Τα αποσυρθέντα βιβλία

Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα 1858-2008, Χ. Αθανασιάδης (εκδ. Αλεξάνδρεια)

10262085_1685388755006696_1978808219662682799_n
Γράφει: Νατάσα Κεφαλληνού - Βιβλία + Συζητήσεις, ΙΣΤΟΡΙΑ - 31/01/2016

«Οι πόλεμοι της Ιστορίας» είναι γεγονός. «Επ’ ώμου αρμ», ετερόκλητα πλήθη πολιτών – μη επαγγελματιών ιστορικών τα τελευταία χρόνια διεκδικούν θέση, ρόλο και χώρο στις ιστορικές αποτιμήσεις και την ανασύνθεση του παρελθόντος. Από τη διαμάχη για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού έως τη σημερινή υπόθεση Ρίχτερ, μια πορεία έξι χρόνων σηματοδοτεί την πιεστική είσοδο των μαζών στις ιστορικές διαμάχες. Πρόκειται για πρακτικές που εγγράφονται στον ευρύτερο όρο δημόσια Ιστορία.

Τέσσερις τέτοιες διαμάχες μελετά ο Χάρης Αθανασιάδης στο βιβλίο Τα αποσυρθέντα βιβλία, έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα 1858-2008 (εκδ. Αλεξάνδρεια). Μελετώντας στην ουσία την ιστορία της σχολικής Ιστορίας, το βιβλίο φέρνει στο φως τους συμβολικούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από τέσσερα «αιρετικά» σχολικά βιβλία Ιστορίας. Η αφήγηση ξετυλίγεται αντίστροφα ξεκινώντας από το σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (2006-2008) και πηγαίνει προς τα πίσω στα μέσα του 19ου αιώνα. Στη συνεκτική του αφήγηση ο συγγραφέας αναζητά την «κοινή συνθήκη», τις «γενικές τάσεις», πέρα από τη συγκυρία, που οδήγησαν σε αυτές τις συγκρούσεις, καταλήγοντας πάντοτε σε απόσυρση τα εκάστοτε σχολικά βιβλία.


Η αντοχή του «κανόνα»


Η σχολική Ιστορία είναι δέσμια «των κυρίαρχων παραδοχών μιας κοινωνίας για το παρελθόν», τονίζει ο συγγραφέας, παραδοχών συγκροτημένων βάση «των διακυβευμάτων της κάθε εποχής και του συσχετισμού των εκάστοτε πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων», και δεν μπορεί παρά να αποτελεί την επίσημη δημόσια Ιστορία. Σε αυτό το πλαίσιο, πρώτιστος στόχος της ορίζεται η συμβολή της στην κατασκευή της εθνικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας υπερηφάνειας, κλέους, ένδοξων στιγμών, που καλείται να λειτουργήσει ενοποιητικά και ομογενοποιητικά για τους κατοίκους του εκάστοτε έθνους – κράτους.

1405

Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

Συστατικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας το ιστορικό σχήμα που εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, με την έκδοση της μικρής Ιστορίας του (1853). Το σχήμα πρότεινε τη φυλετική συγγένεια και πολιτισμική συνέχεια του ελληνικού έθνους μέσα στο χρόνο και το χώρο, από την αρχαιότητα (εντάσσοντας σε αυτήν και την ιστορία της Ηπείρου και της Μακεδονίας) έως το ελληνορθόδοξο Βυζάντιο, και από εκεί στους νεότερους χρόνους. Η αδιάλειπτη τρισχιλιετής παρουσία του αδιαίρετου ελληνικού έθνους, αφήγηση βολική και χρήσιμη για τις επιδιώξεις του αναδυόμενου Μεγαλοϊδεατισμού της ελληνικής τάξης στο τέλος του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε ως ηγεμονική αφήγηση της σχολικής ιστορίας όλο τον 20ο αιώνα. Σχεδόν εκατό πενήντα χρόνια μετά, η απόσυρση του βιβλίου της ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού αναδεικνύει ότι, παρά τις προόδους της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας και τα εκσυγχρονιστικά διαβήματα στο πλαίσιο της σχολικής Ιστορίας, ο κανόνας του Παπαρρηγόπουλου αντέχει, όπως και η χρήση της σχολικής Ιστορίας ως εργαλείου σφυρηλάτησης όχι ιστορικής, αλλά εθνικής συνείδησης και ταυτότητας.


 Το «εθνοκτόνο εγχειρίδιο»


Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζεται η διαμάχη για το «εθνοκτόνο εγχειρίδιο», η οποία εντάσσεται σε γνώριμα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα: το 2004 η κυβέρνηση Σημίτη αποφασίζει να ανανεώσει 56 σχολικά εγχειρίδια του Δημοτικού, το πρόγραμμα ξεκινά, αλλά πριν την τελική έγκριση τους η ΝΔ κατακτά την εξουσία. Η νέα υπουργός Παιδείας, Μαριέττα Γιαννάκου, αντί να ματαιώσει το σχέδιο, κατά τη συνήθη πρακτική στην εναλλαγή κυβερνήσεων, επιλέγει το δρόμο της «θεσμικής συνέχειας», και εγκρίνει τα εγχειρίδια –  πρακτική που αντανακλά, κατά τον συγγραφέα, «την άμβλυνση των διαφορών ανάμεσα στα δύο κόμματα, (…) τη σύγκλιση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και το νεοφιλελευθερισμό».

Από τον Σεπτέμβριο του 2006, όταν άρχισε να διανέμεται το νέο εγχειρίδιο Ιστορίας αποτέλεσε αντικείμενο ετερόκλητων επικρίσεων, από φορείς όλου του πολιτικού φάσματος (Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ, την πλειοψηφία των βουλευτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ). Η διαμάχη κράτησε 29 μήνες και κορυφώθηκε προεκλογικά, την άνοιξη του 2007,  προκαλώντας σημαντικό πολιτικό κόστος στην υπουργό. Οι πολέμιοι του εγχειριδίου το στοχοποίησαν, σύμφωνα με το συγγραφέα, κυρίως γιατί αυτό δεν επιτελούσε την «εθνοποιητική λειτουργία» του.

Η πολεμική, κυρίως της «δεξιάς πολυκατοικίας», αρθρώθηκε γύρω από τρεις άξονες:

α) Το βιβλίο κατέφερε πλήγμα στην εθνική ομοψυχία εξαιτίας της τηλεγραφικής παρουσίασης των «ένδοξων σελίδων» της ιστορίας του ελληνικού έθνους (π.χ. η επανάσταση του 1821 παρουσιαζόταν σε 26 μόνο σελίδες), αλλά και εξαιτίας της αποστασιοποιημένης αναπαράσταση των «εθνικών τραυμάτων», όπως αυτού της Μικρασιατικής Καταστροφής.

β) Το σχολικό εγχειρίδιο κλόνιζε την εθνική ταυτότητα, καθώς ένα συστατικό της στοιχείο, η σχέση ελληνισμού και ορθοδοξίας, απουσίαζε. Ζωτικοί μύθοι για την εκκλησία αλλά και την εθνική συνείδηση, όπως συγκροτήθηκε από τον 19ο αιώνα, έλειπαν από την αφήγηση. Χαρακτηριστική περίπτωση ο μύθος για το «κρυφό σχολειό».

γ) Τέλος, ακόμα και η «αδιαπραγμάτευτη» ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους αμφισβητούταν, με την προβολή της νεωτερικής θέσης ότι τα έθνη δεν αποτελούν αιώνιες οντότητες, αλλά πολιτισμικά μορφώματα, προϊόντα του 18ου-19ου αιώνα.

laos-ksylografia-tassos

«Ο Λαός», ξυλογραφία του Τάσσου

Ενδιαφέρον έχει ότι μια σειρά από διανοούμενοι με «προοδευτικά διαπιστευτήρια» θα ενστερνιστούν την τρίτη διάσταση της παραπάνω πολεμικής, συγκρουόμενοι με τη νεωτερική αντίληψη για το έθνος. Ενδεικτική η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη  που υπεραμύνθηκε του ιστορικού βάθους του, αποδίδοντας μάλιστα στην «ελληνικότητα», μια καίρια διάσταση, για κάποιες συνιστώσες της ελληνικής Αριστεράς: τη «δημοκρατική παράδοση» και τη «διαρκή αντίσταση», που είναι στο πολιτισμικό DNA του ελληνικού λαού. Την ίδια λογική της μακραίωνης επιβίωσης  και αντίστασης του ελληνικού λαού θα υπερασπίσει και ο εκδότης Γ. Καραμπελιάς.[i]


Η προκλητική κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας


Στη δεύτερη περίπτωση επρόκειτο για το σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄ Λυκείου, Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου. Το βιβλίο, σύμφωνο με τις νέες ιστοριογραφικές τάσεις, ενέτασσε την ελληνική ιστορία στην ευρύτερη βαλκανική και ευρωπαϊκή.

Ωστόσο, την οργή του Ουράνιου Ιωαννίδη, υπουργού Παιδείας της Κύπρου, προκάλεσε το κεφάλαιο για το «κυπριακό», που ανέφερε ότι «η ΕΟΚΑ πρόβαλλε έναν υπερσυντηρητικό εθνικισμό». Στις 27 Απριλίου 2002 ο κύπριος υπουργός Παιδείας διαμαρτυρήθηκε στον έλληνα ομόλογό του, Πέτρο Ευθυμίου, ο οποίος  προσέτρεξε να δώσει εντολή αναδιατύπωσης της συγκεκριμένης φράσης. Παράλληλα ο Λυκουρέζος, βουλευτής της ΝΔ, κατήγγειλε το εγχειρίδιο για «προκλητική κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας». Ακολούθησε μια δημόσια διαμάχη με υπερασπιστές του βιβλίου μερικούς από τους επιφανέστερους ιστορικούς και επικριτές πολιτικούς, δημοσιογράφους, βετεράνους αγωνιστές – καταλήγοντας στην απόσυρση του.

Οι δύο αντίπαλες αφηγήσεις, αποτέλεσμα «των διακυμάνσεων της συλλογικής μνήμης και λιγότερο της ιστορικής έρευνας», απηχούσαν τις «ασυμφιλίωτες μνήμες» γύρω από τα συμβάντα. Σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση ο αγώνας της ΕΟΚΑ  ήταν αλυτρωτικός και όχι αντιαποικιακό κίνημα. Επρόκειτο  για το τελευταίο επεισόδιο της εποποιίας του νέου ελληνισμού. Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, Γρίβας, κάλεσε τους αριστερούς να συμμετάσχουν στον αγώνα ατομικά για να μην καταγγελθεί το κίνημα ως κομμουνιστικό εν μέσω ψυχρού πολέμου. Ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν και έθεσαν έτσι εαυτόν εκτός έθνους. Η κυβέρνηση Καραμανλή προσδεδεμένη στο άρμα των Αμερικανών, δεν μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Ο Μακάριος σύρθηκε στην πολιτική του εφικτού και σε έναν οδυνηρό συμβιβασμό που επιβλήθηκε από το Λονδίνο. Η τελική πράξη του δράματος παίχτηκε επί Χούντας.

Από την άλλη πλευρά κύπριοι επιφυλλιδογράφοι, αριστεροί στην πλειονότητα τους, ανέδειξαν το εναλλακτικό σχήμα: υποστήριξαν ότι η Αριστερά από τη δεκαετία του 1940 ανταποκρίθηκε στο αίτημα του λαού για ελευθερία, προβάλλοντας ένα πατριωτισμό με κοινωνικά χαρακτηριστικά που μπορούσε να συμπεριλάβει και τους τουρκοκύπριους. Ωστόσο τη δεκαετία του 1950 η μισαλλόδοξη εθνικοφροσύνη που κυριάρχησε στην Ελλάδα επηρέασε και τον κυπριακό αγώνα. Το κίνημα περιχαρακώθηκε στο αίτημα της ένωσης, πυροδοτώντας το σύνθημα της διχοτόμησης από την τουρκική πλευρά. Σε αυτή την αφήγηση τονίστηκε ιδιαίτερα η πολιτεία του Γρίβα στα χρόνια της Κατοχής (ίδρυση οργάνωσης Χ, ο ρόλος του στα Δεκεμβριανά), ως διαπιστευτήριο για να τον αποκλεισμό της κυπριακής Αριστεράς από τον αγώνα και τη στοχοποίηση των αριστερών αγωνιστών από την ΕΟΚΑ.

girivas_

Γεώργιος Γρίβας

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η απόσυρση του βιβλίου αναδεικνύει ότι η αφήγηση της Δεξιάς ήταν γερά εδραιωμένη, ηγεμονική. Ωστόσο, επισημαίνει ότι το σχήμα ήταν αδύνατον να κλονιστεί και εξαιτίας των ανεπαρκειών της Κυπριακής Αριστεράς, αφού ενστερνιζόμενη κοινές παραδοχές με τους εθνικιστές αναφορικά με την πατρίδα, το έθνος, τον λαό δεν θέλησε να αντιπαρατεθεί στην ουσία με το εθνικό αφήγημα, αλλά αρκέστηκε στη διεκδίκηση μιας θέση εντός του. Για αυτό και επέμεινε  κυρίως στο αίτημα αναγνώρισης και δικαίωσης των θυμάτων της.


«Προς πολτοποίησην»


Η τρίτη διαμάχη πραγματοποιήθηκε το 1965 και αφορούσε το εγχειρίδιο της Β΄ Γυμνασίου Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική (1965) του Κ. Καλοκαιρινού. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η διαμάχη «παρότι τέμνεται, δεν ταυτίζεται με την αντιπαράθεση για τη δημοτική γλώσσα, αλλά εγγράφεται στη διαπάλη για τη νοηματοδότηση του ελληνικού έθνους».

Εκπαιδευτικό και πολιτικό πλαίσιο: Έτος 1964, η Ένωση Κέντρου βρίσκεται στην κυβέρνηση επαγγελλόμενη τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που θα γενίκευε την πρόσβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα ανέπτυσσε την τεχνική εκπαίδευση κ.λπ., θεωρείται αναγκαία για τον εκσυγχρονισμό της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόσκομμα στην όλη στοχοθεσία θεωρήθηκε η καθαρεύουσα, ωστόσο ακραίες λύσεις δεν προκρίνονται υπό το φόβο των ακροδεξιών αντιδράσεων: η δημοτική γενικεύτηκε στη στοιχειώδη μόνο εκπαίδευση, στη μέση εισήχθη διστακτικά ως «ισότιμη» με την καθαρεύουσα. «Η επίλυση του ακανθώδους ζητήματος μετατέθηκε στο πεδίο της εφαρμογής, στη γλώσσα των νέων εγχειριδίων». Η έκδοση τους πραγματοποιήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, ωστόσο τα Ιουλιανά και οι δύο πρώτες βραχύβιες κυβερνήσεις αποστατών ανέκοψαν τη μεταρρυθμιστική ορμή.

Ο νέος γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας διαφωνώντας με τη μεταρρύθμιση και με πρόφαση κάποιες παρατυπίες στην έκδοση των νέων σχολικών βιβλίων ζητά από νεοσύστατες επιτροπές να αποφασίσουν αν τα νέα βιβλία «θα σταλούν προς πολτοποίησην». Οι Παπανδρέου και Παπανούτσος αντέδρασαν άμεσα υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα είναι η γλώσσα των εγχειριδίων οδηγώντας το υπουργείο σε απολογητική στάση. Η τρίτη κυβέρνηση αποστατών θα υπουργοποιήσει στο Παιδείας έναν υπέρμαχο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, και οι επιτροπές θα γνωμοδοτήσουν θετικά για τα νέα βιβλία.

Ωστόσο το βιβλίο Ιστορίας θα συγκεντρώσει πλήθος βολών. «Σε αδρές γραμμές, οι πολεμικές θα επιχειρήσουν να καταδείξουν ότι συγκεκριμένες αποφάνσεις, σιωπές και λογικές της αφήγησης του Καλοκαιρινού, πρώτον, αμφισβητούν την παραδοχή περί αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού έθνους, δεύτερον, αποτιμούν θετικά τους προαιώνιους εχθρούς των Ελλήνων και τρίτον υπονομεύουν την εθνική ενότητα προκρίνοντας την ταξική εξήγηση του ιστορικού γίγνεσθαι.  Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με την οπτική των πολέμιων, το βιβλίο αντιστρατεύεται τον κεντρικό στόχο που οφείλει να έχει κάθε σχολική ιστορία: την ενστάλαξη του εθνικού φρονήματος στη συνείδηση των μαθητών». Το βιβλίο του Καλοκαιρινού θα παραμείνει στις αποθήκες του υπουργείου για 12 χρόνια και θα επανεισαχθεί στη Β΄ Λυκείου αυτή τη φορά, το 1976, με υπαναχωρήσεις στις πιέσεις των πολέμιων.


Στην πυρά


«Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολειών και καώσι τα […] υπάρχοντα αναγνωστικά βιβλία ως έργα ψεύδους και κακοβούλου προθέσεως», τα παραπάνω αποφάνθηκε η διορισμένη (τη διετία 1920-1922) από τις κυβερνήσεις των αντι-βενιζελικών Επιτροπεία, αποτελούμενη από 6 διανοούμενους  τους συντηρητικού χώρου, για τα 13 αναγνωστικά βιβλία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, που ήταν γραμμένα για πρώτη φορά στη δημοτική γλώσσα.

Επρόκειτο για την κορύφωση μιας παρατεταμένης διαμάχης που ξεκίνησε το 1918. Πλήθος επικρίσεων δέχτηκε το αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού, Τα ψηλά βουνά, του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Το βιβλίο σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που εισήγαγε το βενιζελικό καθεστώς της τριετίας 1917-1920, συγκεντρώνοντας τα πυρά όχι των αντι-βενιζελικών αλλά και βενιζελικών. «Σύμφωνα με το εξηγητικό σχήμα όλα τούτα συνέβησαν διότι το διακύβευμα δεν ήταν μόνο η γλώσσα των αναγνωστικών […] αλλά επίσης η ιδεολογία τους».

cf84ceb1-cf88ceb7cebbceb1-ceb2cebfcf85cebdceac-ceb1ce84ceadcebaceb4cebfcf83ceb7-1918«Τα ψηλά βουνά είναι βιβλίο άθεον, μη διδάσκον ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα ούτε οικογένεια. Είναι βιβλίο Μπολσεβίκικον!» θα αναφωνήσει ένας από τους καθαρολόγους συντηρητικούς επικριτές του. Η κριτική επί του περιεχομένου που διατυπώθηκε από αυτή την τάξη των πολέμιων συνοψίζεται από το συγγραφέα στα εξής: «Οι 26 μαθητές του αφηγήματος θα παραμείνουν επί μακρόν στην θερινή κατασκήνωση, χωρίς να νοιάζονται για την οικογένεια παρά μόνο για την κοινότητα (το soviet!) θα πέφτουν για ύπνο χωρίς να προσεύχονται. (…) Περιφερειακός θα είναι και ο ρόλος που επιφυλάσσει το αναγνωστικό στην πατρίδα». Εναντίον του αναγνωστικού στράφηκαν και δημοτικιστές όπως η Γαλάτεια Καζαντζάκη η οποία «αναζητά εναγωνίως στις σελίδες του το Έθνος (με έψιλον κεφαλαίο)» και δεν το βρίσκει. Οι λόγοι της Γ. Καζαντζάκη σηματοδοτούνταν βλέψεις μερίδας δημοτικιστών – ρομαντικών εθνικιστών που απαιτούσαν τη γλωσσική μεταρρύθμιση ώστε να στρατευτούν ολόψυχα οι μαθητές στον εθνικό αγώνα. Εν τέλει καταλήγει ο Χ. Αθανασιάδης «η απουσία της Ιστορίας» συσπείρωσε ετερόκλητες δυνάμεις εναντίον του.

Η έντονη κριτική θα επηρεάσει την κυβερνώσα βενιζελική παράταξη, η οποία στη δεύτερη έκδοση, το 1919, θα προβεί στις απαραίτητες τροποποιήσεις «διασκεδάζοντας τις περί θρησκείας και οικογένεια αντιδράσεις. Δεν θα αλλάξουν όμως μήτε θα προσθέσουν τίποτα που να απαντά στις ειδικές εγκλήσεις για το έθνος», επιμένοντας σε μια μη ουσιοκρατική αντίληψη της εθνικής ενότητας, αλλά αντίθετα αναγνώρισης της ως απόφαση, πολιτική πράξη ένταξης στο έθνος.

Τελικά το επίμαχο αναγνωστικό δεν στάλθηκε στην πυρά από την κυβέρνηση των αντι-βενιζελικών. Παρέμεινε στις αποθήκες ως το 1924 οπότε επέστρεψαν οι βενιζελικοί και επανεγκρίθηκε.


Ο Γεροστάθης του Λέοντα Μελά


Το τελευταίο κεφάλαιο σε αντίστιξη με τα προηγούμενα επιφυλάσσει μια έκπληξη, καθώς μιλά για ένα αναγνωστικό που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και χρησιμοποιήθηκε 4 δεκαετίες, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά. Ένα αναγνωστικό γεμάτο ιστορικές αναφορές, που σε ένα άλλο χωρόχρονο θα μπορούσε να αποτελέσει κόκκινο πανί για τους υπερασπιστές της εθνοποιητικής λειτουργίας της σχολικής Ιστορίας και αυτό γιατί: «αμφισβητεί την ελληνικότητα της Μακεδονίας, δεν διαχωρίζει τη Βυζαντινή από την Ρωμαϊκή Ιστορία και εμφανίζει την τουρκοκρατία ως μάλλον ανεκτική περίοδο στην οποία οι έλληνες θρησκεύονταν και εκπαιδεύονταν ελεύθερα».

Ενδεικτικά αναφέρεται το παρακάτω απόσπασμα: «Οι Αθηναίοι μετά τας ενδόξους νίκας των κατά των Περσών, (…) υπεδουλώθησαν υπό την Σπάρτη την δε υπερήφανον Σπάρτη εταπείνωσεν έπειτα ο Επαμεινώνδας, μέχρι [ότ]ου άπασα η υπερήφανος Ελλάς ταπεινώθη κατέστη Μακεδονική, ακολούθως Ρωμαϊκή και επί τέλους Τούρκικη επαρχία». Αυτή η αφήγηση, που τον επόμενο αιώνα θα φάνταζε εξωφρενική, στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν κυρίαρχη στους κύκλος των λόγιων του ελληνικού διαφωτισμού, από τους οποίους εμπνεόταν ο Μελάς. Ο καθοδηγητικός άξονα της είχε ως εξής: «ως ελληνική θεωρούταν η ιστορία της αρχαιότητας και μόνο αυτή, η οποία είχε ενδιαφέρον διότι αποτελούσε κρίσιμο στάδιο της γενικής παγκόσμιας Ιστορίας». Τα προτάγματα του Διαφωτισμού είναι φανερά σε τούτη την αφήγηση, η οποία στα τέλη του 19ου αιώνα θα ηττηθεί κατά κράτος από τους οπαδούς του ελληνικού ρομαντισμού, που ενστερνίστηκαν το σχήμα Παπαρηγόπουλου.

Το βιβλίο Τα αποσυρθέντα βιβλία εξαιρετικά καλογραμμένο, συνεκτικό και ευκολοδιάβαστο προσφέρει πλούσια τροφή για σκέψη σχετικά: α) με το ρόλο που καλείται να επιτελέσει η σχολική Ιστορία στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου η ιδέα των εθνών ως πολιτισμικών μορφωμάτων ολοένα εδραιώνεται. β) με τη συμμετοχή των πολιτών στις διαμάχες για την Ιστορία. Και εδώ αξίζει να σταθούμε και να δούμε προσεκτικά (ιδιαίτερα με δεδομένο την ποινικοποίηση της ιστορικής αφήγησης όπως εκδηλώθηκε με την υπόθεση Ρίχτερ-άσχετα με το αν κανείς διαφωνεί με τις απόψεις του) πώς οι ιστορικοί μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση των όρων συμμετοχής ευρύτατων κοινωνικών ομάδων στον ιστορικό διάλογο, χωρίς να αφήνουν αυτή τη διαδικασία στα χέρια κάθε λογής Λιακόπουλων. Από αυτή την άποψη η συμβολή του βιβλίου είναι σημαντική.



[i] Αλλά και διανοούμενοι του ΚΚΕ θα στραφούν εναντίον του βιβλίου υποστηρίζοντας ότι η απάλειψη των λαμπρών σελίδων των εθνικών και κοινωνικών αγώνων υπονομεύει το νεωτερικό έθνος (που γίνεται αντιληπτό ως καταφύγιο των «από κάτω» και ανάχωμα στην επέλαση της αγοράς) προς όφελος του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Στα Αποσυρθέντα δεν παρουσιάζονται οι ενστάσεις εναντίον του σχολικού βιβλίου που διατυπώθηκαν από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά και συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, πλευρά που θα είχε ενδιαφέρον να διερευνηθεί, παράλληλα με τους λόγους υπεράσπισης του ΣΥΡΙΖΑ, διαμορφώνοντας μια πιο συνολική εικόνα για τη στάση της Αριστεράς απέναντι στο σχολικό εγχειρίδιο.

 

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.