«Το σακάκι που βελάζει»

μια παράσταση για τον αυτοματισμό του παραλόγου

Photo 1
Συνέντευξη: Εύα Κέκου - Θέατρο + Χορός - 22/02/2017

Παρακολούθησα την παράσταση «Το σακάκι που βελάζει». Μία παράσταση που τόσο ωραία παρουσιάζει τη δυσκαμψία της γραφειοκρατίας, την απρόσωπη εξουσία του κράτους που εκφράζεται μέσα από τους φορείς του και εν τέλει το παραλογισμό του.. Προσωπικές εμπειρίες, περιστατικά, ακραία και παράλογα με έφεραν την ίδια αντιμέτωπη με αυτό το παραλογισμό-επίμονη και άκαμπτη στην αρχή, βρέθηκα με τρόπο εφάμιλλο του κυρίου προσώπου της παράστασης στα γρανάζια όπως περίπου περιγράφονται- επιβεβαιώνοντας τίποτα άλλο από τα μικρά περιθώρια ελευθερίας που αφήνει η αδιόρατη εξουσία. Μία εξαιρετική παράσταση-βασισμένη σε ένα καλοδουλεμένο κείμενο. Μία παράσταση που αξίζει να δει κανείς και να προβληματιστεί .Μία παράσταση που θεωρώ ότι συζητά επίσης τόσο καίρια την ελληνική πραγματικότητα ως έχει. Μιλήσαμε με τον Νότη Παρασκευόπουλο, ο οποίος μετέφρασε, σκηνοθέτησε το έργο και συμμετέχει ως ηθοποιός.

Πείτε μου γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο και γιατί τώρα; Με ποιον τρόπο θεωρείτε ότι ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα και πώς αντικατοπτρίζει τη διαχρονική γραφειοκρατία. Με ποιον τρόπο το σύστημα της γραφειοκρατίας παραμένει ισχυρό, όπως παρουσιάζεται στο έργο του βούλγαρου σκηνοθέτη και σε εμάς;

Η επιλογή του έργου δεν είναι τυχαία. Υπήρξε έντονο ενδιαφέρον από μέρους μας να αφήσουμε για λίγο το κλασικό ρεπερτόριο και να καταπιαστούμε με ένα σύγχρονο κείμενο που να φέρει παρόλα αυτά στοιχεία οικουμενικότητας στην θεματική του. Έτσι, όταν η Κωνσταντίνα Μαλτέζου μου ζήτησε να διαβάσω το κείμενο του Στρατίεβ βρήκα μέσα σε αυτό μία πραγματικότητα απόλυτα ελληνική. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς πως το έργο αυτό συμπληρώνει φέτος και 40 χρόνια από την πρώτη του θεατρική παρουσία, καταλαβαίνετε πως ο σπουδαίος βούλγαρος θεατρικός συγγραφέας άγγιξε ένα ευαίσθητο θέμα, προσδίδοντάς του ίσες δόσεις χιούμορ και τραγικότητας. Με κύρια θεματική την μάστιγα της γραφειοκρατίας, ο Στρατίεβ βλέπει βαθύτερα στις ανθρώπινες σχέσεις και τελικά αποδομεί τις σύγχρονες αξίες και επιλογές.

Στο πλαίσιο αυτό, θίγει ένα καθόλα σημερινό πρόβλημα – αυτό της απόλυτης διάτρησης των ανθρώπινων σχέσεων και των κοινωνικών θεσμών – σατιρίζοντας μια επίσης σημερινή δυστοπία, αυτήν που επικρατεί μέσα στους τοίχους των κρατικών υπηρεσιών όπου μάλιστα πολλές φορές, όπως άλλωστε και στο έργο, αναγνωρίζεται και από εκείνους που την υπηρετούν. Το σύστημα, παραμένει ισχυρό μιας και αυτοσυντηρείται μέσα από πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες, προσωποποιείται από τους θιασώτες του χαρτιού και τελικά αποκτά ανάσα στους διαδρόμους των κτιρίων, πίσω από κλειδωμένες πόρτες και μπροστά από τα ερμητικά κλειστά ερμάρια, για να χαθεί μέσα στους ψίθυρους των ανθρώπων που διαιωνίζουν την ύπαρξή του.

Δεν μπορούμε όμως σε καμία περίπτωση να γενικεύουμε σε σημείο που να αγνοούμε τις προσπάθειες όλων εκείνων – και δεν είναι λίγοι – που αντιστέκονται στο παγιωμένο και δεν θυσιάζουν την επιθυμία τους για αλλαγή, στο βωμό της ατομικής σταθερότητας.

Photo 2

Θα ήθελα να μας μιλήσετε λίγο για το ταξίδι της παράστασης και την απήχηση του κοινού.

Όπως σε κάθε μας δουλειά, έτσι και φέτος ξεκινήσαμε με την αισιοδοξία που σε γεμίζει μια νέα δημιουργία αλλά και με την σιγουριά πως – τουλάχιστον σε καλλιτεχνικό επίπεδο – έχουμε προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούμε. Το κοινό με την σειρά του στήριξε την παράσταση από την πρώτη κιόλας μέρα και έδειξε να ταυτίζεται με τους ήρωες του έργου σε σημείο έντονου προβληματισμού. Ξέρετε, οι άνθρωποι που επιλέγουν να παρακολουθήσουν την δουλειά μας είναι εκείνοι που συναντώνται με την δική μας ανάγκη έκφρασης και τελικά καθορίζουν τα επόμενά μας σχέδια.

Με ποιο τρόπον θεωρείτε ότι ο πολίτης στις μέρες μας στέκεται ανίσχυρος – έρμαιο ενός σουρεαλισμού – μπροστά σ’ ένα κράτος που στερείται λογικής και μόνο η τέχνη μπορεί να περιγράψει καλά;

Είναι ακριβώς όπως το λέτε. Σουρεαλισμός. Πάνω και πέρα από την πραγματικότητα λειτουργεί ένας αυτοματισμός παραλόγου που αποδυναμώνει κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης ή ελέγχου μέσω της λογικής οδού. Νομίζω πως το κράτος απελευθερώνει όλη του την φαντασία, μπερδεύοντας τον πολίτη που καλό είναι να κουβαλάει επάνω του ως «λεξικό» το Μανιφέστο του Μπρετόν.

Η τέχνη μπορεί να περιγράψει, να υπενθυμίσει, ακόμη και να πυροδοτήσει μια αλλαγή. Το ζήτημα είναι η διάρκεια που θα έχουν αυτοί οι κυματισμοί πάνω στη γαλήνη του συστήματος.

Photo 3

Ας μας μιλήσετε λίγο για τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η παράσταση, τους συντελεστές, τις δυσκολίες και το περιβάλλον που ευνόησε αυτή τη συνεργασία.

 Το ανέβασμα μιας παράστασης είναι μία διαδικασία που απαιτεί συγχρονισμό όλων των συντελεστών και σαφή αίσθηση του στόχου. Στην συγκεκριμένη παράσταση, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε στο παρόν, ένα κείμενο που μετράει 40 χρόνια ζωής χωρίς όμως να διαταράξουμε την αισθητική της εποχής που γράφτηκε. Άλλωστε το έργο από μόνο του καταπιάνεται με προβληματικές που δεν επηρεάζονται από εποχές, κοστούμια, σκηνική και σκηνοθετική προσέγγιση.

Η ομάδα μας έχει σταθερούς συντελεστές που μοιράζονται την αισθητική μας και έχουν την ελευθερία να δημιουργούν στο πλαίσιο πάντοτε της κεντρικής οπτικής του τελικού αποτελέσματος. Έτσι, ο Γιάννης Πολύζος χορογράφησε τους ήρωες στις απίθανες και παράλογες αναζητήσεις τους μέσα στους διαδρόμους του κτιρίου, η Κωνσταντίνα Μαλτέζου έδωσε εικόνα στην δεκαετία του ’70 με τα εύστοχα κοστούμια της, η Μυρσίνη Μανέτα σχεδίασε ένα σκηνικό απόλυτα ταιριαστό με τους χώρους του έργου το οποίο για ακόμη μία χρονιά κατασκεύασε ο Γεράσιμος Μαλτέζος, ο Νίκος Ζαΐρης ψύχρανε τα γραφεία με τους φωτισμούς του προσδίδοντας και σε έναν βαθμό την αίσθηση της τρέλας μέσα από τις πολύχρωμες αναζητήσεις των ηρώων, ο Νίκος Γαζετάς σχεδίασε όλη την οπτική επικοινωνία συνδυάζοντας σε μία εικόνα την κεντρική θεματική του έργου με στοιχεία των επί μέρους σκηνών και ο Γιώργος Χαρίσης με τις φωτογραφίες του βοήθησε να βγει προς τα έξω η αρχική αίσθηση που θέλαμε να έχει ο κόσμος πριν έρθει να παρακολουθήσει την παράσταση. Οι άνθρωποι αυτοί, μαζί με τους ηθοποιούς, δημιούργησαν ένα περιβάλλον που ευνοεί την δημιουργικότητα καταργώντας κάθε τι ανασταλτικό στην διαδικασία του ανεβάσματος της παράστασης. Όσον αφορά τις δυσκολίες, αυτές πάντοτε θα υπάρχουν είτε υπό μορφή καλλιτεχνική είτε από εξωτερικούς παράγοντες. Πιστεύω όμως πως μία δεμένη ομάδα και μια καλά ριζωμένη δουλειά βρίσκει πάντοτε τον δρόμο της.

Τίτλος: Το Σακάκι που Βελάζει

Συγγραφέας: Στανισλάβ Στρατίεβ

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Νότης Παρασκευόπουλος

Ηθοποιοί: Πάνος Καλαντζής

Κωνσταντίνα Μαλτέζου

Δημήτρης Μαμιός

Νότης Παρασκευόπουλος

Τάσος Τζιβίσκος

Χώρος: Θέατρο ΠΚ

Κασομούλη 30 & Ρενέ Πυώ 2, Νέος Κόσμος

Κρατήσεις: 210 9011677