Ενήλικοι στην Αίθουσα... αλλά ο κόσμος στην απέξω

Μια κριτική και πολιτική γνώμη

| 01/10/2019

Η συζήτηση αργά ή γρήγορα θα ξεκινούσε. Έχοντας τώρα την δυνατότητα να δούμε την ταινία, η συζήτηση μπορεί να γίνει πλέον επί του προκειμένου. Αν και (θα) συνεχίζεται να μην γίνεται επί της ουσίας. Ίσως γιατί η ουσία απέχει σοβαρά από την επιφανειακή διαμάχη που και η ίδια η ταινία συνειδητά συντηρεί για τις μέρες που όλοι ζήσαμε. Και επειδή όλοι τις ζήσαμε, η συζήτηση αφορά όντως τον καθένα. Και είμαστε εύλογα, αν όχι όλοι, σίγουρα πάρα πολλοί. Μια συζήτηση που οφείλει να γίνει τόσο για την ταινία ως ταινία όσο και για τις πολιτικές παραμέτρους τις οποίες θέτει και εκφράζει. Κάθε τι άλλο που αποσυνδέει αυτά τα δύο είναι υποκρισία και υπεκφυγή.

Κρίμα όμως για όσους βλέποντας την νιώθουνε ένα μούδιασμα. Αν και δεν είναι καθόλου σπάνια ή παράλογη μια τέτοια αντίδραση. Πολύ ανθρώπινη. Ειδικά όταν βλέπουμε έργα και πράξεις ανθρώπων-καλλιτεχνών που κάποτε εκτιμούσαμε και άξαφνα βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση να αδυνατούμε την ίδια εκτίμηση να την επαναεπιβεβαιώσουμε. Από την μύγα ξύγκι όμως δεν βγαίνει. Είναι θλιβερό για όποιον το προσπαθεί. Κρίμα λοιπόν, γιατί κάποιοι ενεργούν σαν να περιμένανε την ταινία για να δικαιωθούν για κάτι στην πραγματικότητα. Έτσι αρχίζουν τις συγκρίσεις και τις ανυπόστατες συνδέσεις για να πείσουν και να υπερασπιστούν κάτι που αυτοκρίνεται αρνητικά τόσο για αισθητικούς όσο και για πολιτικούς λόγους. Που αυτομαστιγώνεται. Που από μόνο του αφαιρεί την δυνατότητα υπεράσπισης του. Όπου αδυνατεί λοιπόν να υπάρξει τεκμηρίωση, (και δεν αναφερόμαστε μήτε δεχόμαστε καθόλου τώρα όσους καταφέρθηκαν εναντίον της ταινίας με γελοιότητα ή και σκοταδισμό, όσοι ξεπλένουν άλλωστε τους ευρωπαίους και τον ανεξέλεγκτο μαφιόζικο ιμπεριαλισμό τους σε κάθε λέξη που εκφέρουν) για τους πιο καλοπροαίρετους υπάρχει ένας πιο βολικός δρόμος: έρχεται επικουρικά το συναίσθημα και οι συγκρίσεις με το παρελθόν για να βοηθήσουν λιγάκι. Και θύμα τους από όλο αυτό, κάνοντας σοβαρή και συνειδητή ζημιά πάνω του, δεν είναι παρά το «Ζ». Αν και κάθε σύγκριση μαζί του χάνει κατά χώρα, κάθε σύνδεση από την άλλη αποτελεί ανέντιμη προσπάθεια αλλοίωσης του πρώτου όσο και υπεκφυγής από το δεύτερο. Μια προσπάθεια να αποφευχθεί η καθαρή κουβέντα για αυτό που είναι και εκφράζει το «Ενήλικοι στην αίθουσα». Κάθε σύνδεση των δυο ταινιών είναι πολιτικά και αισθητικά ανεδαφική. Δεν έχει καμία απολύτως βάση. Δεν υπάρχουν πολλά που να τις συνδέει πέρα από το ίδιο πρόσωπο στην θέση του σκηνοθέτη. Οι άνθρωποι ωστόσο περαστικοί είμαστε. Τα έργα τέχνης –όπως και κάθε παραγόμενο κοινωνικό γεγονός- όμως μένουν πάντοτε εκεί. Αποτελούν συλλογικά κεκτημένα. Και δεν νοείται κανείς να τα αλλοιώνει, να τα μεταβάλει κατά το δοκούν και με το έτσι θέλω.

Προφανέστατα, είναι ποιοτική η διαφορά ανάμεσα στις δυο ταινίες. Με παρόμοια κλίμακα ποιότητας κρίνεται και η, μέσα στα χρόνια, δυναμική του δημιουργού τους. Όταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν ενίοτε και οι άνθρωποι μαζί τους. Επίσης οι καλλιτέχνες και δικαιούνται και έχουν χρέος (όπως όλοι μας) να εκφράζουν γνώμη. Ακόμη και αλλαγμένη. Προσαρμοσμένη. Ανάλογη των συγκυριών. Ό,τι θέλουν λένε και κάνουν και το υπερασπίζομαι αυτό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να τεθούν ποτέ εκτός κριτικής. Γιατί ευτυχώς καμιά γνώμη δεν είναι κεκλεισμένων των θυρών, σε διαδρόμους και σε… αίθουσες. Είναι δημόσιος λόγος.

Και στις δυο περιπτώσεις, είναι μικρό το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο γεγονός και την μυθοπλασία του, ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αναπαράσταση του. Εν θερμώ. Με μια ωστόσο τεράστια διαφορά ουσίας τόσο πολιτικής όσο και καλλιτεχνικής. Άλλη η σημασία τους όταν μπαίνει το εκτόπισμα τους σε ιστορική κλίμακα. 1960. Δολοφονία Λαμπράκη. Άλλη παντελώς η ιστορική συγκυρία. 15 χρόνια πριν ο ελληνικός λαός ήταν ένοπλος. Μετά βρέθηκε ηττημένος σε ένα ακραία βίαιο, μετεμφυλιακό φασίζων κράτος. Άλλη η θέση του ελληνικού λαού και του κινήματος του τότε. Κυριαρχούσαν συνθήκες καθολικής σχεδόν απαγόρευσης του. Άλλη η κηδεμονία, άλλη η πίεση, άλλη η καταπίεση του. Από τους έξω και από τους μέσα. Άλλη η καταστολή για συμμόρφωση του: κανονικότητα ήταν το μέτρημα των εξοριών, των φυλακίσεων και των δολοφονιών του. Η 21η Απρίλη στον ορίζοντα.

Λοιπόν: Άλλο Βαρουφάκης, άλλο Λαμπράκης. Θλιβερό στην καλύτερη, κάποιοι με αφορμή ότι μιλάμε για τον ίδιο σκηνοθέτη, εμμέσως πλην σαφώς να δίνουν σε κάποιον εφάμιλλη ιστορική αξία δανειζόμενη από κάποιον που όντως είχε. Οι δυο ταινίες λοιπόν δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση. Ούτε ως πρόθεση, ούτε όσο αφορά τις προσωπικότητες που αναφέρονται, ούτε ως παραγόμενο αποτέλεσμα. Όχι ότι δεν έχει αξία το γεγονός ή η δραματοποίηση των γεγονότων των τελευταίων χρόνων μας. Ασφαλώς και έχει. Αλλά ποιο ακριβώς, ας αναρωτηθούμε, είναι το πραγματικό γεγονός;

Και έτσι πάμε στην ταινία αυτή καθ’ αυτή και στην πολιτική της θέση. Το δηλώνει ο τίτλος της. Και ξέρουμε ασφαλώς την ιστορία της. Βλέπουμε τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες να ζυμώνουν τακτικές για να διαχειριστούν ο καθένας τα συμφέροντα του. Οι γνωστές πολιτικές των μνημονίων ξανά στην ημερήσια διάταξη. Όπως μάλλον τις αρμόζει. Σε κλεισμένες αίθουσες και σε στενούς διαδρόμους. Και εκεί και κυρίως λόγω αυτού είναι που πιάνεσαι εξ’ απροόπτου να αναρωτιέσαι και να αμφιβάλλεις: Μήπως τελικά η πραγματική πολιτική είναι αυτή που πραγματώνεται εκεί μέσα; Στα παρασκήνια; Από ηγέτες και ημιηγέτες; Και μήπως εγώ, ο απλός άνθρωπος, ο ούτε ηγέτης και ούτε ημιηγέτης τελικά δεν είμαι παρά ένας παθητικός θεατής, όπως του σινεμά, της κοινωνικής μου πραγματικότητας; Που δεν έχω καμιά δυνατότητα και δυναμική να δράσω πολιτικά; Η μόνη μου δραστηριοποίηση είναι το να βλέπω ειδήσεις και τώρα κάτι παρόμοιο στην μεγάλη οθόνη; Τελικά είμαι ή όχι πολιτικό όν; Είμαι αυθύπαρκτος; Υπάρχει κανένα νόημα να σκέφτομαι, να μιλάω, να εκφράζομαι, να βγαίνω στους δρόμους; Ή οι μέρες αυτές που πέρασαν, τα χρόνια που ζήσαμε, ήταν και είναι προνόμιο και κυριότητα του Τσίπρα, του Βαρουφάκη, του Σόιμπλε, του Νταισελμπλούμ και του κάθε φορά τέτοιου;

Η ταινία συντηρεί απολύτως αυτό το συγκεκριμένο αφήγημα. Ηγέτες, μεσσίες, ήρωες (όπως και λιπόψυχοι ανάμεσα τους) και παθητικός λαός να περιμένει το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων τους. Λογική της «ανάθεσης». Μια πολιτική έκφραση για την μοιρολατρία και την ανημποριά. Όσο και αν τελικά τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι: η πραγματικότητα δείχνει και είναι de facto πιο δημοκρατική. Έστω ως τραγωδία, οι μέρες αυτές ήταν και είναι και για τους «ενήλικους» στις δουλειές, στις γειτονιές, για τους ανθρώπους στους δρόμους που ξέρουν με την σειρά τους να κρίνουν καταστάσεις, γεγονότα, πολιτικές, τραγωδίες και ταινίες και να ενεργούνε αναλόγως. Και η ταινία δεν τους παίρνει συνειδητά καθόλου υπόψη.

Είναι απλό: Έχουμε ως ελληνικό κοινό εγγύτητα με το πραγματικό γεγονός. Γι’ αυτό και όλοι μας παρακολουθούμε αυτή την ταινία μέχρι το τέλος. Γιατί είμασταν όλοι ζώντες, επιδρώντες και αντιδρώντες κατά την διάρκεια των γεγονότων στα οποία η ταινία αναφέρεται και θέλουμε πέρα της φόρτισης που παράγει να θέσουμε υπό κρίση την αντικειμενικότητα της. Μήπως λοιπόν αυτό και μόνο είναι που την κάνει ως θέαμα ενδιαφέρουσα; Ότι μας φαίνονται οικεία τα γεγονότα, οι διάλογοι και τα πρόσωπα τα οποία τα εκφέρουν; Ότι με κάποια από αυτά μας ανεβαίνει δικαίως το αίμα στο κεφάλι και με άλλα νιώθουμε μια πιο οικεία σχέση, μοιάζουν πιο προσιτοί ή θέλουν να μοιάζουν έτσι, τότε και σήμερα; Δίχως διάθεση καμιάς απλοϊκής εξίσωσης των προσωπικοτήτων αυτών, σίγουρα όμως μια τέτοια άποψη δεν είναι καθόλου πολιτική. Οπαδική, διαφημιστική, μάλλον ταιριάζει καλύτερα. Μήπως είναι πιο εύκολο, για μαζική που λέμε κατανάλωση, αντί να ανατρέξουμε στην πολιτική και τα απόνερα της εκείνων των ημερών και να βγάλουμε συμπεράσματα, τελικά μας βγάζει από αυτή την δύσκολη θέση ενδοσκόπησης η συνοπτική ετούτη δίωρη δραματοποίηση όλων των ρεπορτάζ που βλέπαμε στις ειδήσεις μας για χρόνια; Γιατί κινηματογραφικά δεν έχει να προσφέρει κάτι. Κι αυτό είναι αυταπόδεικτο σε όλες τις αισθητικές πλευρές της. Είναι γεμάτο στερεότυπα και αφελή ευρήματα. Όπως και να την δεις και όπως να την δικαιολογήσεις. Ένας καλλιτέχνης άλλωστε τυχαίνει να έχει τις αδιάφορες και ασήμαντες του καλλιτεχνικές στιγμές. Ωστόσο ειδικά σε τέτοιες στιγμές θα πρέπει να έχει επίγνωση και να μην πετάει στα σύννεφα. Ίσως το πραγματικό ενδιαφέρον για το έργο του εδράζεται ακριβώς σε αυτό που είπαμε: Στην εγγύτητα του κοινού με το πραγματικό γεγονός και μόνο. Έτσι όσο και αν ένας καλλιτέχνης οφείλει και δικαιούται να δηλώνει και να εκφράζει την προσωπική του γνώμη επιβάλλεται ταυτόχρονα, ειδικά όταν η γνώμη του αυτή είναι ξεκάθαρα πολιτική, να ξέρει το εκτόπισμα του πράγματος για το οποίο μιλά και όταν μιλά να ξέρει το ειδικό βάρος που θα έχει η άποψη του.

Το «Ζ», επιστρέφοντας στις συγκρίσεις, ήταν αναγκαίο το 1969 που βγήκε. Ήταν ανάσα. Σημείο αναφοράς ηθικής και πολιτικής στάσης. Παρήγαγε μαζική ευγνωμοσύνη ως αποτέλεσμα λαϊκής ανάγκης και ανάλογης των αναγκών κινηματογράφησης. Το 2019 οι μεταβολές στις απόψεις ενός καλλιτέχνη, όσο σημαντικού και να είναι, έφερε διαφορετικά αποτελέσματα. Συνεχίζει προφανώς να εχθρεύεται το ξένο κεφάλαιο ωστόσο η άποψη του έχει λειανθεί. Μοιάζει πολύ πιο πίσω από τις πραγματικές ανάγκες και από το να αποτελέσει ένα νέο σημείο αναφοράς ηθικής και πολιτικής στάσης. Είναι λίγη. Σημείο των καιρών; Ίσως ναι. Δεκτή μια τέτοια άποψη αλλά με επιφύλαξη…

Θολοί καιροί. Εκμεταλλεύσιμες έννοιες. Αλλοιωμένες λέξεις. Την δεκαετία του 60’ τα πράγματα μάλλον ήταν πιο καθαρά. Και εκείνη την εποχή ξεκίνησε ο Γαβράς. Τότε που οι πολιτικές γραμμές διαγραφόταν με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Η πολιτική δεν είχε γίνει ακόμη τέτοιο θέαμα. Η εξουσία ήταν στα μέσα και οι λαοί ήταν στα έξω. Η εξουσία είχε τους παράγοντες της και ο λαός τους συντρόφους του και τους καλλιτέχνες του. Συγκρουόταν στα πεζοδρόμια και στις ιδέες με ξεκάθαρες προοπτικές. Στους σύγχρονους καιρούς μας, αυτούς των «Ενήλικων» το πεδίο είναι πιο γόνιμο για να επιτευχθεί ακριβέστερα το πλαστό μα βολικό αφήγημα πως η πραγματική πολιτική ασκείται μονάχα από τις ελίτ και τους κυβερνώντες. Από αυτούς που έχουν την δύναμη και το αποκλειστικό δικαίωμα να σηκώνουν ευθύνες. Μια άποψη, αν μη τι άλλο, πολιτικά ανώδυνη. Προσαρμοσμένη. Συστημική όσο και αν προσπαθεί κάποιος να αποδείξει το αντίθετο.

Όπως είπαμε η συζήτηση αυτή αφορά τους πάντες: Αυτούς που αυτογελοιοποιούνται και που ενώ δεν έχουν δει καν την ταινία, στέκουν δίπλα στον Σόιμπλε και την Λανγκάρντ προσοχή εκφέροντας δυσοσμία αντί για γνώμη, αυτούς που την υπερασπίζονται ανεπιφύλακτα εκφράζοντας τις ιδεολογικές τους συμπάθειες, αυτούς που χυδαιολογούν ανεπιφύλακτα εκφράζοντας αισθητική και ηθική ηλιθιότητα, αυτούς που αιφνιδιάστηκαν και μούδιασαν ή και πικράθηκαν ταυτόχρονα από το κινηματογραφικό αποτέλεσμα, αυτούς που όντως θέλουν να θυμηθούν κάτι ή και να διασκεδάσουν με κάτι. Όλα τα παραπάνω ωστόσο μοιάζουν να ανήκουν στο ίδιο πλαίσιο: Αν είσαι υπέρ ή κατά της αγιογραφίας που η ταινία κατασκεύασε για τον κεντρικό της πρωταγωνιστή και τον ρόλο του στα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος. Επειδή ωστόσο υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που βλέπουν το κινηματογράφο, την τέχνη γενικότερα όπως και την κοινωνική πραγματικότητα και την πολιτική με την ίδια σοβαρότητα και με τον τρόπο που τους αξίζει, την κρίνουν υπό το πλαίσιο μιας άλλης λέξης: ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι σ μ ό ς. Και σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, τέτοια έργα δεν χωράνε. Αυτοδικαίως. Έχουν άλλα πάρει την θέση του και υπάρχει πάντα χώρος για ακόμη περισσότερα. Για την τέχνη που κάνει αυτό που ξέρει πάντοτε καλύτερα. Την υπέρβαση και την ανατροπή σε όλους τους τομείς ή δανειζόμενοι μια φράση ενός άλλου κινηματογραφιστή, φράση που δεν δέχεται καμιά υπεκφυγή πολιτικής ή καλλιτεχνικής φύσης, την τέχνη «φτιαγμένη με την κάμερα στο ένα χέρι και την πέτρα στο άλλο».

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).