Όσιπ Μαντελστάμ, Το αιγυπτιακό γραμματόσημο, Εκδόσεις Οροπέδιο

Σκέψεις που κυλούν σαν τους χαμένους κρίκους μιας αλυσίδας

| 17/02/2017

 16807158_589409341248740_8625310201671074259_nΟ Όσιπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ (1891-1938), είναι ίσως μια από πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις σημαντικού  ρώσου διανοούμενου που βίωσε την τραγικότητα της σταλινικής εποχής. Κάτοικος της  Αγίας Πετρούπολης, του Πετρογκράντ και του Λένινγκραντ, με σπουδές σε Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία, βίωσε όλη την φρίκη του εμφύλιου διαλέγοντας την άλλη πλευρά για να επιστρέψει και πάλι- το 1920- στην αγαπημένη του πόλη. Μέχρι το ’28 εκδίδει εξαιρετική ποίηση και δοκίμια ακόμη και μια αυτοβιογραφία. Κατόπιν δεν κυκλοφορεί τίποτα και ζει κάνοντας μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Λόγω φόβου πολλοί συνάδελφοι και φίλοι του κόβουν  κάθε επαφή μαζί του, ενώ κάποιοι τον χλευάζουν δημοσίως. Διαβάζουμε στο περιεκτικό βιογραφικό του βιβλίου: «Το ’33 προβαίνει σε μια πράξη που ο Πάστερνακ χαρακτηρίζει αυτοκτονία: συνθέτει ένα επίγραμμα για τον Στάλιν, Ένας βουνίσιος στο Κρεμλίνο, που διαβάζει ένας εξαιρετικά περιορισμένος κύκλος ατόμων, κάποιο απ’ τα οποία όμως καταδίδει τον ποιητή». Συλλαμβάνεται το ’34 και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Κάνει απόπειρα αυτοκτονίας βουτώντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Μεταφέρεται στο Βορονέζ. Συλλαμβάνεται ξανά το ’38 και στέλνεται στην ανατολική Σιβηρία. Φοβάται πως θέλουν να τον δηλητηριάσουν και αρχίζει να κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του. Τον χτυπούν άγρια και τελικά αναγκάζεται να ζει έξω από τις παράγκες μέσα στο φοβερό κρύο, ενώ τρέφεται με αποφάγια και σκουπίδια. Παρά τις φροντίδες εξόριστων γιατρών εξαθλιωμένος ο ποιητής πεθαίνει στο Βλαδιβοστόκ στα τέλη Δεκεμβρίου του 1938. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του δεν έγιναν ποτέ γνωστές. Η αποκατάσταση του Μαντελστάμ θα γίνει το ’56 και το ’87.

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να πούμε πως «Το αιγυπτιακό γραμματόσημο» (Εκδόσεις Οροπέδιο), που γράφτηκε το ’27- ’28, αλλά αναφέρεται στους πρώτους μήνες του 1917, μετά την πτώση του Τσάρου, στην διακυβέρνηση Κερένσκι, λειτουργεί ως ένα μακροσκελές ποίημα. Είναι η παράθεση του εξαιρετικά αναλυτικού επιμέτρου της μεταφράστριας  Βιργινίας Γαλανοπούλου, συμβολή στην ουσιαστική αποκρυπτογράφηση του κειμένου- κείμενο το οποίο ευτύχησε στην μεταφορά του στα ελληνικά. Πρόκειται για μια κρυπτογραφική νουβέλα που απαιτεί πλείστες όσες γνώσεις λογοτεχνίας, τέχνης, της ζωής και του έργου του ρώσου ποιητή. Ηθελημένα ο Μαντελστάμ αποκρύπτει πληροφορίες και λεπτομέρειες από τα λεγόμενά του και όπως γράφει σε ένα ποίημα, «Οι σκέψεις μου κυλούν σαν τους χαμένους κρίκους μιας αλυσίδας». Είναι φορές που τα γραφόμενα δεν έχουν λογική, δεν βγάζουν νόημα. Οι συνειρμοί του συγγραφέα μοιάζουν σκόρπιοι, αφημένοι στην τύχη. Και όμως, εμπεριέχουν σπαράγματα από πληροφορίες και νοήματα που καλούν τον αναγνώστη να προσπαθήσει να αποκρυπτογραφήσει. Αυτό το κουβάρι οφείλουμε να ξετυλίξουμε, να γεμίσουμε την γεμάτη αποσιωπήσεις αφήγηση του ποιητή, να βρούμε τον μίτο της ίντριγκας αν υπάρχει τέτοιος.

16711842_589409674582040_1452876691065559206_n

Η ιστορία  είναι απλή: Ο Πάρνοκ φοβάται να απαιτήσει πίσω την ρεντικότα που του πήρε πίσω ο ράφτης Μέρβις. Το ίδιο συμβαίνει και στο πλυντήριο όπου καλεί σε βοήθεια τον ιερέα Μπρούνι για να πάρει τα πουκαμισά του αλλά και πάλι δεν τολμά. Πουκάμισα και ρεντικότα  γίνονται ιδιοκτησία του ίλαρχου Κρζίζανόσφσκι. Λίγο μετά, ο Πάρνοκ αδυνατεί να αποτρέψει την  διαπόμπευση  κάποιου φτωχοδιάβολου απ’ το αγριεμένο πλήθος. Η κοπέλα που περιμένει στο ραντεβού του δεν έρχεται καθώς αυτή συναντά τον ίλαρχο. Πλήρης μαύρων συναισθημάτων ο Πάρνοκ περνοδιαβαίνει τους δρόμους της Πετρούπολης έως ότου πάρει το τραίνο για την φωτεινή Μόσχα. Όμως, ανάμεσα στα, ελάχιστα είναι αλήθεια, επεισόδια της πλοκής, ο Μαντελστάμ κάνει παρεκβάσεις που θρυμματίζουν την αφήγηση και πελαγώνουν τον αναγνώστη. Ανατρέχουμε και πάλι στο επίμετρο του βιβλίου, «ένα από τα βασικά μοτίβα που διατρέχει ολόκληρη την νουβέλα είναι η φοβία για τις λογής αρρώστιες (…) που για τον συγγραφέα συνεπάγονται κοινωνική απομόνωση και εξοστρακισμό. Επιπλέον, η νόσος κι ο πυρετός, καταστάσεις επίφοβες, προαναγγέλλουν το τέλος όχι μόνο ενός άρρωστου σώματος,  αλλά και μιας ολόκληρης πόλης, μιας εποχής…». Υπάρχει και το μοτίβο των πυρκαγιών, «στην κρυπτογραφική σκέψη του Μαντελστάμ, στις φωτιές αντανακλάται η επαναστατική δίνη, το φόντο που συνοδεύει το κύκνειο άσμα των ανθρώπων της τέχνης , των οποίων ο θάνατος συνδέεται έμμεσα με το χαμό της Πετρούπολης». Αλλά και ο Πάρνοκ του «Γραμματόσημου»  είναι υπαρκτός, ομήλικος του συγγραφέα, εβραίος, ποιητής και πασίγνωστός μουσικός της  σοβιετικής τζαζ, ο Βαλεντίν Παρνάχ. Με αυτόν μοιράζεται  σκέψεις και συναισθήματά, άλλοτε σε πρώτο, άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο- σκέψεις, που εδράζονται τόσο στις παιδικές αναμνήσεις του ποιητή, όσο, επίσης, στα μπαρόκ όνειρά του για την Τέχνη και την ιστορία της.

Για το τίτλο του βιβλίου έχουν δοθεί και δίνονται πολλές και διαφορετικές εξηγήσεις. Το γραμματόσημο συμβολίζει κάτι μιας χρήσης, κάτι που αμέσως μετά θεωρείται άνευ αξίας, κάτι που τείνει να εξαφανιστεί.  Τον Πάρνοκ οι συμμαθητές του αποκαλούσαν  αιγυπτιακό γραμματόσημο για τον μειώσουν. Στο επίμετρο πάλι, «Ο ήρωας είναι ένα κομμάτι χαρτί, άχρηστο πλέον, που βρέθηκε τυχαία σε μια πόλη ανάστατη απ’ τους ταραγμένους καιρούς». Από την άλλη, θραύσματα φράσεων, εικόνων και τίτλων αναδύονται απ’ τον ελλειπτικό λόγο του κεντρικής φιγούρας, που αναφέρεται με τον τρόπο του στους μεγάλους λόγιους της πόλης- στον Γκόγκολ,-τον Πούσκιν, τον Άντρέι Μπέλι και τον Ντοστογιέφσκι. Αναφέρεται, έτι, στους ήρωες του Μπαλζάκ και του Σταντάλ- στον Ιούλιο Βερν, τον Δάντη και τον Βίκτωρα Ουγκώ .Έτερα μοτίβα, πέρα από το εβραϊκό εμφανίζονται  το φιλανδικό, το ελληνικό και το αιγυπτιακό. Ο Μαντελστάμ  δεχόταν τότε σκληρές κριτικές για τα έργα του. Για «Το αιγυπτιακό γραμματόσημο» γράφτηκε πως ο διανοούμενος ήρωας του αποτυγχάνει να ενσωματωθεί στη δομή του επαναστατικού καθεστώτος. Μόνο που ο πολωνικής καταγωγής ποιητής δεν ενδιαφερότανε καθόλου για το τελευταίο. Εστίαζε στους απροσάρμοστους- στο περιθώριο της κοινωνικής διαδικασίας. Όλοι παιανίζουν θριάμβους, «οι ευτυχισμένες γενιές έχουν το έπος τους, ύμνους σ’ εξάμετρα και χρονικά,  ενώ εγώ ακούω μια χασμωδία, ανάμεσα σε μένα και την εποχή μου υπάρχει μια τάφρος, ένα κενό  που το γεμίζει ο χρόνος και ο αχός του…».

16807692_589409104582097_6854510812216380925_n

 Info:

Όσιπ Μαντελστάμ, Το αιγυπτιακό γραμματόσημο, Μετάφραση-Επίμετρο: Βιργινία Γαλανοπούλου, Εκδόσεις Οροπέδιο

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.