Ο Σωτήρης Δημητρίου μιλά σΤο Περιοδικό

"Πιο ενδιαφέροντες αυτοί που τολμούν και δείχνουν το μαύρο της ψυχής τους"

| 17/02/2016

Έχοντας γεννηθεί στην Πόβλα της Θεσπρωτίας, ο Σωτήρης Δημητρίου έγινε πλατύτερα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό, στα μέσα του ’90, με το σχεδόν ιδιόλεκτο γλωσσικά,  «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» το όποιο κυκλοφόρησε ξανά από τις εκδόσεις Πατάκη. Έκτοτε, πολλά βιβλία του έχουν τιμηθεί με βραβεία,  έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό και μεταφερθεί στον κινηματογράφο -«Αμέρικα» του Σάββα Καρύδα, «Απ’ το χιόνι» του Σωτήρη Γκορίτσα, «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.. Πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας άλλα δυο  έργα του Δημητρίου, η νουβέλα, «Κοντά στην κοιλιά», ένα σουρεαλιστικό σχόλιο  για την σημερινή κρίση και τελευταία, μια ακόμη σειρά διηγημάτων, «Τα όνειρα μου δέλουν», από τις εκδόσεις Πατάκη και αυτά . Ο Σωτήρης Δημητρίου αποδεικνύεται μάστορας της μικρής φόρμας, μικρών κειμένων που φαινομενικά διαβάζονται σαν καθημερινά ενσταντανέ, αλλά κάτω από την επιφάνεια αναπτύσσονται μεγάλες θερμοκρασίες. Αποκλίνουσες συμπεριφορές, διαρροές νευρώσεων, ανορθόδοξες ερωτικές συνευρέσεις, δημιουργούν μελαγχολικά συναισθήματα που ενίοτε  τα γεύεται κανείς μετά το πέρας της κάθε ανάγνωσης. Μια εκ βαθέων συζήτηση είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε με το συγγραφέα, εδώ στο Περιοδικό με αφορμή, βέβαια, τις τρεις εκδόσεις του.

ΣΔ

Στο τελευταίο σου βιβλίο, «Τα όνειρα μου δέλουν» και σε διάφορα παλιότερα διηγήματά σου ασχολείσαι με ιστορίες ερωτικώς ανορθόδοξες, σχέσεις, δηλαδή, μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού. Αφορμές, αποτελούν πραγματικά γεγονότα ή, μάλλον, εμπνεύσεις της φαντασίας του συγγραφέα;

Ακούω κατά καιρούς διάφορα γεγονότα αιμομικτικά, παλιότερα στην επαρχία ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο του ενδοοικογενειακού ερωτισμού. Συνάδει με την αμορφωσιά με την καθυστέρηση, αλλά και δεν είναι άγνωστο σε κύκλους, ανωτέρους, αστικούς, απλώς, οι άνθρωποι αυτοί  τα σκεπάζουν, δεν μιλούν για τέτοια πράγματα. Τώρα, είναι και η φαντασία περισσότερο, ξέρω πάντως πολύ καλά, αν κάτι κινεί τον άνθρωπο έναντι του τέλους του που το ξέρει, είναι η γλύκα της ζωής, η ποικίλη γλύκα, από τα εδέσματα, τα ποτά, τον ήλιο μέχρι την κορυφαία γλύκα της ζωής που είναι η ερωτική γλύκα. Αυτό είναι το αντίπαλο δέος του θανάτου. Δια της  υπερβολής με τις αποκλίνουσες ερωτικές γλύκες, απλώς κάνουμε πιο απτή αυτή την τάση του ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε είναι κοινή φαντασίωση, ονειρώδης, στον ύπνο δηλαδή, τα αγκαλιάσματα με συγγενείς. Όλοι ξυπνάμε έντρομοι, είναι κοινός τόπος. Όπως σήμερα οι γάτες, σεξουαλικά πάνε μεταξύ τους, η μάνα με τον γιό κτλ, ίσως και προ πολιτισμού οι άνθρωποι να ήταν και τέτοια όντα, να μην είχαν τις αναστολές. Και γι’ αυτό ίσως τα όνειρά  μας να είναι επιβιώσεις αρχετυπικές. Γι’ αυτό και θεωρώ αυτά τα διηγήματα λίγο αρχετυπικά ως προς τον ερωτισμό τους.

Σωτήρης Δημητρίου

Στη νουβέλα σου, «Κοντά στην κοιλιά» στήνεις ένα σουρεαλιστικό σκηνικό διαφόρων κοινωνικών ομάδων με κεντρικό θέμα την τωρινή κρίση. Εκεί δηλώνεις δια των χαρακτήρων σου πως λίγο–πολύ και εμείς όλοι είμαστε υπεύθυνοι για την κρίση, καθώς επιδιώκαμε να είμαστε πάντοτε κοντά στην κοιλιά, δηλαδή, βολεμένοι.

Ναι, κάπως έτσι… αν και αυτό το βόλεμα το θεωρώ καλό. Δεν είναι κακό να είσαι εκτεθειμένος στον ήλιο που χαϊδεύει την κοιλιά. Ποιο είναι το πρόβλημά μου: δεν θεωρώ καλό την σπατάλη του χρόνου με την δουλειά ώστε να αποκτήσουμε πράγματα, δεν τελειώνει ποτέ αυτή η υπόθεση. Οπότε πρέπει να διαλέξουμε, ή θέλουμε τον ήλιο στην κοιλιά μας χωρίς να δουλεύουμε ή να μην τον  έχουμε και να δουλεύουμε για να αγοράζουμε. Πρέπει να επιλέξουμε. Να μην έχουμε υλικά αγαθά, να μην έχουμε παιγνιδάκια, δεκανίκια υπάρξεως, διότι τα άλλα αγαθά όπως ο ήλιος δεν πα να έχεις δισεκατομμύρια, δεν τον αγοράζεις πουθενά. Ανεκτίμητο. Τα άλλα τα εκτιμητέα, όλα όσα αγοράζονται σου  κάνουν την ζημιά. Αυτά σου δίνουν μέριμνες. Δεν είμαι ο εισαγγελέας που λέω ότι δεν δουλεύετε. Όχι, μην δουλεύετε αλλά μην έχετε απαιτήσεις υλικής ευημερίας. Ο τρόπος ζωής ο δικός μας είναι θαυμάσιος- ο ήλιος, η αγορά- να πληρώσουμε το τίμημα και να μην γίνουμε επαίτες για τα καθρεφτάκια.

Σου αρέσει να προκαλείς -κατά κάποιο τρόπο- τον κόσμο σαρκάζοντας ανηλεώς στερεότυπα που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία όπως είναι η σεμνοτυφία και η σοβαροφάνεια.

Είναι εγγενή αυτά στην εθνική ψυχολογία. Λίγο να ξύσεις την επιφάνεια… Πίσω από την σεμνοτυφία υπάρχει ένας σπαράσσων ερωτισμός, είναι το προκάλυμμα -πίσω από την σοβαροφάνεια υπάρχει η γελοιότητα. Όλοι οι σοβαροφανείς είναι γελοίοι. Όπου υπάρχει κούμπωμα χαρακτήρος, προσώπου, και η προσπάθεια να είσαι στον μέσο όρο από πίσω εμφιλοχωρεί η γελοιότητα και η κωμωδία.

Τι ρόλο παίζουν όλα αυτά τα κόμματα των αγνωστικιστών, των αισιόδοξων, των ονειριστών, των αντιαυταπατιστών, των μηδενιστών, των… της κωλοτρυπίδας κτλ που διαβάζουμε στο «Κοντά στην κοιλιά»;

Προφανώς ρόλο απελευθερωτικό, πχ οι αντιαυταπατιστές…είμαστε όλοι γεμάτοι αυταπάτες. Διάβαζα προχθές μια έρευνα στο Βήμα που έλεγε πως πάνω από το 53% των ανθρώπων πιστεύουν πως έχουν δύσμορφο σώμα ή πρόσωπο ενώ δεν συμβαίνει ή συμβαίνει στα όρια της δικής τους φαντασίας. Βέβαια, καταλήγω λέγοντας ποιός θα μας σώσει από τη μεγάλη αυταπάτη, η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει λύση, είμαστε όλοι ένα κουβάρι.

Σωτ  Δημ

Υπάρχει κάποια αντιστοιχία με τα γνωστά εν Ελλάδι κόμματα;

Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου αυτά τα κόμματα. Είναι ένα συνονθύλευμα προσωπικών φιλοδοξιών. Και αν υπάρχει και λίγος ιδεαλισμός, δυστυχώς είναι ιδεοληπτικός. Πάντοτε οι μεγάλες προθέσεις οδηγούν στη κόλαση! Όταν έχεις την τάση του σωτήρος, είσαι χειρότερος από τον κυνικό που μόνο για το προσωπικό του συμφέρον δουλεύει. Η μέγιστη βεβαιότητα είναι μια μορφή θρησκευτικού φανατισμού. Σαρώνει όποιον βρει αντίθετο στον δρόμο του, γιατί λέει πως είναι αντίθετος με το συμφέρον του λαού.

Τα διηγήματά σου, μελαγχολικά στην πλειονότητά τους, θυμίζουν φόρμες που ο Τσέχωφ χρησιμοποίησε για τα δικά μικρά λογοτεχνικά κείμενα. Η αίσθηση που αφήνουν, αφού διαβαστούν, διαφωτίζει τα νοήματα των αφηγήσεων.

Για μένα είναι πολύ κολακευτικό. Προέκυψε με τα χρόνια. Έτσι ξεκίνησα εν σπέρματι, αλλά ξεκίνησα λίγο μπρούτα όπως όλοι οι νέοι. Όσο εξασκείς την τέχνη την μαθαίνεις καλύτερα. Μπορεί να χάνεις κάποια αυθορμησία και μια αλκή νεότητος, αποκτάς όμως μια μαστοριά και μια εμπειρία. Αν κάτι έμαθα με τα χρόνια, είναι πως δεν χρειάζεται ο αναγνώστης χειραγώγηση. Ούτε ανάλυση. Δώσε τα πράγματα και αν για σένα ισχύει, ισχύει για όλους τους αναγνώστες. Κάθε κείμενο θα μπορούσε να είναι τριάντα σελίδες. Ο αναγνώστης κάνει την δουλειά. Ότι κόψω και πετάξω θα είναι υπαρκτό στο διήγημα. Θα το εισπράξει αμέσως.

Το διήγημα ένεκα του περιορισμένου χώρου είναι πιο δύσκολο από το μυθιστόρημα;

Μερικές φορές ναι. Αρκεί να μην γίνει το διήγημα κρυπτικό, όπως κρυπτική είναι η ποίηση. Αυτός είναι ο κίνδυνος. Αλλά όταν κατέχεις πολύ καλά το θέμα, αίρεται ο κίνδυνος. Μπορεί να είναι πολύ σύντομο, αλλά να είναι σαφέστατο. Είναι θέμα δουλειάς, χρόνου. Ο χρόνος σου δίνει τη γνώση. Και που θα σμιλέψεις το διήγημα.

Πως δουλεύεις για να φθάσεις στην τελική μορφή;

Γίνεται αστραπιαία ένα σκαρίφημα, ένα ελάχιστο. θα έλεγα ο πυρήνας. Από το τίποτα. Και αθέλητα. Σημειώνω, ίσως, κάποιες εκπληκτικές λέξεις που λέει η μάνα μου. Και καμιά φορά, τώρα τελευταία, κάποιες σπερματικές ιδέες, τους πυρήνες των διηγημάτων, γιατί στο παρελθόν δεν το έκανα και ενδεχομένως χανόταν. Έχω έναν τρόπο δικό μου, σαν άλλοθι τεμπελιάς, που λέω πως αν δεν το κρατήσω στην μνήμη δεν αξίζει το κόπο. Αυτή είναι πρόφαση. Γίνεται μια αυτόματη συσπείρωση όπως ο μαγνήτης τραβάει τα ρινίσματα και… έχεις την πυρηνική ιδέα!

Σου έχει τύχει να τα γράφεις  πολλά και αρχίζεις να κόβεις μετά;

Ναι, στα «Όνειρά μου δέλουν». Τα δούλευα και έκοβα συνεχώς. Μικρές λέξεις που είναι βοηθητικές και δεν χρειάζονται. Και τώρα που το βλέπω τυπωμένο κάποια, πάλι, δεν χρειάζονται. Ήταν  λέξεις που έβγαζε μάτι η αχρηστία τους, δεν τις έβλεπα. Πάλι ο χρόνος σε βοηθάει.  Ό, τι κόβεις είναι πάντα για καλό. Δεν τελειώνει ποτέ αυτό.

Πως λειτουργεί η επανέκδοση του «Ν’ ακούω καλά  τ’ όνομά σου» τώρα σχετικά με το 1993 όταν πρωτοκυκλοφόρησε;

Τότε είχε κάνει αίσθηση. Απρόβλεπτα, διότι ήταν ένα βιβλίο γραμμένο σε ιδιόλεκτο περίπου. Αλλά ποιος ξέρει τι χορδές εθνικές έξυσε, σε τι ορυχεία μπήκε στις ψυχές των ομοεθνών. Και αυτό είναι ένα αρχετυπικό θέμα. Μιλάει για τότε όταν είχαμε μεγάλη φτώχεια έξω, αλλά μεγάλο πλούτο μέσα. Δεν μπορείς να τα έχεις και τα δυο. Τώρα που βγήκε πούλησε δυο χιλιάδες κοντά-κοντά. Είναι από τα βιβλία που δεν χάνονται. Είναι η φρεγάδα των βιβλίων μου, η ναυαρχίς.  Κατά κάποιο αλλόκοτο τρόπο στην μνήμη του αναγνωστικού κοινού για ένα βιβλίο μένεις.

Watermark.aspx

Μίλησε μας  για το σθένος των γυναικών στο εν λόγω βιβλίο σου, την προσπάθειά τους να επιβιώσουν.

Κατά τη γνώμη μου, είχανε βεβαιότητες. Ήτανε βέβαιες. Αν κάτι μας έχει ρημάξει σήμερα είναι η επιφανειακή παιδεία μας. Μας έκανε να νιώσουμε μικροί θεοί και να απαρνηθούμε κάθε βεβαιότητα. Αυτές οι γυναίκες ότι και να τους συνέβαινε, το πιο φρικτό κακό, έλεγαν εξ’ ουρανού, θέλημα της Παναγίας. Και αμέσως την άλλη στιγμή ήταν έτοιμες να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, τόσο απλό. Ήταν θεραπευτικό. Είχαν και άλλες βεβαιότητες για το σκοπό του ανθρώπου: Γέννηση, γάμος, θάνατος. Το συνολικό κοινοτικό πρόσωπο υπερκάλυπτε τα επί μέρους πρόσωπα. Ήταν χωμένα στην αγκαλιά του. Σήμερα δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένα κοινοτικό πρόσωπο. Σήμερα ο καθένας έχει το βασίλειό του. Τα καλά που έχουμε με την ατομικότητα ωχριούν μπροστά στα καλά της κοινωνικότητας. Διότι στο μεγάλο μας  κακό είμαστε άοπλοι. Δεν έχουμε κανέναν. Αντίθετα στον κοινοτικό τρόπο ζωής είχανε όλη τη κοινότητα. Και από επάνω τον ουρανό του θεού. Είχανε πολλά αναχώματα. Εκεί οφείλεται το σθένος αυτών των γυναικών. Είναι απίστευτες οι ταλαιπωρίες τους. Όμως, ήταν βέβαιες ότι έτσι πρέπει να κάνουν. Σήμερα έχουμε ελευθερία, χωρίς ψυχική ισορροπία… Στην κοινοτική κοινωνία η εγγύτης των προσώπων μεταξύ τους, τους έκανε να έχουν πόνο. Πονούσαν ο ένας τον άλλον. Δεν είχαν χαιρεκακία. Δεν ήταν άγγελοι βεβαίως. Όμως, η εγγύτης και η ανάγκη του ενός για τον άλλον έκανε τους ανθρώπους να χαίρονται στο καλό του άλλου και στο κακό του, να λυπούνται.  Αυτό ανεστράφει πλήρως σε συνθήκες ατομισμού. Διότι το άτομο δεν ανέχεται άλλο καλύτερό του. Δεν χορταίνει κάρβουνο ο φούρνος του ανικανοποίητου ατομιστή. Έξω από την πυρηνική οικογένεια την οποία νοιάζεται, γιατί την ταυτίζει με τον εαυτό του, έξω από αυτήν, και λίγο πιο πέρα από συγγενείς και φίλους, υπάρχει πλήρης αδιαφορία. Χάσαμε το συλλογικό πρόσωπο και χάσαμε και τις βεβαιότητες. Παραδέρνουμε ανίσχυρες ψυχές.

Στα «Όνειρα μου δέλουν», αλλά και σ’ όλα τα βιβλία σου, υπάρχουν άτομα που έχουν εμμονές, νευρώσεις. Πιστεύεις πως αυτοί οι χαρακτήρες είναι και οι πιο ενδιαφέροντες σε ένα διήγημα;

Ναι, σαφώς. Όλοι έχουμε εμμονές. Μόνο που οι πιο πολλοί έχουν έναν τρόπο να τις καλύπτουν. Παρουσιάζονται με ένα προσωπείο υγείας. Οσάκις, λοιπόν, εγώ βλέπω να διαρρέει αυτή η εμμονή -πολλές φορές πρότυπο είναι ο εαυτός μου και απλώς το επενδύω σε άλλους ανθρώπους. Είναι πιο ενδιαφέροντες αυτοί που τολμούν και δείχνουν το μαύρο της ψυχής τους, το σκοτάδι τους. Αν υπάρχει καλό και ευτυχία, χωρίς το σκέλος της δυστυχίας -που δεν υπάρχει, πάνε χέρι χέρι αυτά τα πράγματα- αν υπάρχει μόνιμη χαρά για το συγγραφέα θα είναι παντελώς αδιάφορο. Στο Κακό τείνει η τέχνη και λογοτεχνία, κυρίως. Εκεί ψάχνει. Το Καλό δεν έχει την ανάγκη της τέχνης.

*Φωτό: Σπύρος Στάβερης

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.