Σίνκλερ Λιούις: «Δεν Γίνονται Αυτά Εδώ»

Πράγματα που έγιναν και γίνονται στην πολιτισμένη Δύση

| 12/01/2017

Αντιγράφουμε από το περιεκτικό κείμενο, (μετάφραση Νίκου Α. Μάντη), του Μάικλ Μάγιερ, καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ, με ειδίκευση στην αμερικανική λογοτεχνία του 19ου και του 20ου αιώνα: «Ο Σίνκλερ Λιούις απόλαυσε μια εξαιρετική καριέρα στην δεκαετία του 1920, περιγράφοντας και σατιρίζοντας ό,τι θεωρούσε μετριότητα, υλισμό, διαφθορά και υποκρισία στη μεσαία τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα πέντε κύρια μυθιστορήματά του εκείνης της περιόδου – Main Street (1920), Babbit (1922), Arrowsmith (1925), Elmer Gantry (1927) και Dodsworth (1929) – σημείωναν μεγάλες πωλήσεις γιατί όρθωναν έναν καθρέφτη μπροστά στον επαρχιωτισμό και την οπισθοδρόμηση του καιρού τους. Αρκετοί Αμερικανοί μόρφαζαν με την απεικόνιση των ειδώλων τους μέσα σε αυτά τα βιβλία, ωστόσο τα αγόραζαν με ανυπομονησία, καθώς, μολονότι αντιδρούσαν με την αναπαράσταση των μεσοαστικών ζωών τους, εντέλει τούς ήταν βολικά, αν και ελαφρώς υπεροπτικά, ευκολοδιάβαστα πάντως στο πλαίσιο της οικονομικής ασφάλειας της εποχής.».

Τούτες οι γραμμές είναι, μάλλον, αρκετές για τις προθέσεις του πρώτου Αμερικανού που έλαβε στα 1930 το νόμπελ λογοτεχνίας. Το «Δεν Γίνονται Αυτά Εδώ» (εκδ. Καστανιώτη) σε καλή μετάφραση του Νίκου Α. Μάντη, γράφτηκε σε μια εποχή όπου οι ομοιότητες σε κοινωνικό επίπεδο με το σήμερα μοιάζουν αρκετά, χωρίς, βέβαια, να αποτελούν αναγκαστικά ένα déjà vu του τότε. Ομως το πνεύμα των καιρών παραπέμπει στον μεσοπόλεμο. Διαβάζοντάς το εύκολα θα μπορούσε κάποιος να κάνει συγκρίσεις με τον τρόπο που ο Ντόναλντ Τραμπ πολιτεύτηκε για να κερδίσει την προεδρία των ΗΠΑ. Όλος αυτός ο λαϊκισμός απέναντι στους αντιπάλους και στις μειονότητες, ο αυταρχισμός των απόψεών του και, βεβαίως, ο διορισμός πάμπλουτων ακροδεξιών, θα λέγαμε, στους υπουργικούς θώκους.

Σίνκλερ Λιούις1

Ο Σίνκλερ Λιούις στήνει ένα παρόμοιο σκηνικό, απ’ το 1936 έως το 1939 καθώς προχωρά παραπέρα με την άνοδο στην εξουσία του Δημοκρατικού γερουσιαστή Μπαζ Γουίντριπ. Με εντελώς αλλοπρόσαλλο πρόγραμμα ο Γουίντριπ, αφού κριτικάρει σφοδρά τους τραπεζίτες,τους Εβραίους, τους άθεους και τους αγνωστικιστές, ανάμεσα στα άλλα απαγορεύει στους έγχρωμους να ψηφίζουν και να δουλεύουν ως γιατροί, δικηγόροι κτλ προορίζοντάς τους για βοηθητικές εργασίες. Προτρέπει, δε, τις γυναίκες τις να ασχοληθούν με τα οικιακά και τα μητρικά τους καθήκοντα ενώ υπόσχεται 5.000 δολάρια σε κάθε Αμερικανό πολίτη. Τέλος, σε όποιον διαδίδει σοσιαλιστικές, αναρχικές ή κομμουνιστικές ιδέες του επιφυλάσσονται καταδίκες.

Καθώς ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί το κραχ του ’29, ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης που έχει καταστραφεί οικονομικά και φυτοζωεί, γίνεται ευκολη λεία του υποψήφιου πρόεδρου και τον στέλνει στον Λευκό Οίκο. Στο πρόσωπο του Μπάζ Γουίντριπ ο Λιούις φωτογράφιζε τον γνωστό τότε Δημοκρατικό γερουσιαστή Χούι Λονγκ της Λουιζιάνα, ο οποίος εμφορούνταν από ακραία συντηρητικές απόψεις. Ακόμη, άλλαζε όνομα στον ρατσιστή ράδιο-ευαγγελιστή Τσαρλς Κόφλιν (ως Πίτερ Πολ Πρανγκ) με τεράστια επιρροή στο εκκλησίασμα, με πάνω από 50.000 φανατικότατους πιστούς. Ο συγγραφέας αντιγράφει και άλλους πρωταγωνιστές της εποχής και δεν διστάζει να σαρκάσει πολιτικά, ονομάζοντάς τους, παράγοντες του κοινωνικού κατεστημένου. Η παράθεσή τους εδώ δεν προσθέτει κάτι μιας και οι περισσότεροι είναι άγνωστοι σε εμάς.

Η προεδρία του Γουίντριπ είναι χαρακτηριστική: για να απαλλάξει το αμερικανικό έθνος από τα κακώς κείμενά του μεταλλάσσεται σε δικτάτορα. Την επαύριο της εκλογής του ανοίγει στρατόπεδα συγκέντρωσης και μαντρώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους, ιδρύει παραστρατιωτικό σώμα τιτλοφορώντας το Minute Men, κάτι σαν αμερικανική Γκεστάπο, με σκοπό να επιβάλλει το καθεστώς με την τρομοκρατία και την βία. Συλλαμβάνει, όπως ο Ερτογάν, χιλιάδες αξιωματικούς, δικαστές, δημοσιογράφους και δικηγόρους ακόμη και με την υποψία ότι μπορεί να αντιταχθούν στα παρανοϊκά σχέδιά του. Παραδίδει βιβλία στην πυρά.

Σίνκλερ Λιούις2

Αλλά επειδή πρόκειται για μυθιστόρημα και χρειάζεται στόρι, ο Λιούις δημιουργεί τον χαρακτήρα του Ντορέμους Τζέσαπ, ενός 60χρονου δημοσιογράφου από κάποια κωμόπολη του Βερμόντ, αρχισυντάκτη της τοπικής εφημερίδας Daily Informer. O Τζέσαπ – σε πλήρη αντίθεση με τον μεγιστάνα του τύπου Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ (από εκεί και η ταινία, «Πολίτης Κέιν, του Όρσον Ουέλς) εκφέρει τις απόψεις του συγγραφέα – εκείνη την εποχή έκλινε τα 50 του – επηρεασμένες από τον Φιλελευθερισμό του 18ου αιώνα για την πραγματική δημοκρατία, την δικαιοσύνη για όλους και την ελευθερία έκφρασης. Ο Τζέσαπ, αν και απ’ την αρχή διαπιστώνει πως ο Γουίντριπ είναι ικανός δημαγωγός, δεν πιστεύει πως θα εκλεγεί και όταν αυτό συμβαίνει συνεχίζει να πολιτεύεται με την εφημερίδα του ως η αστική κανονικότητα να συνεχίζεται απρόσκοπτα. Γρήγορα διαπιστώνει – πέρα από τα πογκρόμ των διαφωνούντων – πως η κριτική που ασκεί στην Εθνική Διοίκηση όλο και δυσκολεύεται από τις απειλές που δέχεται με κορύφωμα την εισβολή «αγανακτισμένων» στα γραφεία της εφημερίδας. Τον αναγκάζουν να δεχθεί επίτροπο έτσι ώστε να ελέγχουν τα άρθρα του τα οποία οφείλουν να είναι εγκωμιαστικά απέναντι στο καθεστώς.

Είναι κατόρθωμα πώς ο συγγραφέας διατάσσει το πλήθος των δευτερευόντων ηρώων του, πώς τους συντονίζει και τους ζωντανεύει για να συνθέσει την πλοκή. Ευφάνταστοι είναι οι διάλογοί του, με την πολιτική σάτιρα να τσακίζει κόκκαλα και να μην χαρίζεται σε κανέναν, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, δημοκράτες. Ο Τζέσαπ όπως και ο Λιούις είναι ιντιβιντουαλιστής, ένας ατομικιστής όπως εκείνοι του περασμένου αιώνα που δεν έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον μαζικό αγώνα. «Only the Lonely» είναι, μάλλον, το μότο του για να καταλογιστεί και αυτός στην χορεία των μοναχικών ηρώων τόσο στην κουλτούρα της αμερικανικής ιστορίας όσο και στην λογοτεχνία της εκείθεν πλευράς του Ατλαντικού. Όμως, οι ακραίες πολιτικές συνθήκες τον αναγκάζουν, εκεί που θα’ θελε ήρεμα και ήσυχα να ευχαριστιέται την ζωή και την εφημερίδα του στην εσχατιά της αμερικάνικης επαρχίας, να μεταμορφωθεί σε ριζοσπάστη πολιτικό αντίπαλο του Γουίντριπ και της συμμορίας του. Ούτως, αποφασίζει να παρατήσει τους συμβιβασμούς και να δημοσιεύσει – με την πλήρη υποστήριξη της ερωμένης του, ακτιβίστριας, Λορίντας Πάικ – ένα κύριο άρθρο ένθα αποκαλύπτει τα εγκλήματα του καθεστώτος και φυσικά συλλαμβάνεται και οδηγείται στην φυλακή. Εκεί βασανίζεται άγρια και τότε σκέφτεται πως με το να ασχολείται αποκλειστικά με τα ιδιωτικά του θέματα επέτρεψε στους δημαγωγούς να παρέμβουν στην ζωή του και των άλλων, χωρίς καμία απολύτως αντίσταση. Στην συνέχεια ο Τζέσαπ δραπετεύει και προσπαθεί να διαφύγει όπως και πολλοί άλλοι στον Καναδά, το μετανιώνει και επιστρέφει για να εκδώσει παράνομο ανατρεπτικό φυλλάδιο, το Vermont Vigilance. Τον ανακαλύπτουν και τον συλλαμβάνουν ξανά για να υποστεί τα ίδια και χειρότερα βασανιστήρια και να δραπετεύσει και πάλι. Στην συνέχεια συντονίζει επιθέσεις εναντίων των Minute Men. Η δυσαρέσκεια και η αντίσταση του κόσμου και των δημοκρατικών πολιτικών μεγαλώνει, πραξικοπήματα συμβαίνουν, εμφύλιος ξεσπά με το τέλος του βιβλίου.

Σίνκλερ Λιούις4

Αυτό που συναρπάζει στον Λιούις είναι η εξέλιξη της πλοκής: πολλές σελίδες περιγραφών χαλαρής κοινωνικής ζωής στην επαρχία – ζωηρή σκιαγράφηση χαρακτήρων – και με την έλευση του Γουίντριπ στην εξουσία καταιγιστική κλιμάκωση των γεγονότων, με την βία να ξεχύνεται από παντού και τις δολοφονίες οικείων προσώπων να βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη.

Το «Δεν Γίνονται Αυτά Εδώ» πούλησε πάνω από 320.000 αντίτυπα σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη ο ναζισμός έριχνε γερά θεμέλια στην Γερμανία ενώ ο Μουσολίνι ήταν αρκετά χρόνια στην εξουσία. Με την σκέψη εκεί με πολλές και συνεχείς πληροφορίες για την κατάσταση στην Γερμανία, ο Λιούις έγραφε και ξανάγραφε το βιβλίο. Θέλησε έτσι να προειδοποιήσει τους συμπατριώτες του για την μεγάλη πιθανότητα να καταληφθεί «δημοκρατικά» η εξουσία στις ΗΠΑ, όπως έγινε στην Ευρώπη, από εγκληματίες τύπου Χίτλερ.

info: Σίνκλερ Λιούις, Δεν Γίνονται Αυτά Εδώ, Μετάφραση Νίκος Α. Μάντης, Εκδόσεις Καστανιώτης

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.