Στήλη: Auditorium

Auditorium | Βουτιές στον ωκεανό της μέινστριμ ποπ με όμορφους και απολαυστικούς ήχους

| 29/08/2018

 

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ»), πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Νέες μουσικές παρουσιάζει αλλά δεν παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων.

Η επιστροφή των Ουαλών  Manic Street Preachers με το 13ο τους άλμπουμ, «Resistance Is Futile», σημαίνει πολλά αλλά και λίγα. Λίγα, διότι ποτέ δεν θα ξαναφτάσουν το εμβληματικό σε ύφος και στίχους «The Holy Bible» του 1994 με πρωταγωνιστή τον καταθλιπτικό Richey Edwards που εξαφανίστηκε δια παντός λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, έχοντας συμβάλλει σε έναν από τους σημαντικότερους  δίσκους των 90’s. Πολλά, διότι με την συγκεκριμένη δουλειά συνεχίζουν την γραμμή που χάραξαν μετά την παντοτινή απουσία του τέταρτου μέλους τους:  δυναμικός ροκ ήχος πλαισιωμένος από όμορφες μελωδικές γραμμές, ήχος δραματικός που ενισχύεται από τον πεσιμισμό των στίχων και την αίσθηση της ματαιότητας. Αυτή την μουσική τέχνη τελειοποιούν οι Manics και πιστέψτε μας τα καταφέρνουν ικανοποιητικά, με τα οξεία ενίοτε λόγια των κομματιών, πράγμα σπάνιο πλέον ανάμεσα στους σύγχρονους ρόκερς. Στο «Resistance…» επιστρέφουν, μάλλον, πίσω στα μέσα του ’90 και στις μουσικές που κυκλοφόρησαν μετά την εξαφάνιση του Edwards. Αναδεικνύουν, επίσης, τον ήχο των συνθετητών ενώ κάποια στιγμή ο James Dean Bradfield  τραγουδάει:  «People get tired, people get old» – ίσως επειδή φτάσανε στην μέση ηλικία;

Μουσικός, συνθέτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και παραγωγός ο Ουαλός  Gruff Rhys, μέλος μεταξύ άλλων των εφευρετικών Super Furry Animals, κυκλοφορεί το πέμπτο σόλο του άλμπουμ «Babelsberg»– μια πολίχνη έξω από το Βερολίνο-  όπου αφηγείται εν είδει παραμυθιού το πώς η ανθρωπότητα προσπαθώντας να χτίσει ένα πύργο ως τον παράδεισο, ψηλά στον ουρανό, ( Βαβυλώνα;) μπορεί να καταστραφεί ολοσχερώς. Εννοιολογικό άλμπουμ, με ύφος ποπ-ροκ μπαλάντας, με την συνεργασία των 72 μουσικών της  Εθνικής Ορχήστρας του BBC της Ουαλίας και τον Rhys να  δημιουργεί δέκα μουσικές βινιέτες που θυμίζουν πολλά από την ποπ του ’60 – Beatles, Donovan, ακόμη και Nick Drake, κάντρι ροκ με ολίγη ψεχεδέλεια-  για να μην πούμε για το ύστατο κομμάτι του άλμπουμ, «Selfies In The Sunset” όπου μαζί με την Lily Cole  ερμηνεύει σαν άλλος Nick Cave αλλά σε ήπιο τόνο! Το τραγούδι μιλάει για την επικείμενη, τότε, επικίνδυνη προεδρία  του Τραμπ ενώ στο εξώφυλλο του δίσκου ο Ιησούς βγάζει σέλφι με τον νυν πλανητάρχη.

Ο 15ος δίσκος των Βρετανών The Orb μοιάζει περισσότερο φιλόδοξος από τους αμέσως προηγούμενούς τους. Το «No Sounds Are Out of Bounds» των Dr.Alex Paterson και Thomas Fehlmann, υποστηρίζεται από πλειάδα μουσικών όπως οι Youth, Jah Wobble, Roger Eno, Gaudi, μεταξύ άλλων. Η γκάμα των κομματιών διατρέχεται από ρυθμικές ποπ συνθέσεις έως τα μεγάλης διάρκειας επικά άμπιεντ dub δημιουργήματα του ντουέτου. Ενδιάμεσα υπάρχει μίνιμαλ techno, χιπ- χοπ, σόουλ, ντίσκο και οπερετικά φωνητικά, σπαράγματα ομιλιών από το ραδιόφωνο και έντονη κοινωνική κριτική, αντιπολεμική στο μεγαλύτερο μέρος της. Χαρακτηριστικό είναι το «Wolfbane» όπου ακούμε για μια βόμβα ικανή να ισοπεδώσει την Νέα Υόρκη. Όπως και στο «Doughnuts Forever» ένθα αναφέρει ότι «οι πύραυλοι πλησιάζουν στο στόχο τους» με  χαλαρούς ντανσάδικους ρυθμούς. Ίδιο κλίμα και στο «Ununited States». Πέρα από ή παράλληλα με αυτά το «No Sounds Are Out of Bounds» κάλλιστα  μπορεί να θεωρηθεί ένα καλό ταυτοτικό άλμπουμ των Orb.

Το τέταρτο πόνημα της Σουηδής Lykke Li, «So Sad So Sexy», μπερδεύει και πάλι κομμάτια ονειρικής ποπ και ελεκτρόνικα, ακόμη και χιπ –χοπ. Κυριαρχούν, βεβαίως, οι συνθετητές  που δημιουργούν αυτήν την σκοτεινή, ατμοσφαιρική μουσική που συνδυάζεται με τα αιθέρια φωνητικά της Li και τις ευρηματικές παραγωγές γνωστών παραγόντων του χώρου. Η βασική της επιρροή είναι το trap, μουσική που προέρχεται από την εξέλιξη του dubstep με στοιχεία electronic dance. Και σε αυτά τα στιλιστικά χωράφια που συνδυάζονται με την εικόνα, το γκλάμουρ και τους όποιους μοντερνισμούς η Li τα καταφέρνει πολύ καλύτερα από διασημότητες του είδους όπως, πχ, η Lana Del Rey.

Μιλάμε για το…39ο στούντιο άλμπουμ του φίλτατου Van Morrison που συνηθίζει πλέον να ηχογραφεί έναν δίσκο κάθε χρόνο! Στο «You’re Driving Me Crazy» συνεργάζεται με τον πληθωρικό τζαζ οργανίστα και τρομπετίστα Joey DeFrancesco και το κουαρτέτο του.  Όπως πάλι μας έχει συνηθίσει στα τελευταία του άλμπουμ, ο Van The Man ερμηνεύει διάφορα  μπλουζ, τζαζ και ριδμ εντ μπλουζ στάνταρ τα οποία ηχογράφησε με τους υπόλοιπους σε ένα στούντιο στο Σοσαλίτο κάπου στην Καλιφόρνια μέσα σε δυο μόνο ημέρες έτσι ώστε να διατηρήσει την αυθόρμητη έκφρασή τους. Με αυτά τα δεδομένα υπάρχουν οκτώ κομμάτια από τον κατάλογο του Ιρλανδού και άλλα επτά από γνωστούς συνθέτες όπως ο Cole Porter ή ο Eddie Jones. Τα προσωπικά του είναι, τα περισσότερα, παλιότερα ξαναδουλεμένα όπως το «The Way Young Lovers Do» από το περίφημο «Astral Weeks». Και όπως ο Morrison ξεκίνησε με τους Them να παίζει όλα αυτά τα κλασικά έτσι και τώρα την τελευταία εικοσαετία επανέρχεται στις ρίζες του όχι από νοσταλγία για την καλλιτεχνική του νεότητα αλλά για να παίξει και να περάσει καλά. Και εμείς μαζί του.

Γκόσπελ και σόουλ τραγουδιστής, συνθέτης και παραγωγός, ο Leon Bridges από το Φορτ Νόξ του Τέξας κυκλοφόρησε πρόσφατα το δεύτερό του άλμπουμ, «Good Thing». Σε αντίθεση με την πρώτη «μαζική» δουλειά του αυτή εδώ στοχεύει σε μια αισθητική που θυμίζει 70’s. Ηλεκτρικό πιάνο, κοφτός ρυθμικός τομέας με τους παραγωγούς της ομάδας Niles City Sound να υποστηρίζουν τις ερωτο-αποκρίσεις του Bridges με soul-jazz groove. Υπάρχει χορευτικό νεύρο, ερωτισμός και ενορχηστρώσεις αλά Isley Brothers και Al Green και μετά- ντίσκο στοιχεία. Όλα συνάδουν σε ένα ευπρεπές και με απαιτήσεις σόουλ  άλμπουμ που δεν φοβάται να ακουστεί σαν τους τροβαδούρους The Band ή τον Rod Stewart του πρώτου μισού του ‘70 για να κλείσει με ένα ακουστικό τζαζ κομμάτι.

Από το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια η τραγουδοποιός Lucy Dacus, μόλις  στα 23, κυκλοφορεί ήδη το δεύτερο έργο της, «Historian». Ενδιαφέρουσα, ομολογουμένως, δουλειά καθώς το εναλλακτικό ροκ της Dacus που κρατά την κιθάρα και την φωνή στα τραγούδια ενώ συνοδεύεται από πλήκτρα, μπάσο, κρουστά, έγχορδα και πνευστά – δουλειά που κατορθώνει να διατηρεί την ένταση αμείωτη κατά την διάρκεια της εκτέλεσης με αποκορύφωμα το πρώτο, εξίμισι λεπτών, κομμάτι, «Night Shift». Είναι χαρακτηριστικό το grunge φαζάρισμα της κιθάρας της όπως και οι γρήγορες κορυφώσεις των κομματιών αλλά και οι εκτονώσεις. Άλλη χαρακτηριστική σύνθεση είναι το χρονικά μεγάλο «Pillar Of Truth», ύμνος που όσο ξεδιπλώνεται ακούγεται σαν τον απόηχο του «Amazing Grace» που ανεβάζει συνεχώς γράδα για να καταλήξει σε ένα μελωδικό φινάλε.

Επιστροφή για το νέοϋρκέζικο κουαρτέτο Parquet Courts που έκαναν αίσθηση με τον δεύτερο τους δίσκο, «Light Up Gold». Στον έκτο τους, οι PC συνεχίζουν με σκληρούς ρυθμούς και σουρεαλιστικά στιχάκια. Μετα-πανκ ή αν θέλετε μετα-χάρντκορ αν κρίνουμε και από τα ομαδικά φωνητικά, το «Wide Awaaaaake!» με παραγωγό τον πολύ Danger Mouse βουτάει στην παράδοση όχι μόνο του πανκ, όπως σε προηγούμενες δουλειές, αλλά στα 70’s υπό την μορφή αμερικάνικης ροκ μπαλάντας αλλά και ψεύδο-φανκ ρυθμού επηρεασμένου από τους Funkadelic. Όμως, ό,τι και να προσπαθούν ακούγεται κοφτερό και αξιομνημόνευτο. Αυτό το απλό γεγονός βοηθά τους πειραματισμούς τους να περπατάνε ακόμη και αν ακούγονται καμιά φορά κλισαρισμένοι, όπως πχ στο πρώτο σίνγκλ «Almost Had to Start a Fight/In and Out of Patience» όπου ξεκινάνε χορωδιακά για να αποτίσουν γενναίο φόρο τιμής στον Jonathan Richman και τους Modern Lovers ή, ακόμα, στο «Normalization» όπου κλείνουν το μάτι στον Elvis Costello και τους Attractions. Η παρέα γνωρίζει καλά την πανκ-νιου γουέϊβ εποχή και την ενσωματώνει ανανεωτικά. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τους left-wing στίχους, τότε έχουμε ένα σχετικά επιτυχημένο εμπορικά συγκρότημα που αξίζει την φήμη του.

Το τελευταίο σόλο άλμπουμ του enfant terrible της αμερικάνικης σκηνής, Jack White, με τίτλο «Boarding House Reach», αναδεικνύει ακόμη μία πλευρά του πληθωρικού ταλέντου του: είτε με τους White Stripes, είτε τους Raconteurs, είτε, ακόμη, με Dead Weather, ο White δείχνει να μην μπορεί να περιοριστεί σε ένα κάποιο συγκεκριμένο στιλ. Είναι, βέβαια, γνωστή η αφοσίωσή του στο κλασικό ροκ εν ρολ και το ριδμ εντ μπλουζ αλλά και η άνεσή του στον τρόπο που ανανεώνει το αισθητικό ενδιαφέρον για αυτά. Ένας καινοτόμος μουσικός που ανασυνθέτει στάνταρ μελωδίες και ρυθμικά μέτρα ως καθαρά προσωπική έκφραση και, από την αρχή του δίσκου όπου χειρίζεται όλα τα βασικά όργανα, προσέξτε πώς χρησιμοποιεί την παραμορφωμένη ηλεκτρική κιθάρα και το φανκ μπάσο και φυσικά την φωνή για να διαμορφώσει ένα πολύ ενδιαφέρον ηχητικό προϊόν: ακούστε μεμιάς τα κομμάτια έως το 5ο ή το 6ο και έχετε σχεδόν όλο το πανόραμα της αμερικάνικης μουσικής παράδοσης. Μακριά από ακαδημαϊσμούς και θεωρίες, ο White παίζει πράγματα που αγάπησε νεαρός και είναι αυτά που φέρνει στο φως υπό την δική του σκοπιά.

Από το Νότιο Λονδίνο το γυναικείο κουαρτέτο των Goat Girl κυκλοφόρησε πρόσφατα ως ντεμπούτο ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ. Όταν το ηχογραφούσαν καμιά τους δεν ήταν πάνω από είκοσι, με την μουσική τους να είναι παιγνιδιάρικη, παράξενη και μερικές φορές αισθητικά «άβολη». Συνδυάζουν την πανκ στάση, την εναλλακτική κάντρι με ολίγη γκοθίζουσα ατμόσφαιρα, ενώ η πρώιμη PJ Harvey μοιάζει να έχει στοιχειώσει την εφηβεία  τους. Με αυτά τα μουσικά δεδομένα και μάλιστα με τα επιθετικά στους αρσενικούς στιχάκια τους, οι  Goat Girl αποτελούν μια δημιουργική και απολαυστική πρόταση, σε έναν ωκεανό μαζικοποιημένου ηχητικού πολτού όπως ακούγεται το συντριπτικό μέρος της σημερινής ποπ.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.