Τρία εμβληματικά βιβλία για το μπουντουάρ, την τεμπελιά και το... θέαμα

Τρία βιβλία από το χθες για το σήμερα

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Βιβλία του μήνα, Λογοτεχνία + Ποίηση - 31/01/2018

Από καιρό θέλαμε να μιλήσουμε για τρία βιβλία που κατά την άποψη μας οριοθετούν όχι μόνο την χρονική περίοδο που γράφτηκαν αλλά και το  σήμερα με το βαθύ τους φιλοσοφικό και πολιτικό νόημα. Πρόκειται για τα έργα των Μαρκήσιου ντε Σαντ, «Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη), του Πολ Λαφάργκ, «Το δικαίωμα στην τεμπελιά» (μετ.Γιάννη Καυκιά) και  του Γκυ Ντεμπόρ, «Η κοινωνία του θεάματος» (μετ. Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη) όλα απ’ τις εκδόσεις Μεταίχμιο.


Μαρκήσιος ντε Σαντ, «Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ»


Ως αρχή το έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ, έργο που όντας απαγορευμένο στην Γαλλία , κυκλοφόρησε, επίσημα, το 1958, ήγουν 144 μετά τον θάνατό του! Βέβαια, πάνω από το μισό μέρος του βιβλίου το κείμενο βρίθει σκηνών στα όρια  του πορνό. Έκτοτε, έχουν κυκλοφορήσει  πλήθος αντιγραφών του Μαρκήσιου-  περιγραφές, απλώς, σεξουαλικών πράξεων. Στην Ελλάδα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1979 ( Εκ.Εξάντας/ μετ. Βασίλη Καλλιπολίτη) αλλά πολύ γρήγορα η κυκλοφορία του απαγορεύθηκε με δικαστική εντολή και παρά την θετική γνωμοδότηση από επιτροπή προσωπικοτήτων. Είναι, όμως, το 1991 που το δοκίμιο ελεύθερα τυπώνεται και τοποθετείται, οριστικά, στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Βέβαια, η ζωή του ντε Σαντ θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της περιπετειώδες κοινωνικό μυθιστόρημα. Σπούδασε σε στρατιωτική σχολή, έλαβε μέρος σε πόλεμο και στα 23 του, την χρονιά του γάμου του φυλακίζεται με διαταγή του βασιλιά λόγω έκλυτης ζωής για όργια σε πορνείο εγκαινιάζοντας έτσι την πολυετή καριέρα του- 30 χρόνια από τα 74 που έζησε- σε άσυλα και φυλακές. Καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται συμβολικά αλλά δραπετεύει. Τον πυροβολούν αλλά γλυτώνει  και ύστερα από διάφορες φυλακίσεις και  αποδράσεις  αφιερώνεται στο γράψιμο θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων. Λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση αρχίζει το περίφημο «120 Ημέρες στα Σόδομα» πάνω σε… ένα ρολό χαρτί μήκους 12 μέτρων!

Έγκλειστος στην Βαστίλη απελευθερώνεται με την εισβολή των επαναστατών όπου χάνει όλα τα γραφτά του. Γίνεται «ενεργός πολίτης» και ένα πλήθος θεάτρων ανεβάζει έργα του. Τα οποία και πάλι προκαλούν την νεογέννητη Γαλλικά Δημοκρατία με αποτέλεσμα να υποστεί ξανά δίκες και φυλακίσεις. Ενδιάμεσα λειτουργεί σαν δικαστής και επίτροπος της περιοχής του. Καταδικάζεται από το νέο καθεστώς σε θάνατο, σώζεται στο παραπέντε και το 1795 δημοσιεύει ανάμεσα σε άλλα έργα του, την  «Φιλοσοφία στο μπουντουάρ».

Η ελευθεριότητα και ο έντονος σεξουαλισμός των γραφόμενών  ου τον στέλνουν εκ νέου στα σίδερα και τελικώς στο Άσυλο Φρενοβλαβών του Σαρεντόν όπου θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Σε αυτό θα πεθάνει με εξαιρετική διαύγεια σκέψης και ενώ του έχουν για χρόνια στερήσει τις καινοτόμες θεραπευτικές θεατρικές παραστάσεις του.

Η «Φιλοσοφία», λοιπόν, αποτελείται από επτά διαλόγους, αλλά και πράξεις, ανάμεσα στην κυρία ντε Σαιντ-Ανζ, τον αδελφό της, Ιππότη ντε Μιρβέλ και τον φιλοσοφημένο άθεο Ντολμανσέ με σκοπό την ερωτική διαπαιδαγώγηση της νεαρής παρθένας Ευγενίας  ενώ οι σεξουαλικές σκηνές περιγράφονται λεπτομερώς και με ανάλογη γλώσσα που, ακόμη και  τώρα σκανδαλίζει. Αν η παρέα έχει ενεργοποιηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς περιορισμούς ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αν το όργιο καλά κρατεί είναι στον τελευταίο διάλογο που ο «σαδισμός» βρίσκει την πλήρη έκφρασή του με τις  βίαιες σεξουαλικές δοκιμασίες που θα υποστεί η μητέρα της Ευγενίας, κυρία ντε Μιστιβάλ, στην απαίτησή της να επαναφέρει την κόρη της στον ίσιο δρόμο. Το έργο ξεκινά με την διακήρυξη του ντε Σαντ,  «Προς τους Ελευθέριους» όπου καλεί τους ηδονιστές όλων των ηλικιών και όλων των φύλων να εντρυφήσουν και να ακολουθήσουν τα πάθη τους- πρωτίστως τα σεξουαλικά- ενάντια σε κάθε λογής ηθικολόγους και σε  οτιδήποτε έχει σχέση με την «κανονική» ζωή. Ενδιάμεσα παρεμβάλλεται το μανιφέστο του συγγραφέα, «Γάλλοι, άλλη μια προσπάθεια να γίνετε δημοκράτες» και εδώ, βεβαίως, βρίσκεται η ουσία του δοκιμίου.

Οι ηδονιστικές και αθεϊστικές θεωρήσεις του επικαλούνται ακραίες μορφές ελευθερίας, έξω από καθιερωμένα κοινωνικά και πολιτιστικά πλαίσια- μια ηθική ελευθεριότητα πραγματοποιημένη μακριά από κάθε καθεστηκυία έννοια περί  δικαίου και ηθικής με απώτερο σκοπό την πλήρη ατομική ικανοποίηση. Ο ντε Σαντ επιδιώκει να απελευθερώσει την  ανθρώπινη λίμπιντο- που κατά τον Φρόϊντ ο πολιτισμός την φυλάκισε με τους θεσμούς και τα στερεότυπα- έχοντας την πίστη πως η σκληρότητα είναι μια αρετή που ο πολιτισμός δεν μπόρεσε να αλλοιώσει εντελώς. Στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας αλλά σεξ χωρίς έλεγχο πέρα από οικογένειες, άνδρες και γυναίκες, νέους  και ηλικιωμένους με την αιμομιξία να είναι καλοδεχούμενη και την συνεχή διαθεσιμότητα κάθε θήλεος για σεξ.

Επίσης καταδικάζεται η θανατική ποινή αλλά όχι ο φόνος. Επιτρέπεται η αυτοκτονία. Ας θεσπιστούν λίγοι νόμοι αλλά δίκαιοι. Ήπιοι νόμοι για να μπορεί ο λαός να τους τηρεί. Πρότυπα για όλες τις χώρες. Δημιουργία ενός δυνατού έθνους χωρίς διάθεση νέων κατακτήσεων- το θετικό παράδειγμα θα πείσει τους λαούς που βρίσκονται υπό αυταρχικό ζυγό να ακολουθήσουν. Αν όμως ξεκινήσουν επεκτατικοί πόλεμοι η χώρα θα αιμορραγήσει οικονομικά και πνευματικά και τότε ο δεσποτισμός που βρίσκεται εν υπνώσει θα εκμεταλλευθεί τις διχόνοιες και θα πάρει ξανά κεφάλι. Προφητικές ρήσεις.

Τα έργα του Μαρκήσιου ντε Σαντ κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα κυκλοφορούσαν, μόνο, ιδιωτικά και πλήθος συγγραφέων επηρεάστηκε σφόδρα. Πέρα από τους Αναρχικούς, είναι οι Πολ Βερλαίν, Κάρολος Μπωντλαίρ, Ουίλλιαμ Μπλέηκ και Γκιγιώμ Απολλιναίρ μεταξύ άλλων. Στον 20ο  αιώνα οι υπερρεαλιστές χρωστούν την ελευθεριότητά και τον ερωτισμό τους στον Μαρκήσιο ενώ φιλόσοφοι όπως ο Ρολάν Μπαρτ, ο Μορίς Μπλανσό, ο Ζορζ Μπατάιγ και ο Μισέλ  Φουκώ έγραψαν κριτικές πραγματείες για αυτόν, με τον τελευταίο να τον θεωρεί, «ως συνόρου μεταξύ κλασσικής και σύγχρονης σκέψης.»


Πολ Λαφάργκ, «Το δικαίωμα στην τεμπελιά»


Όσον αφορά τον Πολ Λαφαργκ και το εγχειρίδιο του, «Το δικαίωμα στην τεμπελιά», έχουμε εδώ μια πολιτική διακήρυξη που πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην γαλλική εφημερίδα L’Egalite’ το 1881. Εκδόθηκε σε μπροσούρα δυο χρόνια μετά και όλο αυτό το χρονικό διάστημα προκάλεσε αναταραχή και πολεμικές στον σοσιαλιστικό  χώρο. Πως ήταν δυνατόν, ο γαμπρός του Μαρξ να πηγαίνει ενάντια στο βασικό μότο των εργατικών αγώνων για το δικαίωμα εργασίας όλων  και να απαιτεί μαχητικά όχι περισσότερη δουλειά αλλά περισσότερη σχόλη.

Το πόνημα του κρεολού Λαφάργκ γνώρισε οκτώ εκδόσεις στην Ελλάδα με πρόσφατη αυτή του Μεταίχμιου. Η «Τεμπελιά» έγινε ευρύτερα γνωστή στην Ευρώπη και πρωτίστως στην  Ρωσία με 17 κυκλοφορίες ανάμεσα στα 1905 και 1907- στις απαρχές της επαναστατικής διαδικασίας. Το βιβλίο ασχολείται κυρίως με την κατάσταση της εργατικής τάξης στην εποχή του, περιγράφει τις σκληρές συνθήκες δουλειάς, την φτώχια και το άγχος των φτωχών ανθρώπων για εργασία και μεταφέρει κείμενα αρχαίων φιλοσόφων- Κικέρωνα, Αντίπατρου, Πλάτωνα- αποσπάσματα από την Επί του Όρους Ομιλία του Χριστού που υμνούν το δικαίωμα στην τεμπελιά αλλά και του αιδεσιμότατου Τάουνσεντ που έγραφε: «Η πείνα, αντιθέτως, δεν είναι μόνο ένα ειρηνικό, σιωπηλό, διαρκές μέσο πίεσης, αλλά και το πιο φυσικό κίνητρο της εργασίας και της τεχνογνωσίας και, ως τέτοιο, προκαλεί τις πιο φιλόπονες προσπάθειες».

Ας διευκρινίσουμε εδώ τι εννοεί ο Λαφάργκ με την έννοια «τεμπελιά». Σε μια συνέντευξη που μας έδωσε ο Άρης Μαραγκόπουλος  για το βιβλίο του «Πολ και Λόρα – ζωγραφική εκ του φυσικού» (Εκδ. Τόπος),  τονίζει μεταξύ άλλων: «Σήμερα θα μπορούσε να ισχύσει περισσότερο από ποτέ. Αν τότε τα μέσα παραγωγής επέτρεπαν να δουλεύει κανείς λιγότερο, τότε μπορούσε να έχει χρόνο για τεμπελιά, όχι να μην κάνει τίποτα. Η έννοια του paresse δεν είναι γενικώς αυτή του loisir – κάθομαι και ρεμπελεύω – είναι η δημιουργική σχόλη, η σχόλη που σε μαθαίνει, που σε διδάσκει, η αρχαιοελληνική έννοια της σχόλης. Σήμερα με την τεχνολογική ανάπτυξη και μια ώρα θα μπορούσαν να δουλεύουν οι άνθρωποι.» Με αυτό τον τρόπο ο γάλλο- ισπανός  διανοούμενος προτείνει τρεις ώρες δουλειάς για κάθε εργαζόμενο και όχι 12 ή 14 ή, ακόμη και 16 που ίσχυαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Όχι πάση θυσία εργασία αλλά απόλυτο δικαίωμα σε περισσότερο ελεύθερο και δημιουργικό χρόνο.

Με άλλα λόγια ο Λαφάργκ πρότασσε αυτό που έλεγε ο Μαρξ για την απασχόληση στην αταξική κοινωνία, ένα κομμουνιστικό αντιπαράδειγμα μέσα στον καπιταλισμό- προτροπή στους εργάτες να δημιουργήσουν από τα πριν τα απαιτούμενα εκείνου που ήθελαν να έρθει. Και είναι χαρακτηριστικό όπως περιγράφει ο Νάνι Μπαλεστρίνι στο βιβλίο του, «Τα θέλουμε Όλα» (Εκδ. Στοχαστής, 1979)- απ’ την περίφημη «Τριλογία της Εξέγερσης»- πως οι επιτροπές  βάσης στα εργοστάσια της Φίατ στο Τορίνο, κατά την διάρκεια του μακροχρόνιου Ιταλικού Μάη, απαιτούσαν τα πάντα εδώ και τώρα αλλά κυρίως λιγότερες ώρες δουλειάς. Κάτι που το ΙΚΚ δεν μπόρεσε ή, μάλλον, δεν θέλησε να καταλάβει όντας προσκολλημένο στο κλασικό «κομμουνιστικό» εργασιακό στερεότυπο.

Ο σοσιαλιστής, ο επαναστάτης, Πολ Λαφάργκ, ο πρώτος Γάλλος βουλευτής της ριζοσπαστικής Αριστεράς, προχωρά ακόμη παραπέρα τις σκέψεις του πεθερού του Καρλ Μάρξ προτείνοντας το δικαίωμα στον ελάχιστο χρόνο δουλειάς- καθότι στον καπιταλισμό εργασία σημαίνει αλλοτρίωση- ως ένα από τα θεμέλια των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος με την προοπτική να έχει ο εργαζόμενος  ικανό χρόνο για να ζήσει ανθρώπινα  την ζωή του και να μορφωθεί. Θέμα που τίθεται έντονα σήμερα καθώς η αντίφαση των όλων και περισσότερων ωρών δουλειάς δεν συνάδει με την καλπάζουσα ηλεκτρονική αυτοματοποίηση που διευκολύνει απίστευτα την χειρωνακτική διαδικασία.

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του χωρία στην «Τεμπελιά» ο Λαφάργκ  γράφει: «Αν η εργατική τάξη ξερίζωνε από την καρδιά της τη διαστροφή που την εκφυλίζει και όρθωνε την τρομερή της δύναμη, όχι για να διεκδικήσει τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που δεν είναι παρά τα δικαιώματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όχι το Δικαίωμα στην Εργασία, που δεν είναι παρά το δικαίωμα στη φτώχεια και στη δυστυχία, αλλά για να σφυρηλατήσει έναν σιδερένιο νόμο, που θα απαγορεύει στον κάθε άνθρωπο να εργάζεται περισσότερο από τρεις ώρες την ημέρα, η Γη, αυτή η αρχαία Γη, θα αγαλλίαζε και θα ένιωθε να σκιρτά μέσα της ένας καινούργιος κόσμος.» Ο Λαφάργκ και η συμβία του Λόρα Μάρξ αυτοκτόνησαν κοινή συναινέσει τον Νοέμβριο του 1911 και έτσι δεν πρόλαβαν ούτε την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά ούτε και την προδοσία των Γάλλων  συντρόφων τους με την θετική στάση τους απέναντι στην συμμετοχή τους στον πρώτο απ’ τους δυο παγκόσμιους πολέμους.


Γκυ Ντεμπόρ, «Η κοινωνία του θεάματος»


 

Τέλος, «Η κοινωνία του θεάματος» του Γκυ Ντεμπόρ –με την ουσιαστική μετάφραση και επίμετρο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη- έχει γνωρίσει στη χώρα μας τέσσερις, με την τωρινή, μεταφράσεις- η πρώτη το 1972 απ’ την «Διεθνή Βιβλιοθήκη»- και αποτελείται από 221, ολιγόλογες, θέσεις όπου συγκεντρώνεται η  πλήρης αποδόμηση του υπάρχοντος συστήματος, η εμπεριστατωμένη κριτική στις μέχρι τότε προσπάθειες ανατροπής του μαζί με τις θέσεις για την υπέρβασή του. Ο Ντεμπόρ χρησιμοποιεί ως θεωρητικά εργαλεία την διαλεκτική του Χέγκελ, τις απόψεις του Μαρξ για την αλλοτρίωση και τον φετιχισμό του εμπορεύματος και την θέση που εξέφρασε ο  Γκέοργκ Λούκατς  στο βιβλίο του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» για την πραγμοποίηση, ήτοι, «το φαινόμενο που, μολονότι εκκινεί από την οικονομική βάση, εντούτοις εκτείνεται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής, καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων με τα πράγματα, τον εαυτό τους και τους άλλους και εν τέλει διαπερνά ολόκληρη τη σύγχρονη αστική κοινωνία». («Η έννοια της πραγμοποίησης στη φιλοσοφία του Γκέοργκ Λούκατς», Ξανθίππη Καρκαντού – μεταπτυχιακή διατριβή).

Επηρεάζεται, επίσης και από έτερα ρεύματα σκέψης όπως η κοινωνιολογία κ.α. Η «Κοινωνία» κυκλοφόρησε στην Γαλλία, τέλη τα 1967 και μέσα σε λίγους μήνες έγινε ανάρπαστη με αποτέλεσμα η μικρή ομάδα των Καταστασιακών να  γίνει πολύ γνωστή στους χώρους των φοιτητών και της διανόησης. Και είναι αυτό το βιβλίο- μαζί με «Επανάσταση της καθημερινής ζωής»  του Ραούλ Βανεγκέμ  – και με την αντισυστημική  δράση του Ντεμπόρ, που προμήθευσαν με θεωρητικό καύσιμο την νεανική εξέγερση του Μάη του ’68. Θεωρία σύγχρονη που αμφισβητούσε το καταναλωτικό θαύμα των δεκαετιών μετά τον πόλεμο και τις συνθήκες της αποχαυνωμένης καθημερινότητας όπως συνέβαινε παντού στην «πολιτισμένη» Δύση, ενώ προέβλεπε το σχήμα των πραγμάτων που θα έρθουν.

Ποιος αμφισβητεί σήμερα πως είμαστε βουτηγμένοι για τα καλά στην κοινωνία του θεάματος; Δεν πρόκειται για κατάχρηση εικόνων, «είναι μια θεώρηση του κόσμου που έγινε αντικειμενική». Αν αιώνες πριν το «είναι», η ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή, καθόριζε τους ανθρώπους, με την έλευση του καπιταλισμού αλλά και παλιότερα, το είναι έδινε την θέση του στο «έχειν», στην ιδιοκτησία. Στις τελευταίες δεκαετίες ακόμη και το «έχειν» παραχωρεί τα πρωτεία στο «φαίνεσθαι». Η κουλτούρα του ύστατου καπιταλισμού δεν είναι άλλη από μια απίστευτη έκθεση εικόνων κατανάλωσης, συσσώρευση θεαμάτων και αέναων αναπαραστάσεων όπου απουσιάζει εντελώς το βιωματικό στοιχείο. Όπως γράφει ο Γάλλος καταστασιακός, «το θέαμα είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να μετατρέπεται πλέον σε εικόνα».

Το εικονικό χρήμα που κυκλοφορεί στον πλανήτη και η εικονική πραγματικότητα που κυριαρχεί στις καθημερινές σχέσεις και στις οθόνες των ανθρώπων αποφέρει κέρδος ταυτόχρονα με την επιτήρηση τη ζωής μας. Μας είπε ο Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης σε μια συζήτηση που έγινε εδώ στο Περιοδικό με αφορμή δυο βιβλία του για τον ριζοσπάστη θεωρητικό: «Ο Ντεμπόρ μπόρεσε να συλλάβει και να περιγράψει τα κεντρικά γνωρίσματα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, τόσο της καπιταλιστικής, στη Δύση, όσο και της γραφειοκρατικής, στο Ανατολικό Μπλοκ .Ο Ντεμπόρ εκθέτει με σχεδόν τηλεγραφικό τρόπο τα κεντρικά γνωρίσματα της μεταπολεμικής κοινωνίας, με μια φαινομενική ψυχρότητα, ενώ βέβαια το βιβλίο του αποτελεί εύφλεκτη ύλη».

Πέρα από την θεωρητική ανάλυση στην κοινωνία του θεάματος παρατίθεται και η ιστορική εξέλιξη των οικονομικών συστημάτων με την καίρια επισήμανση πως σε αντίθεση με τον σοσιαλισμό που όφειλε  ν’ ανατρέψει εκ θεμελίων τον καπιταλισμό, ο τελευταίος ήταν ήδη σε  πλήρη εξέλιξη μέσα στην φεουδαρχία. Βέβαια, αρκετές από τις καθαρά φιλοσοφικές θέσεις του Ντεμπόρ- με την πυκνότητα των νοημάτων και το πλήθος των συμβολισμών που μεταφέρουν-  φαίνονται δύσκολες στην κατανόησή τους.

Εναπόκειται στο αναγνωστικό κοινό να ψάξει και να αναλύσει τα λεγόμενά τους. Άπαξ όμως και τις νιώσει αποκαλύπτουν ένα διαφορετικό θεωρητικό, κοινωνικό σύμπαν, κόντρα στις καπιταλιστικές δοξασίες αλλά και απέναντι στα καθιερωμένα κομμουνιστικά πρότυπα. Οι δοξασίες του ιδρυτή της Λετριστικής και της Καταστασιακής Διεθνούς, ιδέες  που συνεχώς μεταλλάσσονταν βρίσκουν προς στιγμής  το καταστάλαγμά τους στην «Κοινωνία του Θεάματος» για να συνεχίσουν τις μεταμορφώσεις τους έως την αυτοκτονία του συγγραφέα και ακτιβιστή τον Νοέμβρη του 1994.

Εν κατακλείδι, ο αυτοδίδακτος με πτυχίο, απλώς, λυκείου, Ντεμπόρ έγραψε μια σειρά ριζοσπαστικών προταγμάτων εξηγώντας συνολικά την κοινωνία σε Δύση και Ανατολή- μίλησε για το επαναστατικό καθήκον της εργατικής τάξης να ανατρέψει συνειδητά το καπιταλισμό αλλά και  τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό καθώς διέφερε μόνο ως προς την εξασφάλιση ελαχίστων προς το ζειν και τίποτε περισσότερο. Ενάντια στην δημόσια γαλήνη, στα ιερά και τα όσια του συστήματος, υπέρ της βεβήλωσης της σοβαροφάνειας και της σεμνοτυφίας, υπέρ της γενικής αναταραχής και της ανατροπής: «Στην αξίωσή του να ζήσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, το προλεταριάτο βρίσκει το απλό αλησμόνητο κέντρο του επαναστατικού εγχειρήματός του· και καθεμία από τις συντετριμμένες έως τώρα απόπειρές να υλοποιήσει το εγχείρημά του  συνιστά μια εφικτή αφετηρία προς τη νέα ιστορική ζωή.»