούς να απελπίζονται, με τους φίλους να φεύγουν μετανάστες, με τις παροδικές δουλειές και την διαρκή ανασφάλεια, με τους εξηντάρηδες γονείς να μένουν άνεργοι, με τις εταιρείες να τους χρωστάνε μισθούς απλήρωτους για πάντα, με τις τράπεζες να τηλεφωνούν, με τα δάνεια να σκάνε, με τους πλειστηριασμούς να απειλούν, με την επιστροφή των κατεστραμμένων στο νοίκι και την αναζήτηση φτηνότερου σπιτιού κι ακόμα πιο φτηνού σπιτιού. Με τα βιβλία της εφορίας να ανοίγουν για να πάρω ένα ποσό. Και μετά να κλείνουν γιατί δεν σηκώνει η τσέπη το ταμείο. Με το μπλοκάκι να έχει γίνει ο μόνος τρόπος, με καμία εργασιακή συλλογικότητα που να μπορεί να καλύψει τους ανύπαρκτους πρεκάριους τριαντάρηδες. Μια δουλειά, μια ανεργία, μία δουλειά, μια ανεργία.

Με τα σχολεία να συγχωνεύονται, τα νοσοκομεία να κλείνουν, τα πανεπιστήμια να χάνουν αποθεματικά με το PSI, με τους υπαλλήλους να απολύονται, με τους επιστήμονες να ζουν με δανεικά, με τους χειρώνακτες να πεινάνε. Με τον ναζισμό να ξυπνάει και να σηκώνει κεφάλι. Με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης να γεμίζουν μετανάστες. Με τους διαδηλωτές να ματώνουν και τους «σχολιαστές» να μας κουνάν το δάχτυλο για τη βία. Με τη βία της πείνας να ψάχνει στα σκουπίδια, να πεθαίνει από καρκίνο ανασφάλιστη, να παθαίνει φυματίωση εν έτη 2014, να μην έχει να εμβολιάσει τα παιδιά της, να αυτοκτονεί.

Ο καπιταλισμός της κρίσης «μάρκαρε» ξανά τις ξεχασμένες τάξεις στην ελληνική κοινωνία. Είχαν ξεχαστεί μέσα στην ευημερία της ολυμπιάδας, των μεγάλων ιδεών, της φούσκας του χρηματιστηρίου που τους παραμύθιασε και μετά τους άφησε στην τύχη τους να καταθέτουν πινακίδες αυτοκινήτων, να κλείνουν τα μαγαζιά τους άρον άρον με τα ταμεία να τους κυνηγάν για πάντα.

Αναρωτήθηκα συχνά μετά και τον Δεκέμβρη του 2008 αν οι άνθρωποι έχουν τη συνείδηση της θέσης τους, αν πίσω από το θυμικό δημιουργείται κάτι νέο. Aν οι φτωχοί, που τώρα πια δεν κρύβονται, κοιτάζονται και μεταξύ τους στα μάτια. Αν βλέπουν ο ένας τον άλλον. Αν μπορούν να συνυπάρξουν.

Κάπου εκεί βρεθήκαμε πάλι. Ζήσαμε τη δημιουργία κοινωνικών, ταξικών δομών που το απέδειξαν. Φτιάξαμε σωματεία, στήσαμε συλλογικότητες, φτιάξαμε συνεταιρισμούς ισότιμων μελών, κάναμε μουσική, ραδιόφωνο, γράψαμε, διαβάσαμε, τρυπώσαμε σε κάθε χαραμάδα του τοίχου και σκάψαμε να μπει φως.

Χορέψαμε στην Εργατική Λέσχη της Ελ. Βενιζέλου, κάναμε μαθήματα σε μαθητές που δεν μπορούσαν να πάνε φροντιστήριο και γλεντήσαμε που πέτυχαν στα πανεπιστήμια, κάναμε απεργίες, υπερασπιστήκαμε ανέργους, μοιραστήκαμε εισιτήρια στο τραμ και το μετρό, γλεντήσαμε στους δρόμους, συγκεντρώσαμε τρόφιμα, φτιάξαμε ιατρείο, είδαμε σινεμά, διαβάσαμε ποίηση, τραγουδήσαμε. Ακόμα τραγουδάμε.

Αν αυτά τα δέντρα βγάλουν καρπούς, το μέλλον μας θα το δείξει.

Αν φοβάμαι; Όχι. Όχι.

Δεν φοβάμαι. Με καμία κυβέρνηση δεν φοβάμαι. Κανένας δεν κυβέρνησε, υποψιάζομαι, τελικά τη ζωή μας. Με τα χέρια μας τον χτίσαμε αυτόν τον κόσμο πέντε χρόνια τώρα. Απ’ τα χαλάσματα που άφηνε πίσω της η κρίση, μέρα με τη μέρα εμείς χτίζαμε. Και θα συνεχίσουμε.

sintagmaOXI

[Δευτέρα, 29 Ιουνίου. Η διαδήλωση κατά της λιτότητας (όπως την περιγράφουν τα ξένα μέσα). Φωτογραφία από το Reuters.]