Το μετέωρο βήμα της Τουρκίας (β’ μέρος)

Ο διχασμός των Κούρδων και η αντιφατική εξωτερική πολιτική του Ερντογάν

| 22/10/2014

Το δεύτερο μέρος της ανάλυσης για την αντιφατική εξωτερική πολιτική της γειτονικής χώρας. Η φαινομενικά ατάραχη στάση της Τουρκίας στα τελευταία γεγονότα στην περιοχή της προκάλεσε την απορία σε πολλούς για το τι δηλώνει η στάση της. Η ιστορία κρατάει από παλιά. Η Τουρκία δεν θα σταματήσει ποτέ να θέλει να δηλώνει ο «διαμεσολαβητής» των σχέσεων στη Μέση Ανατολή. Με οποιοδήποτε κόστος… Δείτε το πρώτο μέρος του άρθρου εδώ

Ο διχασμός των Κούρδων

Η απροκάλυπτη ανάμιξη της τουρκικής διπλωματίας στα της Συρίας άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και για το μείζον θέμα του Κουρδικού. Η τουρκική ηγεσία είχε λάβει τα μέτρα της, όσο ήταν δυνατόν, ήδη, από το 2003. Έκανε «επίθεση φιλίας» στις αυτόνομες κουρδικές περιοχές του Ιράκ και ιδιαίτερα στο Δημοκρατικό Κόμμα του Μασούντ Μπαρζανί που κρατούσε τα ηνία της περιοχής. Οι σχέσεις των δύο πλευρών αναπτύχθηκαν τάχιστα σε όλα τα επίπεδα προκαλώντας την ενόχληση της έτερης μεγάλης παράταξης στα αυτόνομα κουρδικά εδάφη, της Πατριωτικής Ένωσης Κουρδιστάν του Τζαλάλ Ταλαμπανί.

Τα λεφτά, όμως, ήταν πολλά. Περίπου στο 2010 το 70% των εξαγωγών της Τουρκίας προς το Ιράκ προοριζόταν για την αυτόνομη κουρδική περιοχή ενώ περισσότερες από 1.000 τουρκικές εταιρείες δραστηριοποιούνταν εκεί. Ταυτόχρονα, βρίσκονταν στα σπάργανα, ήδη, σειρά άμεσων τουρκικών επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα της αυτόνομης κουρδικής περιοχής αποβλέποντας τόσο στην κάλυψη των τουρκικών αναγκών όσο και στην μετατροπή της Τουρκίας σε βασικό διπλωματικό και εμπορικό «ενδιάμεσο» ανάμεσα στη Δύση και στην ΕΕ και στο πιο φτηνό πετρέλαιο και φυσικό αέριο του κόσμου, αυτού των πετρελαιοπηγών του Κιρκούκ.

Οι πολύτιμες αυτές οικονομικές «ενέσεις» δεν έγιναν χωρίς αντάλλαγμα. Ο Μπαρζανί έγινε σταθερός συνομιλητής της Άγκυρας, εταίρος της στη διαδικασία «ειρήνευσης» με τους Κούρδους εντός Τουρκίας σε μια έμμεση προσπάθεια περιθωριοποίησης της ηγεσίας του ΡΚΚ. Πρόκειται πράγματι περί άσκησης λεπτότατων ισορροπιών. Πετυχαίνοντας εκεχειρία με το ΡΚΚ εντός Τουρκίας (το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής ουδέποτε γνωστοποιήθηκε) και στενές σχέσεις με την κουρδική αυτόνομη περιοχή, η ηγεσία Ερντογάν εξασφαλίζει: πρόσβαση σε φτηνή ενέργεια, αναβάθμιση του ρόλου της ως ενεργειακού κόμβου, αποκλιμάκωση της έντασης με το κουρδικό στοιχείο και διχασμό του, αξιοποίησή του στην αντιπαράθεσή της με το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο.

39637

Αυτό που δεν είχε υπολογίσει η Άγκυρα ήταν η αντίδραση των κουρδικών δυνάμεων εντός Συρίας αλλά και της συριακής ηγεσίας. Σε έναν ευφυή ελιγμό, η Δαμασκός, από το 2012, αποσύρει το στρατό της από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας στο πλαίσιο σιωπηρής συμφωνίας με τις εκεί κουρδικές δυνάμεις να αναλάβουν τα ηνία. Η προοπτική ευρείας αυτονομίας είναι προφανώς πολύ πιο δελεαστική για τους Κούρδους της Συρίας (κυρίως το PYD) από ό,τι η συμμετοχή τους στα ρευστά σχήματα των Σύρων αντικαθεστωτικών που καθοδηγούνται από την Άγκυρα. Στήνουν τις δικές τους υποδομές, υπηρεσίες και δυνάμεις (σε βάσεις ιδιαίτερα φιλολαϊκές, γεγονός που εκνεύρισε ακόμη περισσότερο την Τουρκία, αλλά και άλλες ηγεσίες της περιοχής καθώς δημιουργούνταν ένα πολύ κακό παράδειγμα) και καταφέρνουν σε αλλεπάλληλες περιπτώσεις (το καλοκαίρι του 2012 και του 2013) να εκδιώξουν το «Ισλαμικό Κράτος» από τις περιοχές τους. Ελέγχουν σχεδόν όλη την μεθόριο με την τουρκική επαρχία Μάρντιν.

Η Άγκυρα «βγάζει καπνούς». Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου σπεύδει, το καλοκαίρι του 2012, στον Μασούντ Μπαρζανί για να προειδοποιήσει ότι «η Τουρκία δεν θα ανεχτεί κανενός είδους κουρδική οντότητα στα νότια σύνορά της». Του καθιστά σαφές ότι θα πρέπει να πείσει τους Κούρδους της Συρίας να ενταχθούν στις γραμμές των Σύρων αντικαθεστωτικών αλλιώς… Ο Μπαρζανί όντως προβαίνει σε ενέργειες για σύσταση ενός ενωτικού συμβουλίου στη βόρεια Συρία προκειμένου δια αντιπροσώπων να ελέγξει την κατάσταση. Όμως το κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας –PYD- όντας ισχυρότερο εφαρμόζει τη δική του πολιτική.

Οι εξελίξεις καλλιεργούν προσδοκίες στο σύνολο του κουρδικού πληθυσμού στην περιοχή. Υπό την πίεση των γεγονότων, στο Ιρμπίλ του βορείου Ιράκ πραγματοποιείται το καλοκαίρι του 2013 η πρώτη πανκουρδική συνάντηση που αποφασίζει τη διενέργεια πανκουρδικού συνεδρίου με στόχο το συντονισμό όλων στην προσπάθεια ίδρυσης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, προοπτική που ευνοείται λόγω των γενικών ανακατατάξεων στην περιοχή. Για λόγους που ποτέ δεν διευκρινίστηκαν, η πραγματοποίηση του συνεδρίου, που είχε οριστεί για το φθινόπωρο του 2013, αναβάλλεται «μέχρι νεοτέρας». Αρκετοί «βλέπουν» δάκτυλο της Άγκυρας στην αναβολή, χωρίς όμως να μπορεί να επιβεβαιωθεί.

Μετά από ένα χειμώνα, που στις κουρδικές περιοχές της Συρίας κύλησε σχετικά ήρεμα, έρχονται οι καταιγιστικές εξελίξεις με το «Ισλαμικό Κράτος» το καλοκαίρι πρώτα στο Ιράκ με την κατάληψη της Μοσούλης και σήμερα στη βόρεια Συρία. Οι ισλαμιστές εμφανίζονται ενισχυμένοι από κάθε άποψη και πετυχαίνουν αυτό που δεν κατάφεραν δύο χρόνια: να υποχρεώσουν τους Κούρδους του PYD σε απελπισμένη άμυνα στο Κομπάνι ενώ τα τουρκικά στρατεύματα «παρακολουθούν» σε απόσταση αναπνοής.

Αυτοκαταστροφική αναγκαιότητα

Μέχρι και αυτήν την ύστατη στιγμή, η Άγκυρα «παζαρεύει», ισορροπεί και εκβιάζει. «Παζαρεύει» με την ηγεσία του κουρδικού πληθυσμού εντός Τουρκίας (υπήρξαν και δημοσιεύματα που ήθελαν τον Οτζαλάν να δίνει εντολή από το κελί για τερματισμό των διαδηλώσεων) τη συνέχιση της όποιας «ειρηνευτικής διαδικασίας» έχει απομείνει όρθια. Εκβιάζει τους Κούρδους της Συρίας ανοιχτά λέγοντάς τους ότι θα βοηθήσει να σωθεί το Κομπάνι μόνο αν ενταχθούν στις γραμμές των Σύρων αντικαθεστωτικών (που η ίδια ελέγχει) και στραφούν κατά του Άσαντ. Ισορροπεί εντασσόμενη χωρίς να εντάσσεται στη «συμμαχία» κατά του «Ισλαμικού Κράτους». Αν παρατηρήσει κανείς τις επίσημες δηλώσεις, κανένας Τούρκος αξιωματούχος δεν έχει καταδικάσει τη δράση των ισλαμιστών ξεκάθαρα ενώ σειρά στοιχείων (φωτογραφίες, πληροφορίες) για τα «πάρε-δώσε» μεταξύ των δύο πλευρών έρχονται διαρκώς στο προσκήνιο. Και το «Ισλαμικό Κράτος», όμως, δεν έχει πλήξει πραγματικά κανέναν τουρκικό στόχο.

tourkiko-pyrovoliko_syria

«Παζαρεύει» και πιέζει τις ΗΠΑ, για αυτό που από το 2012 επιδιώκει: δημιουργία ουδέτερης ζώνης στα σύνορα με τη Συρία, εντός συριακού εδάφους, και ζώνης απαγόρευσης πτήσεων. Προφανώς αυτό σημαίνει ανάπτυξη χερσαίας δύναμης στο συριακό έδαφος, δηλαδή εισβολή και κατοχή από ξένα (τουρκικά;) στρατεύματα. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν εγγύηση ότι δεν πρόκειται να δημιουργηθεί ενιαίο κουρδικό έδαφος από το βόρειο Ιράκ μέχρι τη βόρεια Συρία. Ότι δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει ο «κουρδικός διάδρομος» που τόσο φοβάται η Άγκυρα, καθώς, εκτός του ότι θα χάσει εδάφη, θα υποβαθμιστεί αυτομάτως ο ρόλος της αφού από τον «κουρδικό διάδρομο» μπορεί να διοχετεύεται αέριο ή πετρέλαιο προς την Μεσόγειο πιο σύντομα, πιο φτηνά, πιο προσοδοφόρα.

Η τουρκική διπλωματία βαδίζει σε ένα εξαιρετικά τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στις διάφορες πλευρές του κουρδικού στοιχείου, τους ακραίους ισλαμιστές, τις ιμπεριαλιστικές και περιφερειακές δυνάμεις στης περιοχής. Αν κατάφερε να περιορίσει σε 37 νεκρούς την κουρδική οργή αυτή τη φορά, δεν σημαίνει ότι αυτό θα συμβεί και την επόμενη. Δεν σημαίνει ότι θα καταφέρνει να βρίσκει «μέση λύση» με τον Μπαρζανί, ο οποίος, ήδη, προκαλεί έντονη δυσφορία μεταξύ των κουρδικών δυνάμεων. Δεν σημαίνει ότι το «Ισλαμικό Κράτος» δεν θα βρεθεί και απέναντί της. Δεν σημαίνει ότι το Ιράν και η Ρωσία απλώς θα προειδοποιούν ενάντια στο ενδεχόμενο δημιουργίας ουδέτερης ζώνης.

Το ότι η Ουάσινγκτον για πρώτη φορά στα χρονικά απέδωσε δίκιο στις ελληνοκυπριακές διαμαρτυρίες για τις τουρκικές προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ είναι, επίσης, μια «προειδοποιητική» βολή. Η Σ. Αραβία δεν θα ανεχτεί για πολύ την Άγκυρα να το «παίζει» ηγέτιδα δύναμη στο σουνιτικό πληθυσμό, ούτε η νέα αιγυπτιακή ηγεσία θα δεχτεί πολλές αμφισβητήσεις ως προς το ποιος είναι η ναυαρχίδα του αραβικού κόσμου.

Μήπως έχει τρελαθεί ο Ερντογάν; Μάλλον όχι. Η τουρκική διπλωματία δεν έχει πολλές επιλογές. Οι ανατροπές στους συμμαχικούς άξονες και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής έχουν δρομολογηθεί από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η προοπτική επαναχάραξης συνόρων είναι ανοιχτή. Η «σκακιέρα» έχει ξαναστηθεί  στην περιοχή. Και η Άγκυρα επιδιώκει να μην είναι ένα απλό πιόνι. Η διασφάλιση ρόλου (του «ενδιάμεσου», του «εγγυητή», οτιδήποτε) και ο αποκλεισμός τής προοπτικής ίδρυσης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είναι μείζονος υπαρξιακής σημασίας για την τουρκική αστική τάξη.

Μια τουρκική αστική τάξη που αναδύθηκε από τις αρχές του ’00 φέρνοντας στην εξουσία το ΑΚΡ, που έκρυψε πίσω από τη φούσκα του success story της 19ης δανειακής σύμβασης με το ΔΝΤ τη λεηλασία του πλούτου της χώρας και του λαού της. Η «οικονομική επιτυχία» της Τουρκίας συνοδεύτηκε από την μείωση κατά 25% των κρατικών δαπανών, το ξεπούλημα όλων των κρατικών επιχειρήσεων (νερό, ρεύμα, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες) σε ξένα κεφάλαια, την απόλυση της πλειοψηφίας των 2,5 εκατομμυρίων δημοσίων υπαλλήλων, την κατάργηση 5.000 σχεδίων κυβερνητικών επενδύσεων, την ιδιωτικοποίηση των αγροτικών εργοστασίων σε συνδυασμό με την κατάργηση των αγροτικών επιδοτήσεων, την μείωση κατά 30,2% των μισθών, την ανασφάλιστη εργασία για περίπου 48% των εργαζομένων, 4,9 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 15 χρόνων, δηλαδή περίπου το 25,77% του συνόλου, κάτω από το όριο της φτώχειας, μία από τις τρεις χειρότερες θέσεις παγκοσμίως όσον αφορά στις συνθήκες εργασίας, τα εργατικά ατυχήματα κλπ.

miting_akp_erdogan

Ναι, το ΑΚΡ και ο Ερντογάν παραμένουν δημοφιλείς, όπως αποδείχτηκε και από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές. Παραμένουν γιατί ιδιαίτερα στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα καλλιεργούν την αίσθηση του «ανήκειν» στην μεγάλη μουσουλμανική «οικογένεια», γιατί καλύπτουν τις τρύπες του κοινωνικού κράτους με τη «ζακάτ» (την μουσουλμανική αλληλεγγύη) και έχουν, ακόμη, τη δυνατότητα να ιδεολογικοποιούν την εξαθλίωση (κάτι που δεν κατάφερε διόλου, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, το στρατιωτικό κατεστημένο).  Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να βρουν «ζωτικό χώρο» για το τουρκικό κεφάλαιο, «μια μεγάλη ιδέα» που θα έχει και υλικό αντίκρισμα για να διασφαλίσει τη στήριξη της ολοένα περισσότερο πιεζόμενης μεσαίας τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, σημαντικό μέρος των οποίων εξερράγη τον Ιούνιο του 2013 με επίκεντρο το Πάρκο Γκεζί και ασφυκτιά ολοένα περισσότερο όσο πιο αυταρχική γίνεται η διακυβέρνηση Ερντογάν.

Όσο και αν φαίνονται ασύνδετα, δεν είναι άσχετο το ότι η έκρηξη οργής στο Γκεζί ήρθε τρεις μήνες μετά το τέλος του προγράμματος του ΔΝΤ και ενώ πλέον ήταν σαφές ότι δεν επρόκειτο ν’ ανατραπεί άμεσα ο Άσαντ στη Συρία ούτε οι «προστατευόμενοι» της Άγκυρας να πάρουν την εξουσία, ούτε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ν’ αναλάβει στρατιωτική δράση και μάλιστα χερσαία για τη δημιουργία «ουδέτερης ζώνης».  Κοινώς ήταν σαφές ότι η καπιταλιστική κρίση δεν θα μπορούσε για πολύ πια να «απορροφηθεί» επαρκώς εντός συνόρων.

Πιθανώς δεν είναι τυχαίο ότι μετά από αυτά τα γεγονότα και την μη εξαπόλυση αεροπορικών επιθέσεων κατά της Συρίας, το φθινόπωρο του 2013, από τις ΗΠΑ (με τον ελιγμό Ομπάμα), διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο η δράση του «Ισλαμικού Κράτους» προς όλες τις κατευθύνσεις και εντός Συρίας και εντός Ιράκ. Μέσα σε λίγους μήνες, γίνεται ο καθοριστικός «παίκτης» στην περιοχή  που δρομολογεί εξελίξεις και διαμορφώνει δεδομένα επί του εδάφους τα οποία, (τυχαίως;) είναι προς όφελος της Άγκυρας έστω και πρόσκαιρα.

 Αν και εμπεριέχει πολλά στοιχεία αυτοκαταστροφής, η αντιφατική πολιτική που ακολουθεί η Άγκυρα, είναι μονόδρομος. Σε παγκόσμιο περιβάλλον βαθιάς οικονομικής κρίσης, με πολεμικά μέτωπα ανοιχτά στα οποία συγκρούονται δια αντιπροσώπων ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με σύνορα υπό επαναδιαπραγμάτευση και συμμαχίες χρόνων υπό ανατροπή, η τουρκική αστική τάξη δεν έχει άλλο τρόπο ύπαρξης, ιδιαίτερα μετά το «χαστούκι» των εξελίξεων με τις δυνάμεις των «Αδελφών Μουσουλμάνων» σε σειρά από αραβικές χώρες. Θα συνεχίσει να βαδίζει σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πλέγμα αντιφάσεων αφήνοντας όλα, μα πραγματικά όλα, τα ενδεχόμενα ανοιχτά, ελπίζοντας ότι το χάος στο οποίο έχει εμπλακεί θα δικαιώσει το, διακηρυσσόμενο, «στρατηγικό βάθος» της εξωτερικής της πολιτικής.

Ανάμεσα στις δύο μεγάλες αγάπες, την ψυχολογία και τη δημοσιογραφία, την μία την σπούδασε και την άλλη την έκανε επάγγελμα. Καμβάς το διεθνές ρεπορτάζ. Eκεί που δυστυχώς οι ζωές γίνονται ακόμη αριθμοί. Αγαπημένη ερώτηση: γιατί. Αγαπημένο μέσο: οι λέξεις, γραπτές ή ραδιοφωνικές. Μετά κόπων και βασάνων, κατάφερε να ολοκληρώσει διδακτορική διατριβή, όπου αποπειράθηκε να συνδυάσει πολιτική φιλοσοφία και σύγχρονες εξελίξεις.