“Το φως που καίει” του Κώστα Βάρναλη

| 19/11/2018
Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Πώς “γεννήθηκε” “Το φως που καίει” του Κώστα Βάρναλη

Για τη σύλληψη και τις συνθήκες συγγραφής και ολοκλήρωσης της πρώτης έκδοσης μαρτυρεί  ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και μάλιστα πλουτίζεται από την πρόσφατη ανακοίνωση της αλληλογραφίας του με τον εκδότη Στέφανο Πάργα. Η συλλογή είχε συλληφθεί στα βασικά της μέρη και είχε προσχεδιαστεί στα λυρικά της στο Παρίσι, ίσως σαν συνέχεια του Προσκυνητή. Ως σύνθεση είχε γραφεί και δουλευτεί στις καλοκαιρινές διακοπές του, τον Σεπτέμβρη του 1921 στην Αίγινα. Για τη σύνθεση, λοιπόν, του μύθου και των σχετικών βοηθητικών μορφών θρήνου -Μάνας Γης και Ωκεανίδων, Μάνας του Χριστού και Σεραφείμ (Β΄ μέρος)- η έρευνα και η σπουδή του υλικού φανερώνουν πως η σύλληψη τους μάλλον προορίζονταν ως ύλη για το Β΄ Άσμα του Προσκυνητή ή ίσως και μια ανεξάρτητη συνέχεια ανάμεσα στον Προσκυνητή και Το φως που καίει, την οποία θα τιτλοφορούσε, προσωρινά, Ποίημα (1919-1920). […] Ο Βάρναλης, προκειμένου να προσχεδιάσει τη μορφή του Προμηθέα, φαίνεται να καταφεύγει σε έργα κλασικά της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, όπως είναι ο Προμηθέας Λυόμενος του Σέλλεϋ και το Το Αγαλμα του Προμηθέα του Καλντερόν. […] Επίσης, δεν αποκλείεται να επηρεάστηκε από το έργο Προμηθέας και Σίσυφος της πολωνής ποιήτριας Μαρίας Κονοπίσκυ. Όσον αφορά τον Χριστό, ιδεολογικά θα ξεκινήσει από την ουμανιστική σκοπιά της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας να συνθέτει τη μορφή του Ιησού με αφετηρία την προμαρξιστική φιλολογία. Ο Δημήτρης Γληνός θα γράψει για τη δημιουργία του εν λόγω έργου:

Η κρίσιμη στιγμή φυσικά από καιρό ετοιμαζότανε μέσα του. Από τον καιρό που έζησε τον βαλκανικό πόλεμο και τον εθνικό θρίαμβο. Μιαν ανταρσία, μιαν αντίθεση με τα καθιερωμένα είχε πάντα μέσα του. Τώρα, όμως, στο Παρίσι ήρθε σε αμεσότατη επαφή με τις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Ρομαίν Ρολλάν, ο Μπαρμπύς τον επηρεάζουνε. Ακούει την κριτική των αριστερών για το μεγάλο πόλεμο. Και πέρα στο βάθος του ορίζοντα ξεχωρίζει τις τεράστιες φλόγες της ρουσικής επανάστασης.

Σε τέτοιες συνθήκες εξωτερικών ερεθισμάτων και εσωτερικής πνευματικής επανάστασης γράφτηκε “Το φως που καίει”.

Αρχή της σοσιαλιστικής μας λογοτεχνίας

Με “Το φως που καίει” τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Ο Ξενόπουλος το χαρακτήρισε σταθμό στα Ελληνικά Γράμματα  και ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου μιλάει για αρχή της “σοσιαλιστικής μας λογοτεχνίας” που “είναι μέρος της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας”. Για τον Κορδάτο, με “Το φώς που καίει” “Ο Βάρναλης ξεσπαθώνει και βρίσκεται πρωτοπόρος στο προοδευτικό κίνημα”. Αντίθετα, το σύνθεμα του Βάρναλη δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στον Νίκο Καζαντζάκη. Από κάποιους κριτικούς αμφισβητήθηκε όχι η βούληση και η θέση, αλλά η αφομοίωση και η εφαρμογή του μαρξισμού στην ποίηση του. Του καταλογίστηκε πως έγραψε μία ποίηση προσλήψιμη από τους αστούς και όχι από τους προλετάριους, πως η επαναστατικότητα του αποτελούσε άρνηση και όχι η θέση, πως ο λόγος του διατυπώνεται εξαρχής και μέχρι τέλους συνθηματικά, δηλαδή συναισθηματικά και όχι ιδεολογικά, πως τα ιδεολογικά επιχειρήματα του είναι λογικά και όχι διαλεκτικά.  Στον Βάρναλη οφείλουμε πολλά κι ένα απ’ αυτά είναι “Το φως που καίει”.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος,

Πηγές
-“Ο οδηγητής ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης” (Ριζοσπάστης, Γιώργος Πετρόπουλος)
-“Το φως που καίει” (Εκδ. Κέδρος, Γιάννης Δάλλας, φιλολογική παρουσίαση)

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις

ola