Το αρνητικό κείμενο.

Για τον άνθρωπο που δε λεγόταν Ιάκωβος ή Αλέξανδρος, δεν ήταν ξανθός και δεν είχε περάσει ποτέ τα σύνορα.

autumn-in-the-city-marina-likholat
Γράφει: Κωστής Μαλούτας - ΕΥ/ΔΑΙΜΟΝΙΑ, Κείμενα, Λογοτεχνία + Ποίηση - 26/04/2015

Ο άνθρωπος που δε λεγόταν Ιάκωβος ή Αλέξανδρος, δεν ήταν ξανθός και δεν είχε περάσει ποτέ τα σύνορα. Δεν είχε αδέρφια αλλά δε θα είχε και πρόβλημα αν είχε. Δεν ήταν ψηλός, και δεν έφτανε το διχτάκι της μπασκέτας αν δεν πηδούσε από καρέκλα, ωστόσο δεν ήταν και ο πιο κοντός. Δεν είναι ψέμα πως αυτός ο άνθρωπος δε βρισκόταν πλέον πουθενά, ασχολία του δεν ήταν μεν το τίποτα, αλλά δεν ήταν και κάτι άλλο, δεν ήταν σίγουρος ότι το περιβόητο «πότε» δε θα μετατρεπόταν σε «ποτέ», και φυσικά δεν υπήρχε λόγος στο «γιατί» του. Δεν καταλάβαινε τι δεν έκανε σωστά. Στο σχολείο δεν ήταν πολύ αντιπαθής, αλλά ούτε και πολύ συμπαθής, και αυτό δεν άλλαξε ούτε αργότερα, στο πανεπιστήμιο.

Στον τρόπο ομιλίας του δεν έκανε ποτέ χρήση επιθέτων που να μην ξεκινούν με άλφα στερητικό, με αποτέλεσμα οι άλλοι άνθρωποι, οι συμφοιτητές, οι παλιοί φίλοι και οι συγγενείς, να μην αισθάνονται άνετα κοντά του. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ήταν πάντα τόσο αρνητικός. Απλώς δεν είχε καταφέρει να μη βουλιάξει στην απαισιοδοξία, κάτι για το οποίο κανείς δε θα τον κατηγορούσε. Όταν κάποια κοπέλα δεν άφηνε ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν είχε άσχημα μάτια, εκείνος δεν μπορούσε παρά να μην αφήσει το σχόλιο αναπάντητο – να μην προσβάλει και να μην εκχυδαΐσει, αλλά να μη φανεί και εντελώς τυπικός. Όταν όμως κάποιος δεν του φερόταν σωστά, δεν άντεχε και δεν μπορούσε να μην εκφράσει την ενόχλησή του. Δεν υπήρχε ιδιαίτερη ποικιλία στις αποκρίσεις του: «όχι», «ασχολίαστο», «απαράδεκτο», «δε μου αρέσει». Και δεν έφευγε αν δεν τελείωνε τη λέξη του.

Ίσως γι’ αυτό δεν πραγματοποίησε τα κρυφά του όνειρα, και πιθανότατα γι’ αυτό δεν μπορούσε να μην περιέλθει σε αυτή τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση κάθε φορά που δεν επέλεγε τον άλλο δρόμο.

Το μπλουζάκι του, που δεν ήταν ούτε κόκκινο ούτε σομόν, δεν ήταν αρκετά ζεστό για αυτή τη φθινοπωρινή ώρα. Αφού δεν είχε φανεί ήλιος εδώ και αρκετές ώρες, και η όποια συσσωρευμένη στη γη θερμότητα δεν ήταν αρκετή ώστε να μην κρυώνουν οι περαστικοί, ακόμη κι αν το βάδισμά τους δεν ήταν νωχελικό. Βεβαίως, δεν υπήρχαν πολλοί τέτοιοι, αν και παραδόξως τα εστιατόρια και τα καφέ στις δύο πλευρές του ποταμιού δεν ήταν άδεια. Άλλωστε δεν ήταν ακόμη υπερβολικά αργά, και το αύριο δε θα χαρακτηριζόταν ακριβώς εργάσιμη, γι’ αυτό οι πελάτες δεν αγχώνονταν για την αναγκαστική επιστροφή στο σπίτι, παρά μόνο για το να μη λερώσουν τα επίσημα ρούχα τους με πιτσιλιές από καφέ, παγωτό, λιωμένο τυρί ή σάλτσα. Δεν τους κοιτούσε άμεσα, αλλά δεν αγνοούσε τις μορφές τους, το φαγητό που δεν έτρωγαν τελικά με τόση όρεξη, τους διαλόγους που δεν έκαναν ποτέ μεταξύ τους – γιατί ο άντρας δεν μπορούσε να αποχωριστεί την εφημερίδα του, οποιασδήποτε ύλης, και η γυναίκα να μην ασχολείται με τα νύχια της – δεν αμφέβαλλε για όλα αυτά τα προβλήματα που δε λείπουν από τη ζωή κανενός.

miro_2

Δε θα χαρακτήριζε ως δυσφορία το συναίσθημα που δεν τον άφηνε σε ησυχία κάθε φορά που δεν πήγαινε από τον άλλο δρόμο, αυτόν που δεν περνούσε πλάι στο ποτάμι και τα μαγαζιά. Δεν ήξερε ακριβώς τη φύση του συναισθήματος, αλλά δεν απείχε πολύ από την αμηχανία, και αυτή η αμηχανία δεν είχε κάποιο γνωστό χρώμα. Δεν άντεχε˙ από παιδί δεν μπορούσε να μη βρίσκεται στο ημίφως. Ίσως γι’ αυτό δεν πραγματοποίησε τα κρυφά του όνειρα, και πιθανότατα γι’ αυτό δεν μπορούσε να μην περιέλθει σε αυτή τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση κάθε φορά που δεν επέλεγε τον άλλο δρόμο.

Αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν υπήρχε κάποιος μέσα στο σπίτι, κάποιος που πιθανώς δεν ήθελε το καλό του. Δεν άφησε γωνιά του σπιτιού που να μην έψαξε, αλλά δε βρήκε τίποτα.

Η όψη του σπιτιού του, που τώρα δεν ήταν μακριά – ένα σπίτι που δεν έμοιαζε πολύ φτωχικό, ούτε και υπέρμετρα πολυτελές, που δε στερείτο κήπου και θέας στο ποτάμι, αφού δε συνόρευε με πολυκατοικίες και ψηλά κτίρια, και το οποίο, κάποτε, δεν ήταν το πιο χαμηλό σπίτι της γειτονιάς – δεν του επέτρεψε να μη νοιώσει πανικό. Το γεγονός πως η λάμπα της εισόδου δεν ήταν αναμμένη, όπως συνήθως, δεν του άφηνε διαθέσιμες άλλες αντιδράσεις εκτός από τη δύσπνοια και την αγωνία. Οι δροσερές πλάκες, το απαλό γκαζόν, αυτά δεν έκαναν θόρυβο, δεν ήταν επικίνδυνα. Η ξύλινη βεράντα – το ξύλο της δεν ήταν βελανιδιά – δεν έτριξε, και η πόρτα δε φαινόταν παραβιασμένη. Δε βρήκε αμέσως τα κλειδιά του αλλά δεν έκανε φασαρία. Η ανάσα του δεν ήταν κανονική και δεν την προλάβαινε, αλλά δεν είχε την προσοχή του εκεί. Η πόρτα δεν άνοιξε δύσκολα, ευτυχώς, και δεν έτριξε ούτε κι αυτή, τι τύχη. Δεν αξιώθηκε να μην αστοχήσει στην αναζήτηση για το διακόπτη. Στο σαλόνι δε φαινόταν κανείς. «Δεν είμαι εγώ», δεν άντεξε να μην πει. Δεν πήρε απάντηση. «Δε θέλω το κακό σου. Ούτε και το κακό που ίσως να μη συγκρατήσεις.» Τίποτα. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν υπήρχε κάποιος μέσα στο σπίτι, κάποιος που πιθανώς δεν ήθελε το καλό του. Δεν άφησε γωνιά του σπιτιού που να μην έψαξε, αλλά δε βρήκε τίποτα. «Δεν ήρθα, για να μη σου μάθω την κατάφαση.» Μέσα σε μια στιγμή, για μία στιγμή, όλα ανάποδα. Για τα επόμενα πέντε λεπτά δεν έλεγχε τα πόδια του. Δεν είχε μιλήσει εκείνος.

Έτσι, το ρολόι δεν έδειχνε ούτε λιγότερα ούτε και περισσότερα από πέντε λεπτά τη στιγμή που ο άνθρωπος που δε λεγόταν Αντώνης δεν έτρεχε πια, μακριά από το σπίτι του. Τα βήματά του δεν τον οδήγησαν σε μέρη άγνωστα, σίγουρα όχι, αποφασισμένος πια ότι δε θα υποχωρούσε τόσο αβίαστα. Δεν επέλεξε το δρόμο που δεν οδηγούσε στα εστιατόρια δίπλα στο ποτάμι. Δεν τους φοβόταν πια, και δε δίστασε να μην επιλέξει το πιο φτηνό εστιατόριο, αλλά το πιο όμορφο, (το εστιατόριο δεν είχε καρό τραπεζομάντηλα, αν και  τα καρό τραπεζομάντηλα δεν ήταν ούτως ή άλλως του γούστου του), όπως επίσης δε δίστασε ούτε στιγμή να μην παραγγείλει το –ω, μιζέρια- πιο φτηνό και ταυτόχρονα χορταστικό γεύμα, αλλά το πιο ακριβό, αυτό που δεν άφηνε ερωτηματικά ως προς τη νοστιμιά και την απόλαυση, αυτό που δε θα αγόραζε ούτε στον ύπνο του χωρίς τύψεις. Δεν τσιγγουνεύτηκε τα λεφτά, το κρασί, ούτε και το χαμόγελο, αλλά όταν δεν έμεινε άλλο φαγητό στο τραπέζι, δεν υπήρχε πια και τίποτα ενδιαφέρον.

Εδώ και αρκετή ώρα δεν έβλεπε σερβιτόρους στη φαρδιά βεράντα του εστιατορίου, τελικά όμως δεν περίμενε πολύ μέχρι να μη λείπουν όλοι. Δεν άντεξε να μη ζητήσει μία τυχαία εφημερίδα από τον ίδιο σερβιτόρο που δεν είχε αδιαφορήσει για το ότι δεν ήταν ντυμένος αρκετά ζεστά, και ο οποίος δεν του είχε δώσει το δικό του πουκάμισο, αλλά την ποδιά μιας γυναίκας από την κουζίνα. Κανένα τραπέζι σε όλο το εστιατόριο δεν έκανε τόση φασαρία όση το διπλανό, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να μη διαβάσει, με μια συνειδητή αφέλεια, τα πιο εύπεπτα άρθρα της ύλης, και να μην αφήσει τα άλλα, τα τρέχοντα, τα σημαντικά, παρά μόνο για αργότερα, όταν δε θα υπήρχαν πια ενοχλητικοί για την ανάγνωση θόρυβοι. Κατά τα άλλα – και δε θα ήταν τίμιο να μην το επισημάνει – οι ενθουσιώδεις εκδηλώσεις χαράς δεν τον ενοχλούσαν όπως παλιότερα, και δεν έβρισκε λόγο να μην είναι χαρούμενος που οι γύρω του δεν ήταν δυστυχισμένοι.

the-smile-of-the-flamboyant-wings

 

Κεντρική: Autumn in The City, Matina Likholat
Εικόνα 1 : “Cloud and Birds”, Joan Miró
Εικόνα 2 : The Smile of the Flamboyant Wings, Joan Miró

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος/η για να προσθέσετε σχόλιο