AUDITORIUM| Από το post- grunge στην concrete μουσική και από εκεί στο vintage jungle

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Auditorium, Μουσική - 17/05/2018

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό, στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ») πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Κυρίως νέες μουσικές θα παρουσιάζει αλλά δεν θα παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων

Ένα, ομολογουμένως, ενδιαφέρον άλμπουμ απ’ την Νέα Ζηλανδία, είναι το «Ponguru», με τον Al Fraser στο παραδοσιακό πνευστό των Μαορί, ngā taonga pūoro και τον Phil Boniface– για χρόνια στην τζαζ σκηνή του Καναδά-  στο ακουστικό μπάσο. Ο τίτλος του δίσκου σημαίνει ηχηρός, αντηχών, βαθύς και τραχύς και είναι απόλαυση να ακούς τους αυτοσχεδιασμούς δυο ικανών μουσικών πάνω σε ένα κλασικό τζαζ όργανο που παίζει σε χαμηλούς τόνους και στο πολυφωνικό taonga pūoro ως μια εξερεύνηση χώρου, μελωδίας και ηχητικών χρωμάτων. Αξίζει εδώ να κάνουμε μνεία της δισκογραφικής τους, Rattle– με έδρα το Όκλαντ- που ειδικεύεται σε συνθέτες αιχμής από μια μεγάλη γκάμα μουσικής παράδοσης.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ

Το «Ventuno Costellazioni Invisibili– σύνθεση για βιολί, φλάουτο, κλαρινέτο, ηλεκτρική κιθάρα, κρουστά, κομπιούτερ και live looping- με βασικό συνθέτη και διευθυντή ορχήστρας τον Sandro Mussida παρουσιάζει δυο ξεχωριστές μουσικές ενότητες σε κάθε πλευρά του LP με τους τόνους των οργάνων να παίζονται  σε διαφορετικές  ταχύτητες, χωρίς διακριτές μελωδικές γραμμές. Ένας παράξενος ηχητικός κόσμος χωρίς περιορισμούς, λεπτεπίλεπτος, ανοιχτός σε ακούσματα, με αυτοσχεδιαστικά περάσματα και στιλιστικό σασπένς. Κλασικότροπος,  ατονάλ και μινιμαλιστικός μαζί απαιτεί μεγάλη προσοχή εκ μέρους του ακροατή θυμίζοντας κάπως οργανικές δουλειές του Franco Battiato.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ 

Επηρεασμένοι  από μουσικές  πρωτοπόρων  συνθετών, όπως οι  και John Cage, οι Langham Research Centre κυκλοφορούν μια συλλογή σύγχρονης concrete music. Το «Tape Works Vol. 1», δουλεύτηκε σε παλιά μαγνητόφωνα ταινιών, κεφαλές πικάπ, σε ταλαντωτές συνδυασμένους με τριξίματα από πόρτες, ανθρώπινα γέλια, δεκάδες field recordings και τυχαίους ήχους. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις συνθετικές  ικανότητες  των μελών του κουαρτέτου LRC τότε έχουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ανανέωσης της abstrait μουσικής στις αρχές του 21ου Αιώνα.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Τρία χρόνια μετά τον πρώτο δίσκο τους οι Νορβηγοί SkyDive Trio έχουν την συνέχεια του, το «Sun Sparkle». Το album κυμαίνεται στο ίδιο πάνω κάτω ύφος.  Αυτό σημαίνει χαλαροί αυτοσχεδιασμοί σε τζαζέ διάθεση αλλά και αρκετά χαρντ ροκ μέρη. Οι Thomas T. Dahl– ηλεκτρική κιθάρα,  Mats Eilertsen– ακουστικό και ηλεκτρικό μπάσο- και  Olavi Louhivuori– κρουστά, είναι μουσικοί που παίζουν εδώ και χρόνια σε διάφορα σχήματα, έχουν δικά τους γκρουπ και γενικώς θεωρούνται προσωπικότητες της σκανδιναβικής σκηνής. Η ηχητική γκάμα του τρίο περιέχει σκληρά ροκ τζαζ κομμάτια, κάντρι μπαλάντες αλά Bill Frisell ενώ κάπου ο Dahl θυμίζει Carlos Santana στα μελωδικά του.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Οι µ-Ziq  (Mike Paradinas – Kazumi, Ιάπωνας βοκαλίστας) προσφέρουν το «Challenge Me Foolish», ένα άλμπουμ με παλιό ηχητικό υλικό του  1998-99, την εποχή που ο Paradinas κυκλοφορούσε το πολύ δυνατό «Royal Astronomy» σε μεγάλη δισκογραφική και έκανε περιοδεία με την Björk. Και ενώ το IDM βασανιζότανε με προκατασκευασμένη οργανική μουσική που όσο πήγαινε γινόταν όλο και πιο εγκεφαλική και νευρωτική, ο ήχος του Άγγλου συνθέτη ωρίμαζε με την αίσθηση του «βουκολικού», την χρήση κουδουνιών, ψεύδο- ενορχηστρώσεων, αιθέριων συνθεσάϊζερς, μπαρόκ ρυθμών,  ζεστών μελωδικών γραμμών ακόμη και εκεί που η μουσική επηρεαζότανε  απ’ τους σπασμωδικούς ρυθμούς της jungle.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Αν και ιδρυμένοι από το 1991, οι Γερμανοί Locust Fudge ηχογράφησαν μόλις πέρυσι το τρίτο τους άλμπουμ, «Oscillation». Με το «Royal Flush»  του 1994 να θεωρείται ορόσημο του lofi-glam-folk,  οι Dirk Dresselhaus και Christopher Uhe μαζί με τον ντράμερ Chikara Aoshima και με την βοήθεια  φίλων τους- J Mascis (Dinosaur Jr.), Chris Brokaw (Come), μεταξύ άλλων- γράφουν δέκα κομμάτια- με προσωπικούς στίχους αλλά και απ’ τον Σέξπιρ και τον Ντίλαν Τόμας- συνθέσεις ικανές να ακουστούν σήμερα  καθώς φέρουν την σφραγίδα του πειραματικού ροκ με την ηλεκτρική κιθάρα να οδηγεί, να φαζάρει και να αυτοσχεδιάζει- την φωνή να κυριαρχεί και τα προσεγμένα ηλεκτρονικά να συμπληρώνουν τα τραγούδια ως ένα είδος νέο- grunge.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Οι zK δημιουργήθηκαν πριν περίπου 20 χρόνια, από τους Mark Godwin (Goner) και Gareth Ormerod οι οποίοι, συνδυάσαντις εμπειρίες τους από την rave μαζί με τους πειραματισμούς στα ηλεκτρονικά. Επηρεάστηκαν πνευματικά και αισθητικά  απ’ τους περίφημους  Coil για τους οποίους ο Godwin δούλεψε ως μηχανικός ήχου και στο πνεύμα των τελευταίων κινείται το LP τους, «Last Night». Ηχογραφημένο σε στούντιο στην Μπανγκόκ  της Ταϊλάνδης χρησιμοποιεί κατά κόρον τεχνικές της concrete music- συνθεσάϊζερς, samples, κολάζ, θόρυβο για την δημιουργία οπτικό- ακουστικών εμπειριών της μεγάλης ενέργειας που απελευθερώνει η πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης μετά την δύση του ήλιου με αποκορύφωμα το ελεγειακό φινάλε του δίσκου, «Fleshpotting».

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Το ντεμπούτο του κιμπορντίστα των BEAK, William Young,  «Moon Gangs», κινείται στα όρια του ηλεκτρονικού άμπιεντ έχοντας επηρεαστεί από σάουντρακ ταινιών τρόμου, βιντεοπαιχνίδια και τους πρώτους διδάξαντες της kosmische μουσικής, Tangerine Dream και Popol Vuh. Με αυτά τα δεδομένα ο κλασικά σπουδαγμένος πιανίστας παίζει με λούπες από αναλογικά συνθεσάϊζερ, με drones, με αναλογικούς sequencers και τυχαίες πηγές ηλεκτρικού ρεύματος έχοντας ως βάση την μελωδία. Αν σε αυτό προσθέσουμε την αίσθηση μουσικής δωματίου για κουαρτέτο εγχόρδων τότε δυνάμεθα ίσως να πάρουμε μια ιδέα.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

Γνωστός από την θητεία του με τους Ισλανδούς Gus Gus, o Stephan Stephenson ή President Bongo, κάνει την παραγωγή στους συμπατριώτες  του, Tilbury για το «Execution». Με αυτό επιχειρεί την ολική επαναφορά του πρώτο του γκρουπ σε περισσότερο πειραματικές επιλογές. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο κομμάτι- από τα δυο του δίσκου- που ξεκινά ως Bauhaus και εξελίσσεται εντελώς διαφορετικά στα 17 περίπου λεπτά του!  Αλλά και η μελωδική γραμμή στο δεύτερο ίδια είναι με διάφορα ηχητικά ποικίλματα στον σχεδόν dub ρυθμό του. Ένα είδος ύστερου γκλαμ ροκ με ηλεκτρονικά στοιχεία, επικά φωνητικά και σινεματική πλοκή. Με αυτά τα δεδομένα η δουλειά του ισλανδικού κουαρτέτου έχει μεγάλο ενδιαφέρον αν και δεν έχει αρχή μέση και τέλος.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ

 

Το έκτο άλμπουμ του Ισραηλινού συνθέτη Yair Etziony, με βάση, πλέον, το Βερολίνο, αναφορά κάνει στην έννοια της «σωτηρίας»- από εκεί και ο τίτλος «Deliverance».  Περισσότερο γκρίζο από τα προηγούμενα- ίσως, λόγω   αλλαγής τόπου- με το ύφος να ταιριάζει γάντι σε καφκική ταινία φαντασίας , με πλήθος όργανα και εργαλεία από modular συνθεσάϊζερς, αρχαίους Roland  και διάφορα σόφτγουερ, ο μουσικός δημιουργεί αγχωτικά αλλά και απολαυστικά, ατμοσφαιρικά ηχοτοπία συνδέοντας διάφορες ιδέες από τα 70’s και τα 80’s έως  σήμερα.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ