Σοβιετικά καρτούν

Γιατί τα αριστουργηματικά animation film της Σοβιετικής Ένωσης δεν θα γίνουν ποτέ viral

Γράφει: Χριστίνα Μίχαλου - ΤΕΧΝΕΣ - 05/01/2018

Όσοι υπήρξαν παιδιά τις δεκαετίες του οδγόντα και του ενενήντα, πιθανώς ανακαλούν να θέλουν οπωσδήποτε να αποκτήσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους βιντεοκασέτες της Disney. Είχε κάτι ιδιαίτερο η διαδικασία του βίντεο, που η φρενίτιδα του Νέτφλιξ δεν μπορεί να αντικαταστήσει· η επίσκεψη στο γειτονικό βίντεο κλαμπ, η αναζήτηση, ύστερα η αναμονή όσο η κασέτα γυρίζει στην αρχή γιατί ο τελευταίος που τη νοίκιασε την επέστρεψε χωρίς να την ετοιμάσει για τον επόμενο. Οι κασέτες της Disney ξεχώριζαν από τις υπόλοιπες — έβγαιναν σε χρώμα μπλε, και έφεραν ένα ασημένιο αυτοκολλητάκι ανωτερότητας στην ετικέτα τους, ώστε να μην μοιάζουν με τις απομιμήσεις.

Όσο για τις απομιμήσεις, στην Ελλάδα κυκλοφορούσαν συνήθως σε εξευτελιστικές τιμές, από μικρές και μάλλον αταβιστικές εταιρίες τύπου Τζοκόντα Βίντεο. Πρόχειρα μεταγλωτισμένες, άλλες φορές σε μισά ελληνικά και μισά ρώσικα, με περίεργα σκίτσα και μουντά χρώματα που για ένα παιδί εξοικειωμένο με τη μαγεία του Disney σίγουρα δεν ήταν και τόσο… κουλ. Αυτό που λίγοι γνωρίζουν, είναι πως στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο καθόλου για απομιμήσεις, αλλά για πρωτότυπα έργα δημιουργημένα τουλάχιστον τριάντα χρόνια πριν τα αντίστοιχα της Disney. Φυσικά, ο αριστουργηματικός σοβιετικός κινηματογράφος δε θα γίνει ποτέ viral — και εκείνα τα DVD του ενός ευρώ που κείτονται δίπλα στις χλωρίνες στο σούπερ μάρκετ είναι ίσως τα πιο αδικημένα καλλιτεχνήματα του περασμένου αιώνα.

 

«Θέλουμε κι εμείς Μίκι Μάους!»

Το ντεμπούτο του Γουόλτ Ντίσνεϋ το 1928 με την πρωτοποριακή δημιουργία του πασίγνωστου Μίκι Μάους αποτέλεσε έμπνευση αλλά και πρόκληση για τις υπόλοιπες ανερχόμενες εταιρίες παραγωγής ταινιών που θέλησαν να μιμηθούν, αν όχι να ξεπεράσουν το ήδη διάσημο καρτουνάκι που είχε συστήσει μία πληθώρα νέων δυνατοτήτων στον κόσμο του κινηματογράφου.

Η Σοβιετική Ένωση όχι μόνο δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αλλά φάνηκε να εκτιμά ιδιαίτερα την τεχνική κινουμένων σχεδίων. Το 1933, ο Ντίσνεϋ έστειλε στη Ρωσία μία συλλογή των πρώτων του ολιγόλεπτων δημιουργιών, ώστε να προβληθούν στο φεστιβάλ της Μόσχας. Η αντίδραση του κόσμου ήταν αναπάντεχα θετική, με τους πολίτες να ζητούν από τον Στάλιν να δημιουργήσει και αυτός κάτι όμοιο. Το σύνθημα της ημέρας ήταν «Θέλουμε κι εμείς Μίκι Μάους!» Πολύ σύντομα, η Σοβιετική Ένωση εγκαινίασε το δικό της στούντιο παραγωγής κινουμένων σχεδίων, που όμως σε τίποτα δε θύμιζε το δρόμο που είχε ξεκινήσει να χαράζει η Disney.

Ενώ οι υπόλοιπες χώρες πάσχιζαν να δημιουργήσουν ταινίες με τέσσερα ή πέντε καρέ ανά δευτερόλεπτο, η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη της εποχής της που έφτασε τα είκοσι τέσσερα, με την ποιότητα της ροής του αποτελέσματος να είναι κατά πολύ ανώτερη των δυτικών ταινιών κινουμένων σχεδίων της εποχής. Το εμπορικό άγχος των δυτικών στούντιο να εξελιχθούν γρήγορα σε έναν αντάξιο αντίπαλο της Disney, οδηγούσε συχνά σε πρόχειρα αποτελέσματα, με ρηχές ιστορίες που ενθουσίαζαν για λίγο αλλά στο τέλος δεν άφηναν τίποτα στο κοινό.

Στη Σοβιετική Ένωση, ο απώτερος σκοπός για διεθνή  ανταγωνισμό απουσίαζε. Όλες οι παραγωγές ήταν εσωτερικής κατανάλωσης, γεγονός που επέτρεπε στους παραγωγούς να εστιάσουν στην ποιότητα του αποτελέσματος και όχι στην εμπορικότητα αυτού.

Οι ταινίες που δημιουργήθηκαν σταδιακά μέσα στις επόμενες δεκαετίες, φωτογραφίζουν μία Ρωσία πληθωρική λαογραφικά, με συγκινητικούς μύθους και πλούσια ιστορία, χωρίς να λείπει φυσικά η αντιπολεμική και κομμουνιστική προπαγάνδα που προσέθεσε στα παραμύθια την απαραίτητη ιστορική σφραγίδα της εποχής.

Πρόκειται για έναν καθρέπτη των πεποιθήσεων, των προσδοκιών, των φόβων αλλά και των επιτευγμάτων που έλαβαν χώρα μετά τη Ρωσική Επανάσταση.

 

Μία κουλτούρα υψηλής αισθητικής

Εκεί που η Disney βασίστηκε στο εύκολο γέλιο που προκαλεί η βία (βλ. αιώνιοι εχθροί που ζουν για να αλληλοσκοτώνονται, όπως ο Τομ και ο Τζέρυ) η Ρωσία επένδυσε στις λαϊκές της παραδόσεις ώστε να προβάλει υψηλή αισθητική και να αναδείξει την παραδοσιακή μουσική της. 

Τα μηνύματα υπέρ της πλουτοκρατίας και βασιλείας που εδρεύουν στα κλασικά παραμύθια είτε εξομαλύνθηκαν είτε επικρίθηκαν εμμέσως μέσω της εξιστόρησης, αφού ο «καλός νέος» δεν είναι σχεδόν ποτέ πρίγκιπας ή βασιλιάς όπως στα δυτικά παραμύθια. Όσο για τις αλληγορίες τους, εστιάζουν πάντα στην καλοσύνη και την αλληλεγγύη, χωρίς να χρησιμοποιείται η βία ως σάτιρα.

Τα σοβιετικά παραμύθια προσφέρουν πλούτο γνώσεων και ιδιαίτερη, σπάνια αισθητική που δεν συναντάται στα (πολύ πιο εμπορικά) αμερικάνικα κινούμενα σχέδια. Δεν είναι άξιο απορίας ωστόσο το ότι σπάνια γίνονται αναφορές σε αυτές τις ταινίες, ή το ότι ελάχιστη αναγνωρισιμότητα έλαβαν ακόμα και την περίοδο της πρώτης κυκλοφορίας τους παρά τη, συγκριτικά με την Disney, μεγαλύτερη εμβάθυνση και ωριμότητα με την οποία χειρίστηκαν την πληθώρα ιστοριών με τις οποίες καταπιάστηκαν. 

Τα αποστειρωμένα δυτικά παραμύθια αντιφάσκουν ανάμεσα σε βίαια και σεξιστικά στερεότυπα που θέλουν τις εκρήξεις, τα καρούμπαλα, τις τρικλοποδιές και τους παχείς ανθρώπους να αποτελούν πηγή γέλωτος, όσο παρουσιάζουν τις γυναίκες ως απογοητευμένες υπάρξεις που αδημονούν να παντρευτούν τον πρίγκηπα για να απελευθερωθούν από τη μιζέρια τους.

Βεβαίως, τα σοβιετικά παραμύθια δεν γλίτωσαν από όλα τα στερεότυπα της εποχής (τα οποία εξήντα χρόνια πριν αποτελούσαν την αναμενόμενη νόρμα), και εντούτοις, αντιμετώπισαν τον θεατή με μία σπάνια σοβαρότητα, σχεδόν συγκινητική, χωρίς τον σχεδόν ψυχαναγκαστικό χλευασμό μεταξύ ηρώων που περιμένει κανείς να συναντήσει σε κάθε σκηνή μίας «παιδικής» ταινίας.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά και ασιατικά κινούμενα σχέδια, που βρίσκονται σε μία μόνιμη άγραφη ανταλλαγή ιδεών με τις υπερπαραγωγές της Αμερικής, τα σοβιετικά παραμύθια είναι ίσως τα μόνα που έμειναν εντελώς ανεπηρέαστα από εξωτερικούς παράγοντες για πολλές δεκαετίες, και που ακολούθησαν μία πορεία εξ ολοκλήρου αυτοδημιούργητη.

Μάλιστα, κάποιες από τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν παραμένουν μέχρι και σήμερα άγνωστες εκτός της Ρωσίας. Για τη δημιουργία του Полигон (Polygon), μίας ταινίας κινουμένων σχεδίων που στόχευε σε αντιπολεμική προπαγάνδα, χρησιμοποιήθηκε μία τεχνική ρεαλιστικής ζωγραφικής δύο διαφορετικών επιπέδων διαφορετικών χρωμάτων για το κάθε καρέ – το αποτέλεσμα ήταν τόσο ρεαλιστικό που θύμιζε μεταγενέστερα τρισδιάστατα ψηφιακά animation, σε μία εποχή που αντίστοιχες χρήσεις του CGI δεν ήταν ακόμη εφικτές. Αυτή η τεχνική δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από άλλες χώρες. 

Η Πεντάμορφη και το Τέρας, 1952 (Союзмультфильм) και 1991 (Disney)

Μουσική και εθνογραφία ένα βήμα πιο πέρα από το… μπίμπιτι μπόμπιτι

Αν σκεφτεί κανείς πως μία πληθώρα εξαιρετικών ταινιών κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους είχε κυκλοφορήσει δεκαετίες πριν το Βασιλιά των Λιονταριών, την Πεντάμορφη και το Τέρας, και τη Σταχτοπούτα, θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς σε τι διέφερε η ρωσική κουλτούρα τόσο ώστε να μην ερεθίσει το ενδιαφέρον του δυτικού κοινού, και για ποιο λόγο οι ταινίες αυτές κυκλοφόρησαν μόνο για μικρό χρονικό διάστημα σε βαλκανικές χώρες, ενώ μόλις τρεις-τέσσερεις από αυτές τα κατάφεραν σε διεθνές επίπεδο (και μόνο σε μορφή βιντεοκασέτας.)

Η εύκολη απάντηση είναι σίγουρα πως… δεν ήταν αρκετά καλές. Αναμφίβολα όμως ένα παιδί αναθρεμμένο σε ένα περιβάλλον με ακατανόητα γρήγορο ρυθμό εναλλασσόμενων ερεθισμάτων — ένα παιδί του καπιταλισμού, εν ολίγοις — δε δύναται να ενδιαφερθεί για μία ταινία, εάν αυτή δεν αποσκοπεί στο να το διασκεδάσει ως κλόουν. Και δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, αλίμονο. Όλοι αγαπάμε την καλή κωμωδία και όλοι ξέρουμε πως όσο κι αν κλάψαμε όταν πέθανε ο Μουφάσα, ο θρήνος δεν ήταν αρκετός για να μας αποτρέψει από το να γελάσουμε όταν εμφανίστηκαν ο Τιμόν και ο Πούμπα και έκλεψαν την παράσταση.

Η διαφορά ανάμεσα στα αμερικάνικα «καρτούν» και τα σοβιετικά δεν είναι γεωγραφική, αλλά πολιτισμική. Μπορεί τα δεύτερα να υστερούν σε έντονα, χαρούμενα χρώματα, μπάτζετ που θα προσέθετε χλιδή, συνεχείς εναλλαγές πλάνων και εμπορικούς χαρακτήρες-καρικατούρες, όμως δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν σε ποιότητα. 

Οι ταινίες σοβιετικής παραγωγής δεν ωραιοποιούν τίποτα, σε αντίθεση με αυτές της Disney. Δεν ισχυρίζονται πως ο Μόγλης είναι μία διασκεδαστική ιστορία όταν ο πρωταρχικός της στόχος ήταν να θίξει το ζήτημα του Ιμπεριαλισμού στην Ινδία. Η Πεντάμορφη και το Τέρας δεν χορεύουν, ούτε συζούν, ούτε ερωτεύονται, γιατί το τέρας είναι καταραμένο, δυστυχισμένο και μόνο, και η μόνη του παρηγοριά είναι να παρακολουθεί την Πεντάμορφη στα κρυφά να τραγουδάει. 

Το 1952, η σλαβική όπερα Snow Maiden του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ υιοθέτησε για πρώτη φορά μορφή κινουμένων σχεδίων, σε μία ταινία μεγάλου μήκους η οποία δανείστηκε την συμφωνική ορχήστρα της Σοβιετικής Ένωσης και αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο για την περίοδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στον σοβιετικό κινηματογράφο. 

Ακόμα και σε μορφή κινουμένων σχεδίων, οι σκληρές σκηνές του έργου παραμένουν αναλλοίωτες, με την πρωταγωνίστρια στο τέλος να αυτοκτονεί καθώς αδυνατεί να αντέξει την απόρριψη που δέχθηκε από τον αγαπημένο της. Η ταινία υπήρξε, μεταξύ άλλων, και μία σημαντική παρουσίαση των παραδοσιακών ρωσικών χορών και εθίμων.

 

Φεμινισμός, κομμουνισμός, και μια διαφορετική πολιτική ορθότητα

Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ ήταν από τα πρώτα άτομα που αναφέρθηκαν δημόσια στον κινηματογράφο της Σοβιετικής Ένωσης, προτρέποντας όχι μόνο τα παιδιά αλλά και τους ενήλικες να ασχοληθούν με τις ταινίες αυτές, καθώς «μόνο καλοσύνη και ευγένεια» θα μπορούσαν να διδαχθούν από αυτές. Έως το 1960, οι όποιες επιρροές της Disney είχαν εξαλειφθεί ολοκληρωτικά, και η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη δημιουργήσει έναν κολοσσό δικών της ταινιών και παραγωγών.

Με πλέον ώριμη συνείδηση ως προς τα μηνύματα και το ύφος των παραγωγών της, οι αλληγορίες και η πολιτισμική κληρονομιά που σκιαγραφούνται μέσα από τις ταινίες ρώσικης παραγωγής πατούν γερά στα πόδια τους και έχουν υιοθετήσει έναν ιδιαίτερο για τα δυτικά δεδομένα τρόπο εξιστόρησης.

Το 1967, η Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε τη δική της έκδοση του Μόγλη – αν κανείς όμως περιμένει αρκούδες που χορεύουν και τραγουδούν, δεν θα τις βρει εδώ. Ο Μόγλης είναι ένα παιδί που μεγάλωσε στη ζούγκλα σαν αγρίμι, επομένως η πλειοψηφία των σκηνών του έργου είναι πολύ σκοτεινές.

Όσο για τον αγαπημένο πάνθηρα Μπαγκίρα, οι υπεύθυνοι της εταιρίας παραγωγής Союзмультфильм (Soyuzmultfilm) έλαβαν την απόφαση να τον παρουσιάσουν για πρώτη φορά ως θηλυκό χαρακτήρα, εξηγώντας πως ο κόσμος του παιδικού θεάματος υστερεί δραματικά σε γυναικείους δυναμικούς χαρακτήρες, κάτι που ευελπιστούσαν να αλλάξουν.

Όταν αργότερα οι ταινίες αυτές κυκλοφόρησαν και εκτός της Σοβιετικής Ένωσης, οι περισσότερες από αυτές μεταπωλημένες παράνομα, διαμορφώθηκαν έτσι ώστε να είναι πιο εύπεπτες για το δυτικό κοινό. Σκηνές όπου ο Μόγλης σκοτώνει ή τραυματίζει άλλα ζώα κόπηκαν, και μία σκηνή στην πολυβραβευμένη Βασίλισσα του Χιονιού όπου δύο κορίτσια φαίνεται να δίνουν ένα φιλί στο στόμα προτού αποχωριστούν φαίνεται να έχει κοπεί ή να έχει αντικατασταθεί σε κάποιες χώρες.   

Τέλος, στη Νεκρή Πριγκίπισσα και τους Επτά Ιππότες, η πριγκίπισσα ανασταίνεται από το φιλί του αγαπημένου της μόνον στην τελική έκδοση της ταινίας, ενώ στην πρωτότυπη κυκλοφορία φαίνεται να παραμένει νεκρή. Παρά τις πάμπολλες ομοιότητες με τη Χιονάτη, δεν πρόκειται για κάποια παραλλαγή. Η ιστορία της πριγκίπισσας που δηλητηριάζεται από το μήλο που της προσέφερε η κακιά μητριά της φαίνεται ανήκει στη ρώσικη παράδοση και γράφτηκε από τον Αλεξάντερ Πούσκιν το 1833. 

Οι μεταρρυθμίσεις της περεστρόικα, που είχαν ως αποτέλεσμα και τη διάσπαση των μεγάλων παραγωγών ταινιών σε πολλές μικρότερες, και τέλος η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οδήγησαν αναπόφευκτα και στη λήξη της χρυσής περιόδου της Ρωσικής βιομηχανίας του θεάματος.  Πολλοί από τους παραγωγούς επιχείρησαν να συνεχίσουν την δημιουργία ταινιών κινουμένων σχεδίων, αυτή τη φορά με στόχο αποκλειστικά το ενήλικο κοινό, ελπίζοντας πως έτσι θα αναγνωριστούν πιο εύκολα στα διεθνή φεστιβάλ.

Αναμφίβολα η αισθητική των σοβιετικών παραμυθιών δεν ταιριάζει σε όλους. Πέραν πάσης αμφιβολίας κάποιοι θα τα βρουν βαρετά, εκτός του στοιχείου τους. Ίσως να είναι ξεπερασμένα, παλιά, «κουλτουριάρικα» με την κακή έννοια, αυτή που σε κάνει να χασμουριέσαι γιατί δεν αντέχεις τόση κουλτούρα.

Ίσως κάποια πράγματα τα αγαπάς μόνο αν μπορείς να τα βρεις στις πολύ μακρινές παιδικές σου αναμνήσεις για να τα νοσταλγήσεις. Ίσως πάλι, να προσέφεραν τις βάσεις για την εξέλιξη του animation όπως το γνωρίζουμε σήμερα, και ο ρόλος τους στην ιστορία του κινηματογράφου να μην εκτιμήθηκε ποτέ ορθά. 

Μένει να αναρωτηθεί κανείς αν η χρυσή εποχή των σοβιετικών φιλμ κινουμένων σχεδίων έληξε οριστικά, ή αν υπάρχει το ενδεχόμενο να αποκτήσει και πάλι ζωή μέσω μιας πιθανής αναβίωσης. Το μέλλον θα δείξει.

  • sophie sol

    Πολυ ωραια αρθρο! ευχαριστουμε!

  • Τανια

    Εξαιρετικό άρθρο! Το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον.

  • Choker

    Χρόνια πολλά. Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο σας, και καλογραμμένο.
    Θα ήθελα να απλώς να αναφέρω ,πως στην «Πεντάμορφη και το τέρας», η Νάστια τελικά θα επιστρέψει στο τέρας, λέγοντας πως δεν θα το αφήσει ποτέ. Με αυτόν τον τρόπο σπάει τα μάγια, και εμφανίζεται ξανά ο όμορφος νέος, τον οποίο είχε καταραστεί η μάγισσα.
    Πραγματικά πανέμορφο καρτούν.
    Στα ρωσικά : Аленький цветочек («Το κόκκινο λουλουδάκι»). Παρόμοια ιστορία με το αντίστοιχο δυτικό παραμύθι, ωστόσο υπάρχουν κάποιες διαφορές.
    Καταγράφηκε από τον Σεργκέι Τιμοφέγιεβιτς Ακσάκοφ στην αυτοβιογραφική του τριλογία «Τα παιδικά χρόνια του εγγονού Μπαγκρόφ», η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1858. Το αναφέρει ως «Το παραμύθι της οικονόμου Πελαγίας».
    https://www.youtube.com/watch?v=tclZLLEeW8U