Υπόθεση ΜΑΡΦΙΝ: Ευθύνες σε Αστυνομία και Πυροσβεστική

Αποζημίωση προς τους εργαζόμενους και κατάρριψη κάθε στοχοποίησης του λαϊκού κινήματος

| 29/01/2018

Οκτώ χρόνια χρειάστηκε το δικαστικό σύστημα για να πάρει μια ακόμη απόφαση για την υπόθεση ΜΑΡΦΙΝ και την πυρκαγιά που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι στην Τράπεζα. Ο εμπρησμός είχε εκδηλωθεί στο υποκατάστημα της Σταδίου, στις 5 Μάη 2010, την μέρα μιας από τις μεγαλύτερες πανεργατικές απεργίες ενάντια στα τότε αντιλαϊκά μέτρα του «πρώτου» μνημονίου.

Από την πρώτη στιγμή και από διάφορες μπάντες (κρατικές, δημοσιογραφικές ως και προφανώς εθνικιστικές) έγινε προσπάθεια να στοχοποιηθεί το λαϊκό κίνημα από ενέργειες που καμία σχέση δεν είχαν με αυτό.. Κάτι τέτοιο γρήγορα καταρρίφθηκε στην κοινή γνώμη όπως και από τις αποφάσεις δικαστηρίων. Κατά την διάρκεια δίκης που ξεκίνησε τον Σεπτέμβρη του 2016 και μετά από εξίμηση χρόνια «αναβολών» απαγγέλθηκαν κάποιες κατηγορίες προς ανθρώπους που ωστόσο δεν υπήρξε δυνατόν να στοιχειοθετηθεί τίποτε εναντίον τους ελλείψει ενδείξεων, στοιχείων και μαρτυριών. Άλλωστε για αυτούς έμοιαζε η όλη διαδικασία με τραγική φαρσοκωμωδία. Αντιθέτως υπήρξαν καταδίκες κάποιων υπεύθυνων. (Δείτε εδώ παλιότερο ρεπορτάζ μας πάνω στην υπόθεση)

Οι ίδιοι εργαζόμενοι που ξεκίνησαν την αγωγή, καθ’ όλη την διάρκεια της δίκης, κατήγγειλαν την διοίκηση της τράπεζας που τους εξανάγκασε εκείνη την μέρα να δουλέψουν. Μάρτυρας δήλωσε πως «είχαμε άνωθεν εντολή ότι θα δουλέψουμε. Τους είπαμε ότι αναμένεται μια μεγάλη συγκέντρωση… μας είπαν: μην σας νοιάζει, πηγαίνετε να δουλέψετε». Επίσης όπως κατέθεσε άλλος μάρτυρας δεν υπήρχε κανένα σύστημα πυρόσβεσης και άλλα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας. «Όχι δεν υπήρχε… Η τράπεζα είχε μια μοναδική έξοδο διαφυγής, η οποία καίγονταν…»

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο λοιπόν τελικά εκδίκασε και την αγωγή των 24 των εργαζόμενων για την αναγνώριση της ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί και την ικανοποίηση της μέσω αποζημίωσης. Η πρόσφατη απόφαση βλέπει «παραλείψεις» τόσο από την αστυνομία όσο και από την Πυροσβεστική, οι οποίες αν δεν υπήρχαν θα μπορούσαν να αποφευχθεί το γεγονός. Αν και το δικαστήριο αναφέρει ευθύνες και στην Διοίκηση της Τράπεζας αυτές δεν μπορούν να διερευνηθούν γιατί δεν καλύπτεται μια τέτοια εκδίκαση από την αγωγή. Οι καταγγελίες από πλευράς εργαζομένων για εξαναγκασμό να εργαστούν εκείνη την μέρα όσο και για την μη πρόβλεψη κανόνων ασφαλείας πάρθηκαν εν μέρει υπόψη.


Η απόφαση και οι αποζημιώσεις


Έτσι το δικαστήριο έκρινε «ότι η Πυροσβεστική δεν διενήργησε όλους εκείνους τους προληπτικούς ελέγχους για την τήρηση των προβλεπόμενων μέσων πυροπροστασίας στο υποκατάστημα και πως υπήρξε παράλειψη των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων να εκδώσουν απόφαση – το πολύ μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2009 – επιβάλλοντας στην διοίκηση της τράπεζας να τοποθετήσει ρολά από συμπαγές υλικό και άθραυστους υαλοπίνακες μεγάλου πάχους, όπως όριζε υπουργική απόφαση εκείνης της εποχής».

Επίσης αναφέρει πως στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας δεν υπήρχε «πυροσβεστικό ερμάριο με εύκαμπτο σωλήνα με ακροφύσιο» όπως επίσης και ελλείψεις σε σχέση με τις εξόδους κινδύνου ζητήματα που είχαν καταγγείλει οι εργαζόμενοι. Κρίθηκε πως η Τράπεζα όφειλε να έχει «δυο εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστη οδό ή πόρτες προς διάδρομο ή άλλους χώρους που να οδηγούν από διαφορετικές κατευθύνσεις σε δυο ανεξάρτητες  οδούς διαφυγής, παρά μόνο μία στο ισόγειο κατάστημα. Και αυτή δεν άνοιγε με μία απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω, αλλά μόνο με τηλεχειριστήριο που κρατούσε η διευθύντρια. Επιπλέον το πατάρι έπρεπε να διαθέτει έξοδο κινδύνου την οποία δε είχε όπως άλλωστε δεν είχε αντιβανδαλικά τζάμια».

Στην βάση αυτή αποφασίστηκαν και κάποιες αποζημιώσειςΣε καθέναν από τους 24 εργαζόμενους από 25.000 έως 60.000 ευρώ για αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν «από τον κίνδυνο ζωής που διέτρεξαν, από την παρεπόμενη σωματική τους ταλαιπωρία, τα απότοκα προβλήματα υγείας και όλη την ψυχική πίεση με την οποία επιβαρύνθηκαν από την κρίσιμη μέρα και εφεξής». Επίσης το δικαστήριο αποφάσισε αποζημίωση και στον σύζυγο και τους γονείς της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου -της εγγύου γυναίκας που πέθανε από τις αναθυμιάσεις του καπνού μέσα στο κτήριο- η οποία κυμαίνεται από 210.000 έως 300.000 ευρώ.

Προφανώς το θέμα γενικότερα και η ποινική πλευρά του ζητήματος δεν λύθηκε εξ’ ολοκλήρου. Εξάλλου, η ζωή των εργαζομένων μπρος στα κέρδη μιας τράπεζας συνεχίζει να μην έχει κάποια αξία.


Με πληροφορίες από: Έθνος, 902.gr