«Το Θέατρο απο-υπονομεύθηκε. Λοχίας Κοζοριέζ»

«'Εφυγε» ο μαχητής του Κόκκινου Στρατού που έσωσε την Όπερα του Λβοβ

Γράφει ο Γρηγόρης Τραγγανίδας - Πορτρέτα - 07/01/2018

Λίγο πριν τελειώσει το 2017, στις 21 Δεκεμβρίου, άφησε την τελευταία πνοή του, στα 92 χρόνια του, ο βετεράνος του Κόκκινου Στρατού και ήρωας της Αντιφασιστικής Νίκης, Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς Κοζοριέζ. ‘Ηταν ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες, μέχρι τις μέρες μας, Σοβιετικούς μαχητές που μπήκαν νικητές στο Βερολίνο, έχοντας πριν απελευθερώσει την Σοβιετική ‘Ενωση και την μισή Ευρώπη.

Αλλά δεν είναι «μόνο» τα παραπάνω που καθιστούν ενδιαφέρουσα την περίπτωσή του: Ο Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς, μέχρι την τελευταία στιγμή, εξακολουθούσε να παλεύει ενάντια στον φασισμό, με όπλο την πένα αυτήν την φορά, γράφοντας στον τοπικό Τύπο των Λαϊκών Δημοκρατιών του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ, ζώντας σε αυτές και αποτελώντας δραστήριο στέλεχος των τοπικών ενώσεων βετεράνων του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Ο προσωπικός χώρος του σε τίποτα δεν θύμιζε τον χώρο ενός υπέργηρου απόμαχου της ζωής. Το γραφείο του παρέπεμπε σε έναν εν ενεργεία δημοσιογράφο, γεμάτο εφημερίδες, έγγραφα, ντοκουμέντα. Ο ίδιος είχε ένα πρόγραμμα τόσο γεμάτο, που θα το ζήλευαν πολλοί νεότεροί του: Συναντήσεις, συνεντεύξεις, καταληκτικές ημερομηνίες για παράδοση αρθρογραφίας. Διότι ο Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς ήθελε πολλά να αφήσει ακόμη ως μνήμη στις επόμενες γενιές. Και ήξερε ότι ο χρόνος τρέχει…

Στα 16 του είδε τους ναζί να κατακτούν την πόλη του, το Πουτίβλ, στην Βορειοδυτική Ουκρανία και να την μετατρέπουν σε σφαγείο. Με έναν φίλο του αποφασίζουν να περάσουν στις ελεύθερες περιοχές και να ενταχθούν στον Κόκκινο Στρατό. Τα δύο παιδιά καταφέρνουν να βρουν φίλιες μονάδες στην περιοχή του Βορόνιεζ, μετά από ένα πολύ μεγάλο ταξίδι, με τα πόδια, μέσα στο χιονισμένο δάσος και με κάθε βήμα να μπορεί να σημαίνει και θάνατο. Πολύ γρήγορα, ο νεαρός Βολόντια γίνεται πολυβολητής τανκ στο 72ο Σύνταγμα Βαρέων Τεθωρακισμένων.

Το βάπτισμα του πυρός το πήρε στην Μάχη του Κουρσκ. Μετά την επιτυχή αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού κάτω από το Χάρκοβο, η μοίρα της φασιστικής Γερμανίας είχε πλέον καταληχθεί. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια νικηφόρα προέλαση απελευθέρωσης πόλεων και χωριών από τον φασιστικό ζυγό. Ο Βολόντια είναι μέρος αυτής της προέλασης και με το πολυβόλο του στον πύργο του τανκ, ως τμήμα της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων, διασχίζει την μισή Ευρώπη και μπαίνει στο Βερολίνο.

Πριν ακόμη όμως φτάσει εκεί, ο Βολόντια είχε ήδη προλάβει να γίνει θρύλος. Στις μάχες για την απελευθέρωση του Λβοβ, όντας επικεφαλής ενός μικρού τμήματος τεθωρακισμένων, διέσωσε την τελευταία στιγμή την όπερα της πόλης από την ανατίναξη, με τους ναζί που την είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά να μην προλαβαίνουν να τα πυροδοτήσουν. Μέχρι και σήμερα διασώθηκε στην συλλογική μνήμη η στιγμή της «κινηματογραφικής» σωτηρίας αυτού του εμβληματικού πολιτιστικού μνημείου – και των ανεκτίμητων θησαυρών στο εσωτερικό του – με τον πιτσιρικά πολυβολητή να φωνάζει, προσπαθώντας να κάνει όσο πιο μπάσα μπορούσε την εφηβική φωνή του, στα γερμανικά, προς τους εμβρόντητους ναζί: «Ψηλά τα χέρια»!


Εκεί… που «δεν έγινε καμία μάχη»


«Προελαύναμε μαχόμενοι συνεχώς προς την οδό Ζελιόνι» θα θυμόταν σε μια συνέντευξή του το 2015. «Φτάσαμε μέχρι το κέντρο της πόλης. Αιχμαλωτίζουμε έναν “φριτς” που αποδείχθηκε ότι ανήκε στην ομάδα φρουράς του θεάτρου. Από αυτόν μάθαμε ότι οι Γερμανοί ετοιμάζουν ανατίναξη. Ενημερώνουμε το επιτελείο και έρχεται σε απάντηση η διαταγή: Να μην το επιτρέψουμε. Την εκτέλεση της διαταγής αναλάβαμε δύο πληρώματα τεθωρακισμένων. Κατεβαίνουμε με το δάχτυλο στην σκανδάλη τις σκάλες προς τα υπόγεια μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Τα θεμέλια του θεάτρου είναι γεμάτα με κιβώτια εκρηκτικών. Πιάνουμε τους Γερμανούς ακριβώς την στιγμή που τοποθετούν τους πυροκροτητές. Δίνω την εντολή και δείχνω και με την κάνη προς το ταβάνι. Οι Γερμανοί σήκωσαν τα χέρια. Ετσι σώθηκε το θέατρο».

Λίγο πριν φύγει από το υπόγειο ο Βολόντια έγραψε στον τοίχο: «Το Θέατρο απο-υπονομεύθηκε. Λοχίας Κοζοριέζ». Το 1983, κατά την διάρκεια εργασιών συντήρησης, οι εργάτες βρήκαν την φράση στον τοίχο. Οι αρχές άρχισαν να ψάχνουν τον λοχία. Και τον βρήκαν, ζωντανό και γερό στο Ντονιέτσκ. Εκεί έζησε μετά το τέλος του πολέμου, δουλεύοντας στην αποκατάσταση της διαλυμένης βιομηχανικής υποδομής του Ντονμπάς, στα ανθρακωρυχεία. O Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς θα πρόσθετε ακόμη ένα μετάλλιο στην ήδη πλούσια συλλογή του.

Η ιστορία όμως δεν σταματά εκεί. Μερικές δεκαετίες αργότερα, στην μετασοβιετική και μετα-μαϊντάν Ουκρανία, το παράρτημα του Ντονιέτσκ της ‘Ενωσης Δημοσιογράφων αιτήθηκε προς τις αρχές του Λβοβ να αποδοθεί στον Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς ο τίτλος του επίτιμου δημότη, λόγω της καθοριστικής συμβολής του στην διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης.

Η απάντηση, χαρακτηριστική του καθεστώτος που έχει επιβληθεί στο Κίεβο, ήταν, ότι το δημοτικό συμβούλιο απένειμε τον τίτλο του επίτιμου δημότη στον βραβευμένο με το εθνικό βραβείο «Ταράς Σεβτσένκο», «διάσημο ποιητή και πολιτικό παράγοντα», ‘Ιγκορ Καλινέτς. Πρόκειται για τον πλέον εμβληματικό εθνικιστική διανοούμενο της Ουκρανίας, ο οποίος έγινε γνωστός από το 2003, όταν διαδήλωσε έξω από το Ρωσικό Πολιστικό Κέντρο του Λβοβ, «στολίζοντας» τον ρωσικό λαό με διάφορα, μακράν μη ποιητικά, επίθετα, με το πιο «μαλακό» αυτό του «ανίερου έθνους». Μην σταματώντας εκεί και σε μια ακόμη επίδειξη κυνισμού, μαζί με την απορριπτική επιστολή, η δημοτική αρχή τού Λβοβ έστειλε στον Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς και έναν τόμο για την όπερα της πόλης…

«Κάποια στιγμή συζήτησα με τον διευθυντή του θεάτρου» διηγείται ο βετεράνος. «Του διηγήθηκα πώς σώσαμε το θέατρό του. Και εκείνος μου απάντησε: “Τι έσωσες, στο Λβοβ ούτε μάχες δεν έγιναν”. Και να σκεφτείς ότι στο πλαίσιο της επιχείρησης Λβοβ – Σαντομίρσκι, ο Κόκκινος Στρατός θυσίασε 300.000 μαχητές…».

Εκεί που, σύμφωνα με την σημερινή διεύθυνση της όπερας του Λβοβ… «δεν έγιναν μάχες», ο Βσιέβολοντ Γκριγκόριεβιτς θυμάται όσο δύσκολη ήταν η απελευθέρωση της πόλης, ειδικά στα στενά σοκάκια του ιστορικού κέντρου, όπου με δυσκολία περνούσαν τα τεθωρακισμένα και οι Γερμανοί είχαν οχυρώσει κάθε σπίτι. «Χρειάστηκε να τους βγάζουμε σαν τα ποντίκια από τα κελάρια και τα υπόγεια ρίχνοντας καπνογόνα, αφού η ρητή διαταγή ήταν να κάνουμε ό,τι μπορούσαμε για να διατηρηθεί η αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης».

Η πίκρα για το κατάντημα της πατρίδας του, αντί να παροπλίσει τον παλιό μαχητή, τον έκανε να πάρει πάλι το όπλο, με την μορφή του λόγου πλέον. Αυτήν την φορά ενάντια στην «νεκρανάσταση» του μπαντερικού φασισμού, του ναζισμού, του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας.

«Την Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονιέτσκ την βάλαμε στην καρδιά σαν κάτι πολύ δικό μας. Πριν πολεμήσαμε τον φασισμό εμείς. Τώρα, τον πολεμούν τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στην Ουκρανία το καθεστώς είναι φασιστικό» έλεγε σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του.

Μέχρι το τέλος πίστευε πως και αυτήν την φορά οι λαοί θα νικήσουν.

Μέχρι το τέλος ψιθύριζε τους στίχους του ανθρακωρύχου ποιητή, Πάβελ Μπεσποσάντνι: «Και δεν υπάρχει γη πιο όμορφη, πιο εμπνευσμένη/ ‘Οπου όλα από τον λαό – δημιουργό γεννήθηκαν/ Το Ντονμπάς κανείς δεν το γονάτισε/ Και κανείς δεν πρόκειται να το γονατίσει»…