Χιονισμένα τοπία από τον φλαμανδό Χέντρικ Άβερκαμπ και τον Κλοντ Μονέ

Γράφει: Κατερίνα Κοφφινά - Εικαστικά + Άλλα - 24/12/2017

 

Χέντρικ Άβερκαμπ

Το 1595 ο αρχιδούκας Αλβέρτος έκτος γιος του Μαξιμιλιανού Β’ παντρεύεται την εξαδέλφη του Ισαβέλλα, κόρη του Φιλίππου Β’ και παίρνει προίκα τις Κάτω χώρες.

Ο Αλβέρτος και η Ισαβέλλα προσπάθησαν να κυβερνήσουν ως εθνικοί ηγεμόνες, όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσαν να δεχτούν το καθεστώς αυτονομίας που είχαν κατακτήσει οι Κάτω Χώρες. Ωστόσο, οι επαναστατημένες επαρχίες δεν διαπραγματεύονταν την αυτονομία τους. Τέλος το 1609 η κυβέρνηση της Ισπανίας αναγκάστηκε να υπογράψει τη Δωδεκαετή Ανακωχή με τις Ενωμένες Επαρχίες, των οποίων η αυτονομία επικυρώθηκε με νομική πράξη. Η ανεξαρτησία της Φλάνδρας ευνόησε την ανάκαμψη της οικονομίας της. Οι αρχές του 17ου  αιώνα ήταν μια περίοδος σχετικής ηρεμίας και μεγαλοπρέπειας, μια περίοδος άνθησης της φλαμανδικής τέχνης στις ισπανοκρατούμενες Κάτω Χώρες. Οι προστάτες των τεχνών και οι συλλέκτες έργων τέχνης ήταν πολυάριθμοι. Οι αστοί ενδιαφέρθηκαν για τις τέχνες και έτσι οι πίνακες έγιναν αντικείμενο εμπορίου.

Ο Χέντρικ Άβερκαμπ γεννήθηκε το 1585 στο Άμστερνταμ και ήταν μουγκός, έγινε γνωστός ως «ο μουγκός του Κάμπεν». Ήταν ένας από τους πρώτους τοπιογράφους της ολλανδικής ζωγραφικής του 16ου αιώνα με δασκάλους τους Πήτερ Ίσαακς και  Ντάβιντ Φίνκσμποονς.

Πολλά από τα έργα του παρουσιάζουν χιονισμένα τοπία με παγωμένες λίμνες και πολλούς ανθρώπους οι οποίοι κάνουν πατινάζ ή περπατούν ή συνομιλούν. Αυτή η θεματολογική  επανάληψη  των χιονισμένων τοπίων  είναι πιθανό να οφείλεται στο φαινόμενο της μικρής παγετωνικής εποχής, little ice age όπως λέγεται και ήταν η ψυχρή περίοδος που ακολούθησε την θερμή μεσαιωνική περίοδο. Σύμφωνα με τους μελετητές ξεκίνησε προς τα τέλη του 16ο αιώνα και είχε διάρκεια μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Ο ζωγράφος είναι πιθανό να είχε επηρεαστεί από αυτό το φαινόμενο των ιδιαίτερα ψυχρών χειμώνων από την παιδική του ηλικία.

Η μαγευτική ατμόσφαιρα των χιονισμένων τοπίων του μας μεταφέρει στην εποχή.  Στον πίνακα  Χειμωνιάτικο τοπίο με παγοδρόμους (1609) η ζωντάνια και η κίνηση της σύνθεσης μας δίνει μια αφήγηση μοναδική. Ο θεατής είναι σαν να βρίσκεται σε κάποιο εξώστη και παρακολουθεί από ψηλά τις ασχολίες των ανθρώπων μέσα στην παγωμένη μέρα. Την ίδια στιγμή η ευθραυστότητα των ανθρώπινων πραγμάτων παρομοιάζεται με την ευθραυστότητα του πάγου και τη σύντομη διάρκειά του, όπως σχολιάζεται σε ένα χαρακτικό με στίχους ηθικολογικού χαρακτήρα του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Πιθανόν να αποτελεί και έμπνευση αυτού του πίνακα καθώς το έργο του Μπρίγκελ και των χιονισμένων τοπίων του επηρέασε τον Άβερκαμπ. Η υπερυψωμένη οπτική γωνία και η προοπτική του χώρου επιτρέπουν στο θεατή να δει τις πολύ μικρές φιγούρες των ανθρώπων, οι οποίες είναι ζωγραφισμένες με μεγάλη προσοχή, δίνοντας στοιχεία ηθογραφικού περιεχομένου με τα ενδύματα, τις συνήθειες και τις καθημερινές ασχολίες τους. Επίσης οι αποτυπώσεις των σπιτιών και της εκκλησίας στο βάθος μας δίνουν πληροφορίες αρχιτεκτονικού περιεχομένου. Οι αντανακλάσεις και οι σκιές πάνω στον πάγο σε συνδυασμό με τον βαρύ μουντό ουρανό και τα απογυμνωμένα δέντρα μας δίνουν μια εκπληκτική απεικόνιση. Το ανεκδοτολογικό επίσης στοιχείο είναι χαρακτηριστικό των έργων του καλλιτέχνη το οποίο συνέβαλε στην επιτυχία του και εκτός των συνόρων των Κάτω Χωρών.

Η τεχνοτροπία του Άβερκαμπ έχει μια μοναδικότητα και μια προσωπική οπτική ήδη από τα πρώτα του έργα. Αρχικά τοποθετεί ψηλά τη γραμμή του ορίζοντα στις συνθέσεις του στην συνέχεια όμως την κατεβάζει χαμηλότερα. Η φύση, το χιόνι, οι άνθρωποι και η ατμοσφαιρική μαγεία των έργων του τα καθιστά μοναδικά. Φιλοτέχνησε 100 έργα τα οποία  βρίσκονται στο Rijksmuseum  του Άμστερνταμ και στο Mauritshuis της Χάγης. Έζησε και εργάστηκε στο Κάμπεν από το 1614 μέχρι το θάνατό του το 1634.


Κλοντ Μονέ

Η πίστη στην υπαίθρια ζωγραφική και η άμεση επαφή με τη φύση και τις συνεχείς μεταβολές της δημιούργησαν την εικαστική γλώσσα του ιμπρεσιονισμού. Το χιόνι ήταν ένα πολύ αγαπητό θέμα στους κύκλους των ιμπρεσιονιστών. Ο Κλοντ Μονέ (1840 -1926)  φιλοτέχνησε μια σειρά από πίνακες με χιονισμένα τοπία. Ένας χημικός στο ταπητουργείο της Γκομπλέν στο Παρίσι πραγματεύθηκε θεωρητικά το φαινόμενο των χρωματιστών σκιών για το οποίο μιλάει ο Γκαίτε το 1810 στο έργο του Πραγματεία για τα χρώματα. Οι παρατηρήσεις του Σεβρέλ πάνω στις σκιές καταλήγουν στην ιδέα ότι οι σκιές πάνω στα αντικείμενα παράγουν το οπτικό αποτέλεσμα του συμπληρωματικού τους χρώματος. Για παράδειγμα οι σκιές από το κιτρινωπό φως του ήλιου αποκτούν μια γαλαζωπή απόχρωση. Ο Μονέ θα αξιοποιήσει αυτό το οπτικό φυσικό φαινόμενο με τρόπο μοναδικό.

Στο έργο του Η Κίσσα (1868 – 1869) ένα υπέροχο χειμωνιάτικο τοπίο στην περιοχή του Ετρεπό στη Νορμανδία μία ελαιογραφία σε μουσαμά διαστάσεων (89Χ130εκ), ο Μονέ εισάγει την τεχνική των χρωματιστών σκιών. «Το λευκό δεν υπάρχει στη φύση» όπως έλεγε αργότερα ο Ρενουάρ «Πάνω από το χιόνι υπάρχει ο ουρανός. Ο ουρανός είναι γαλάζιος κι αυτό το γαλάζιο πρέπει να φανεί πάνω στο χιόνι». Ο πίνακας αποτελείται από μια ατελείωτη γκάμα λευκών, με αποχρώσεις του γαλάζιου, του μωβ, της ώχρας. Οι μεταβολές του φωτός και του χρώματος αποτυπώνονται με εκπληκτικό τρόπο στο έδαφος της σύνθεσης  με τις σκιές του φράχτη. Η λάμψη του φωτός αποτελεί κάτι εντελώς καινούργιο για τη ζωγραφική της εποχής. Ο ιδιαίτερος τρόπος απεικόνισης των δέντρων με τις ελεύθερες πινελιές, η ετοιμόρροπη πόρτα με την κίσσα και οι λαμπερές αντανακλάσεις του χιονιού από τον ήλιο δημιουργούν έναν ονειρικό τοπίο. Ο υπέροχος αυτός πίνακας απορρίφθηκε από την κριτική επιτροπή στο Σαλόνι του 1869, πιθανόν ως πολύ ελεύθερος χωρίς ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες. Επίσης το κοινό δεν ήταν συνηθισμένο σε πίνακες που κυριαρχεί το λευκό.  Ο Μονέ λίγα χρόνια αργότερα ίδρυσε την Ανώνυμη Εταιρεία των Καλλιτεχνών, Ζωγράφων, Γλυπτών, Χαρακτών κ.ά που θα γινόταν γνωστή  ως ομάδα των ιμπρεσιονιστών.  Ο πίνακας βρίσκεται στο Παρίσι στο μουσείο Ορσέ.


Πηγές