Συζητήσεις με Γάλλους συγγραφείς νουάρ (μέρος Β'): Καρύλ Φερέ

| 10/07/2018

Ο λόγος για τους τρεις Γάλλους συγγραφείς που λειτουργούν εξαιρετικά στον χώρο του νουάρ αφηγήματος ή αν, θέλετε, του λεγόμενου, παλιότερα,  νεό- πολάρ όπως αυτό εμφανίσθηκε  στις αρχές  του ’70  έχοντας επηρεαστεί  σφόδρα απ’ τις κοινωνικές διεργασίες που κορύφωσε ο Μάης του ’68. Οι παλιότεροι, Ζαν-Μπερνάρ Πουί και Ερβέ Λε Κορ και ο πιο νέος, Καρίλ Φερέ, γράφουν για ανθρώπους που άλλος λίγο, άλλος περισσότερο εμπλέκονται στις κοινωνίες που ζούνε μέσα από τα προσωπικά τους οράματα και την ηθική τους· αρκετά συχνά χάνουν το παιγνίδι, ενίοτε και την ζωή τους αλλά κερδίζουν την ανθρωπιά τους. Η παρουσία τους στην Αθήνα στα πλαίσια των εκδηλώσεων ως παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου έδωσε αφορμή να συζητήσουμε για τα πιο πρόσφατα βιβλία τους. Οι συνεντεύξεις θα δημοσιεύονται κάθε μέρα στο ToPeriodiko.gr. 


Για τον έτερο Γάλλο συγγραφέα Καρύλ Φερέ, οι συστάσεις είναι μάλλον περιττές. Συγγραφέας νουάρ των «ξένων» τόπων, περιδιαβαίνει την Νέα Ζηλανδία, την Αφρική και κατόπιν το Σαν Φρανσίσκο για να φθάσει μέχρι την Αργεντινή και την Χιλή. Είναι η τρίτη του συνέντευξη σΤο Περιοδικό μιας και προηγήθηκαν αυτές για «Ούτου» και το «Χάκα»,  καθώς και για το «Μαπούτσε»– όλα Εκδόσεις Άγρα. Μιλάμε μαζί με την ευκαιρία του τελευταίου βιβλίου του στην Ελλάδα, του «Κόνδορα» ( Άγρα) σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ, που αναφέρεται στην ιστορία της Χιλής, στο πραξικόπημα του Πινοτσέτ μέσα από την σύγχρονη εποχή. Ήδη παρουσιασμένο στο Περιοδικό προχωρούμε ταχέως στις ερωτήσεις.

Σε αντίθεση με το «Μαπούτσε», το «Κόνδωρ» περιέχει πολύ λιγότερες σκηνές βίας. Είχατε πει πως στην περίπτωση της Χιλής η βία είναι περισσότερο κοινωνική;

-«Επειδή είναι πολύ κοντά  η Αργεντινή με την Χιλή δεν ήθελα να κάνω το «Μαπούτσε 2». Δεν ήθελα να επαναλάβω την ίδια ιστορία. Καθώς η πρωταγωνίστρια στο πρώτο μυθιστόρημα, η μαπούτσε Ζανά υπέστη τα πάνδεινα στην πατρίδα της την Χιλή, βγάζει μια πολύ βίαια συμπεριφορά,  θέλησα στο δεύτερο να δημιουργήσω έναν λιγότερο σκληρό χαρακτήρα, την ιθαγενή Γκαμπριέλα που βλέπει τα πράγματα πιο θετικά. Αυτό που λατρεύω στην Αργεντινή είναι πως οι άνθρωποι είναι περισσότερο δυναμικοί ενώ στην Χιλή υπάρχει ένα τέλμα. Είναι χαρακτηριστικό πως στην πρώτη πόλη της Χιλής, εκατό χιλιάδων κατοίκων,  που συναντήσαμε,  όταν ζητήσαμε κάτι μας είπαν ότι για τα πάντα έπρεπε να πάμε στο Σαντιάγο. Δεν υπάρχουν θέατρα, σινεμά γενικώς δεν υπάρχει πολιτιστική ζωή όπως την ξέρουμε εμείς. Στην Αργεντινή βρίσκονται παντού! Και όπως η Χιλή ήταν το πρώτο νεοφιλελεύθερο κράτος έχουνε περάσει αυτή την εμπειρία και έχει γίνει ένας εφιάλτης. Όλα οι υπηρεσίες  έχουν γίνει ιδιωτικές όλα πληρώνονται και όλοι είναι υπερχρεωμένοι. Γι’ αυτό και το βιβλίο βγήκε περισσότερο κοινωνικό εξ’ αιτίας της κατάστασης που επικρατεί εκεί. Στο «Μαπούτσε» είναι  ο λαός που έχει αγωνιστεί και έχει βάλει ο ίδιος του τύραννους του στην φυλακή. Αντίθετα, είδαμε τον Πινοτσέτ  να κηδεύεται δημοσία δαπάνη.»

Και στα δυο μυθιστορήματα υπάρχει ένας χαρακτήρας της γυναίκας ιθαγενούς. Είναι αυτός ο βασικός ήρωας τους;

-«Τους Μαπούτσε τους συνάντησα για πρώτη φορά στην Χιλή και παρ’ ότι αποκαταστάθηκε η δημοκρατία συνεχίζουν να θεωρούνται τρομοκράτες στον τόπο τους. Και επειδή η αγάπη μου για τους ανθρώπους κατευθύνεται προς τους καταπιεσμένους θα γράφω πάντα γι’ αυτούς. Οι Μαπούτσε έχουν μια δική τους αντίληψη για το πώς λειτουργεί ο Κόσμος. Το βιβλίο αναφέρεται για το πώς η Γκαμπριέλα με την ιδιαίτερη αυτή κουλτούρα θα μπορούσε να συγχρωτιστεί με το Εστέμπαν που είναι αστός δικηγόρος από την ανώτερη κοινωνική κάστα της Χιλής. Κομβικό στοιχείο του «Κόνδωρα» είναι το μυθιστόρημα που γράφει ο Εστέμπαν και παρεμβάλλεται στην πλοκή του βιβλίου. Ένα μυστικιστικό  κείμενο. Όπως η Χιλή είναι σφηνωμένη στις  θεόρατες Άνδεις οι Μαπούτσε πιστεύουν πως ζούνε σε ένα περιβάλλον γεμάτο μυστικισμό. Πως θα μπορούσε ο Εστέμπαν να ζήσει σε αυτόν το σύμπαν, αυτός που θέλει μόνο να πίνει πίσκο σούρ.»

Μιλήστε μας για τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου όπως βεβαίως, ο δικηγόρος Εστέμπαν, ο αριστεριστής Στέφανο και ο αρχιβασανιστής της χούντας Ελ Νέγκρο.  

-«Είναι ένας τρόπος για να περιγράψεις την κοινωνία μέσα από τρία πρόσωπα. Ο Εστέμπαν τον σκιαγράφησα πριν, είναι εγκλωβισμένος στην τάξη του και προσπαθεί να βρει διέξοδο μέσα από το μυθιστόρημά του. Τον Στέφανο τον έβαλα για να διηγηθώ την ιστορία του Αλλιέντε και του Πινοτσέτ. Αλλά επειδή οι ιστορίες μου συμβαίνουν στο παρόν προσπάθησα να βρω έναν τρόπο για να τον τοποθετήσω και αυτόν στο σήμερα. Στην Χιλή συνάντησα μια γυναίκα που ήταν στρατευμένη,  είχε βασανιστεί και περάσει τα πάνδεινα και παρ’ όλα  αυτά είχε αγαπήσει τον δήμιο της και μάλιστα τον παντρεύτηκε. Όλος ο κόσμος την μισεί. Στο βιβλίο είναι η Εμμανουέλα η πρώην φίλη του Στέφανο. Ο Εστέμπαν είναι γόνος μιας εκ των δέκα οικογενειών της Χιλής που μοιράζονται τον πλούτο της. Και φυσικά αρνούνται να παραχωρήσουν οτιδήποτε. Ο Εστέμπαν διαφωνεί και περνάει στο αντίθετο στρατόπεδο. Το ότι έγινε ο δικηγόρος των χαμένων υποθέσεων δεν τόσο για να το παίξει Ρομπέν των Δασών όσο για να γελοιοποιήσει την τάξη του.»

Δεν γράφετε για την Γαλλική κοινωνία. Μιλάτε για μια σειρά χώρες μακριά από την Ευρώπη που χαρακτηρίζονται από  προβλήματα που υπάρχουν και στην Γαλλία.  

-«Δεν έχω σκοπό να γράψω για την Γαλλία. Μεγάλωσα με την παγκοσμιοποίηση και η Γαλλία είναι πολύ μικρή για μένα. Προτιμώ να μιλώ στους Γάλλους για την Χιλή, την Αργεντινή, για την Ελλάδα που θα είναι το επόμενο βιβλίο μου, για να μεταφέρω τον απόηχο αυτών των κοινωνιών. Πιστεύω πως είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας και το οικονομικό σύστημα που μας έχουν επιβάλλει είναι για όλον τον κόσμο.»

Μιλήστε μας για το καινούριο σας βιβλίο που αναφέρεται στην Ελλάδα.

-«Πρωταγωνιστής είναι ένας πρόωρα συνταξιούχος Γάλλος αστυνομικός, υπέρ του δέοντος αυτοκαταστροφικός οποίος ξαφνικά μαθαίνει πως έχει μία κόρη. Γράφω για την πατρότητα που είναι για όλον τον πλανήτη και όχι μόνο για την Γαλλία. Ξεκινώ με τον διεμβολισμό ενός ιστιοφόρου στα ανοιχτά της Ισπανίας καθώς θέλω να μιλήσω για την Ευρώπη και το υπάρχον προσφυγικό ζήτημα. Οπότε για μένα είναι το «ευρωπαϊκό» βιβλίο μου. Γιατί δεν βλέπω την Γαλλία χωρίς την Ευρώπη. Ο  βασικός χαρακτήρας  ερευνά τα αιτία της καταστροφής του ιστιοφόρου καθώς στο πλοίο ήταν ο καλύτερός του φίλος, δεινός ιστιοπλόος, που χάθηκε και η πρώην γυναίκα του αστυνομικού. Τα ίχνη τον οδηγούν στην Αθήνα και από εκεί στην Αστυπάλαια όπου στις παραλίες της ξεβράζονται μετανάστες.»

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.