Τα κινηματογραφικά αρχεία στην εποχή της αγοραίας «ανταγωνιστικότητας»

| 09/01/2015

Ψηφίστηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από την ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού με το οποίο θεσμοθετείται η Ταινιοθήκη της Ελλάδος ως επίσημος φορέας διαφύλαξης της κινηματογραφικής κληρονομιάς. Πρακτικά αυτό σημαίνει τη νομική υποχρέωση κατάθεσης κινηματογραφικών ταινιών, την τήρηση Αρχείου Διαφύλαξης Κινηματογραφικής Κληρονομιάς και την ανάθεση της διαχείρισής του στην Ταινιοθήκη. [Στην κεντρική φωτογραφία, σκηνή από την ταινία «ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΒΙΛΛΑΡ» (1924) του Joseph Hepp]

Οι άνθρωποι της Ταινιοθήκης εξέφρασαν την ικανοποίησή τους γι’ αυτή την εξέλιξη.  Στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, οπότε και ολοκληρώθηκε η «δημόσια διαβούλευση» του νομοσχεδίου, η Μαρία Κομνηνού, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και γενική γραμματέας του ιδρύματος, σημείωνε: «Εκ μέρους του Ιδρύματος της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, εκφράζω την  ικανοποίησή μας για την αποδοχή του αιτήματός μας να αναγνωριστούμε ως επίσημος φορέας διαφύλαξης της κινηματογραφικής κληρονομιάς της χώρας. Η Ταινιοθήκη, Μουσείο, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, διαθέτοντας μια συλλογή με πάνω από 10.000 τίτλους, μπορεί χάρη στο σημερινό σχέδιο νόμου που κατατίθεται για ψήφιση, να εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να επιτελέσει το ρόλο της. Δηλαδή, να λειτουργήσει και ως βάση δεδομένων, αλλά και ως κιβωτός για τη διαφύλαξη της κινηματογραφικής μνήμης της χώρας εφόσον της ανατίθεται και η υποχρεωτική κατάθεση (dépôt légale). Σε μια περίοδο όπου συρρικνώνονται τα κινηματογραφικά εργαστήρια, η ύπαρξη και η ενίσχυση αυτού του φορέα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την διατήρηση της κινηματογραφικής μνήμης (…)».

Το ΥΠΠΟ στην ανακοίνωσή του σημειώνει ότι «από το 1982 η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την οπτικοακουστική κληρονομιά προέβλεπε την υποχρεωτική κατάθεση (σε αντίγραφο) όλου του παραγόμενου υλικού κινούμενης εικόνας (legal deposit/ dépôt légale) σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος». «Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο την κατάθεση αντιγράφου σε ένα επίσημα ορισμένο αρχείο αλλά και την απαραίτητη συντήρηση και προστασία του κατατεθειμένου υλικού. Μετά την κατάργηση του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου η αρμοδιότητα συλλογής, διαφύλαξης και διατήρησης των κινηματογραφικών ταινιών παρέμενε ανενεργή, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τη χώρα μας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Το νομοθέτημα έρχεται να καλύψει το υφιστάμενο κενό αναθέτοντας την υπηρεσία αυτή στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, σε πλήρη ευθυγράμμιση με όσα προβλέπονται στις αποφάσεις και τις συστάσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την οπτικοακουστική κληρονομιά».

Προσθέτει μάλιστα ότι «για την κάλυψη των δαπανών συλλογής, καταλογογράφησης, αρχειοθέτησης, διατήρησης, συντήρησης, αποκατάστασης, αξιοποίησης, ψηφιοποίησης και πρόσβασης στο αρχείο διαφύλαξης κινηματογραφικής κληρονομιάς θα καταβάλλεται στο ίδρυμα ετήσια τακτική επιχορήγηση από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού».

Η «συνιστώσα» της κινηματογραφικής βιομηχανίας

Όλα καλά λοιπόν; Παρά και ενάντια στα φαινόμενα, όχι. Δεν είναι όλα καλά. Και το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι καν το γεγονός ότι η Ταινιοθήκη είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Διότι πρόκειται για έναν οργανισμό που κυριολεκτικά λειτούργησε εξαρχής σαν η «κιβωτός» της φιλμικής μνήμης της χώρας. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι, ακόμη και αμιγώς δημόσιο ίδρυμα να ήταν, τελικά θα λειτουργούσε προς όφελος της «αγοράς». Ας δούμε γιατί.

Στο Άρθρο 1 του νομοσχεδίου σημειώνεται, ότι η Ταινιοθήκη αναγνωρίζεται ως επίσημος φορέας διαφύλαξης κινηματογραφικής κληρονομιάς κατά την έννοια της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 «σχετικά με την κινηματογραφική κληρονομιά και την ανταγωνιστικότητα των συναφών δραστηριοτήτων της κινηματογραφικής βιομηχανίας» (2005/865/CE).

Η… «έννοια» της εν λόγω σύστασης όμως είναι η ισχυροποίηση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου του οπτικοακουστικού τομέα. Μεταξύ άλλων σε αυτήν σημειώνεται: «Η κινηματογραφική κληρονομιά αποτελεί σημαντική συνιστώσα της κινηματογραφικής βιομηχανίας και η ενθάρρυνση της συντήρησης, αποκατάστασης και αξιοποίησής της μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας αυτής».

Επίσης, «η γενική ανταγωνιστικότητα της κινηματογραφικής βιομηχανίας θα βελτιωθεί μέσω της ανάπτυξης περιβάλλοντος ευνοϊκού για τη συνεργασία μεταξύ καθορισμένων φορέων, οι οποίοι μπορεί να είναι ευρωπαϊκά εθνικά ή περιφερειακά αρχεία, κινηματογραφικά ιδρύματα ή παρεμφερή ιδρύματα, για ζητήματα που αφορούν τη συντήρηση και προστασία της κινηματογραφικής κληρονομιάς».

dh

«Δάφνις και Χλόη» (1931) Ορέστης Λάσκος

Πώς θα βελτιωθεί η «γενική ανταγωνιστικότητα» της κινηματογραφικής βιομηχανίας χωρίς αγοραίους όρους στον καπιταλισμό; Αν και η φράση «μη εμπορική χρήση» των αρχείων επαναλαμβάνεται στη Σύσταση του 2005 αλλά και στο νομοσχέδιο, ωστόσο, η ΕΕ αργότερα ξεκαθάρισε τα πράγματα. Έτσι, σε ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2013, με αφορμή έκθεσή της για την ψηφιοποίηση των κινηματογραφικών αρχείων, σημειώνεται ότι «η προώθηση της εκμετάλλευσης των ταινιών της κινηματογραφικής κληρονομιάς μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής βιομηχανίας». Επίσης, «αναγνωρίζει ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την κινηματογραφική κληρονομιά θα μπορούσαν να ενισχύσουν την καλύτερη χρήση των τεχνολογικών εξελίξεων». «Η ψηφιακή επανάσταση προσφέρει νέα παράθυρα για εκμετάλλευση των ταινιών, και ως εκ τούτου, νέες επιχειρηματικές δυνατότητες» θριαμβολογεί η ΕΕ!

Αυτό το «επιχειρηματικό πνεύμα» της ΕΕ «διαπνέει» και το νομοθέτημα για την Ταινιοθήκη. Έτσι, στο Άρθρο 3 προβλέπεται ότι με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού καθορίζονται, εκτός άλλων, και «οι όροι και προϋποθέσεις για την αναπαραγωγή και χρήση των κινηματογραφικών έργων καθώς και του λοιπού υλικού του κινηματογραφικού αρχείου, και για άλλους μη κερδοσκοπικούς ή και εμπορικούς σκοπούς, εφόσον υπάρχει έγγραφη συναίνεση του νομίμου δικαιούχου του έργου και δεν δημιουργείται κίνδυνος για τη διαφύλαξη, διατήρηση και συντήρηση του υλικού (…)» (σσ η υπογράμμιση δική μας).

Για να «τεκμηριώσει» το στρατηγικό στόχο για εμπορευματοποίηση των αρχείων, η ΕΕ επιχειρεί να εμφανίσει ως «κοστοβόρα» τη δημόσια διαχείρισή τους. Με στοιχεία του 2013 λοιπόν που η ίδια παραθέτει, πάνω από δύο δισεκατομμύρια ευρώ χορηγήθηκαν από τα κράτη – μέλη της ΕΕ για τη χρηματοδότηση ταινιών το 2009. Την ίδια χρονιά παρήχθησαν 1.185 ταινίες μεγάλου μήκους στην ΕΕ. Η επένδυση που απαιτείται για την ασφαλή διατήρηση όλων των νέων παραγωγών είναι 1,5 εκατομμύριο ευρώ το χρόνο. Το κόστος της ψηφιακής διατήρησης του συνόλου της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής κληρονομιάς, αν ήταν εντελώς ψηφιοποιημένο, θα είναι μεταξύ 147 και 263 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι το ετήσιο κόστος της ψηφιακής διαφύλαξης των νέων και ιστορικών ευρωπαϊκών κινηματογραφικών παραγωγών θα είναι 3,25% του ετήσιου κόστους των κρατών – μελών της ΕΕ για την παραγωγή ταινιών.

«Ε, και;» θα μπορούσε να πει κάποιος και θα είχε δίκιο. Διότι αν πραγματικά η ΕΕ εκτιμά ότι τα κινηματογραφικά αρχεία είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς, τότε είναι ανεκτίμητα και δεν έχει νόημα οποιαδήποτε συζήτηση για κόστος. Η ΕΕ όμως δεν εκτιμά κάτι τέτοιο. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά από τη στιγμή που έχει σαν στρατηγικό της στόχο την πλήρη εμπορευματοποίηση του συνόλου της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.