AUDITORIUM | Δύο Ευρωπαίοι τραγουδοποιοί, τέσσερις δίσκοι τζαζ και οι νεαροί Stones!

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Auditorium, Μουσική, ΤΕΧΝΕΣ - 29/03/2018

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό, στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ») πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Κυρίως νέες μουσικές θα παρουσιάζει αλλά δεν θα παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων

 

Με αφορμή δηλώσεις ενός εβραίου μπροστά στο Τείχος των Δακρύων πως ο θεός κωφεύει στις εκκλήσεις για ειρήνη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους, Χριστιανούς και Εβραίους, ο Goran Bregovic ηχογραφεί το «Τhree Letters From Sarajevo» τιμώντας την ιστορία του Σαράγιεβο, της πόλης που γεννήθηκε. Ένα μουσικό θέμα- γράμμα διατρέχει τον δίσκο σε τρεις διαφορετικές εκτελέσεις με σολίστες  μουσικούς απ’ τις τρεις θρησκείες: Zied Zouari, Mirjana Nešković, Gershon Leizerson· προσφέροντας ούτως αισθητικές παραλλαγές του ιδίου μουσικού θέματος. Συμμετέχουν, πέρα από την Wedding and Funeral Orchestra, τραγουδιστές όπως ο Rachid Taha, η Ισπανίδα Bebe, ο φολκ- ρόκερ Asaf Avidan καθώς και οι Riff Cohen και Sifet & Mehmed. Μια απολαυστική μεσογειακή γιορτή όπως μόνο ο Bregovic ξέρει να στήνει, που τα τελευταία γνωρίζει μια δεύτερη δημιουργική Άνοιξη.

Το 14ο άλμπουμ του Ιταλού τραγουδοποιού εκ Ρώμης Jovanotti τον βρίσκει να συνεργάζεται με τον γκουρού των παραγωγών Rick Rubin, γνωστό  από την Def Jam Records, τον άνθρωπο που ανέδειξε ονόματα όπως οι Beastie Boys και οι  Public Enemy για να μην μιλήσουμε για τις δεκάδες συνεργασίες του με την αφρόκρεμα της σημερινής dance και ροκ σκηνής. Τούτων δοθέντων, το «Oh! Vita!» περιλαμβάνει, μεν, μερικά τυπικά του ανδρός ραπαρίσματα αλλά κυρίως προβάλει τις συνθετικές ικανότητες του Ρωμαίου που, βεβαίως, έλκουν τις επιρροές τους από τους cantautori του ’70- Dalla, De André. Η μεγαλύτερη ανανέωση που επιχειρεί ο Jovanotti, του Rubin βοηθούντος,  είναι τα «γυμνά» κομμάτια με κιθάρα- «Paura di niente», «Affermativo»- στα οποία ο μουσικός τα καταφέρνει εξαιρετικά χωρίς, βέβαια, να αφήνει έξω τους χείμαρρους λέξεων όπως στο ομότιτλο και στο «Viva la Libertà». Ο παραγωγός επηρεάζει δημιουργικά τον δημιουργό ακόμα και σε ύφος ρέγγε ή americana. Βασικό, πάντοτε, ατού του Lorenzo Jovanotti η μεγάλη γκάμα κοινωνικών θεμάτων στα λεγόμενά  του.

Στο πέμπτο του στούντιο άλμπουμ , ο crooner τραγουδιστής Gregory Porter αποτίει φόρο τιμής στον θρυλικό Nat King Cole καθώς διαλέγει μερικά από τα πιο εμβληματικά του κομμάτια. Το «Nat «King» Cole & Me» ηχογραφήθηκε στο Λονδίνο με την  σπουδαία London Studio Orchestra -υπό την διεύθυνση και ενορχήστρωση του Vince Mendoza- με την συνεργασία μουσικών συνεργατών του Porter. Αν και ειδικευμένος στην τζαζ και το R&B, ο καλλιτέχνης κατορθώνει να προσεγγίσει το ύφος του Cole- την μελωδικότητα της φωνής του, ενώ την συνδυάζει με τον δικό του τρόπο ερμηνείας. Τραγούδια όπως η «Mona Lisa», ή, το «Miss Otis Regrets»  μουσικές σφραγίδες του Cole καθόλου δεν ακούγονται ως απλές αντιγραφές, αντίθετα, αποκτούν ένα άλλο φωνητικό πλαίσιο, σύγχρονο και σοφιστικέ. Σε αυτό βοηθούν μουσικοί όπως ο τρομπετίστας Terence Blanchard.

Γνωστός ως ντράμερ του μεγάλου Νιγηριανού μουσικοσυνθέτη ακτιβιστή και πρωτοπόρου του Afrobeat Fela (Anikulapo) Kuti, ο Tony Allen, βοήθησε τα μέγιστα στην δημιουργία ενός ρυθμού που συνδύαζε το φανκ, την τζαζ και το rhythm and blues . Στο πρώτο του για την Blue Note άλμπουμ – το «The Source»– επαναπροσδιορίζει όλα εκείνα τα  στοιχεία που τον χαρακτήρισαν με ανανεωτική, σύγχρονη, διάθεση. Στα 77 του, ο Allen- επηρεασμένος στα νιάτα του από τον Art Blakey και τον  Charles Mingus- δημιουργεί με γάλλους μουσικούς και, ενίοτε, τον  Damon Albarn ( Blur), στο πιάνο, συνθέσεις που κολυμπούν κυριολεκτικά στο Afrobeat και σε τζαζ καταστάσεις μιας και ο αυτοσχεδιασμός καλά κρατεί μέσα σε τροπικότητες και αφρικάνικες μελωδικές γραμμές.

Ο έκτος δίσκος της ερμηνεύτριας Lizz Wright την φέρνει να συνεργάζεται με τον πολύ ενδιαφέροντα μουσικό και παραγωγό Joe Henry σε ένα ηχητικό σύμπαν που απαρτίζεται από συνθέσεις των Ray Charles, Allen Toussaint, Bob Dylan, k.d. Lang κ.α. Ούτως, το «Grace» αποτελείται από παλιά και σύγχρονα κομμάτια γκόσπελ, μπλουζ, τζαζ, σόουλ και παραδοσιακής φολκ- μελωδικό μείγμα το οποίο η Wright το αναδεικνύει με πολλή άνεση. Είναι ο τρόπος που ερμηνεύει, ο έλεγχος της  φωνής ακόμη και σε δύσκολα χορωδιακά περάσματα και αυτή η ρομαντική νοσταλγία του Νότου που εκφράζεται πλήρως στον δίσκο της «Χάρητος»- αρκετά μακριά από τα πρώτα περισσότερο διερευνητικά βήματα της.

Πέρυσι, στα εκατό χρόνια από την γέννησή της Ella Fitzgerald, κυκλοφόρησε το «Someone To Watch Over Me» με remastered φωνητικά της ερμηνεύτριας από  πρωτότυπες ηχογραφήσεις της νεότητάς της με καινούριες, σημερινές, ενορχηστρώσεις από την London Symphony Orchestra υπό την διεύθυνση του Carmine Lauri. To ενδιαφέρον, εδώ, είναι πως τα αυθεντικά κομμάτια περιελάμβαναν συνήθως τρίο μουσικών ενώ εδώ παρεμβάλλεται ολόκληρη συμφωνική πέρα από τα διάφορα συμβατικά όργανα. Επίσης, ηχογραφήθηκαν ντουέτα της Fitzgerald με τον Gregory Porter και τον Louis Armstrong εντελώς ταιριαστά μεταξύ τους. Το όλο αποτέλεσμα δείχνει μια   Fitzgerald στη καλύτερη, από ερμηνευτική άποψη, περίοδό της- εξαιρετική ευκαιρία να την γνωρίσουν και οι νεώτεροι.

Ιστορικές ηχογραφήσεις των Rolling Stones από τις περίφημες BBC sessions, μεταξύ 1963 και 1965, οι οποίες ποτέ δεν κυκλοφόρησαν επίσημα και γι’ αυτό προωθήθηκαν σε δεκάδες bootlegs. Έτσι, η εμφάνιση του «On Air» σε διπλό άλμπουμ, την περασμένη χρονιά, βγάζει στον αέρα όλα εκείνα τα τραγούδια που διαμόρφωσαν την μουσική κουλτούρα του Mick Jagger και της παρέας του. Αν και ανέβηκαν πολλές φορές στο νούμερο ένα των tops της Αγγλίας δεν έγραφαν, τότε, πρωτότυπο υλικό παρά έπαιζαν με πάθος είναι αλήθεια, γνωστά μπλουζ του Σικάγου και αντίστοιχα ροκ εν ρολ στάνταρ μέχρι να βρούνε την δική τους φωνή που ήλθε με το εκπληκτικό  «»(I Can’t Get No) Satisfaction». Πολλά από τα κομμάτια υπάρχουν σε άλμπουμ της περιόδου πλην οκτώ που δεν εμφανίζονται σε κανένα στούντιο δίσκο. Και αν στον πρώτο μέρος τα remixing λειαίνουν τις σκληρές γωνίες ακούστε τον δεύτερο cd όπου ο ήχος έμεινε απείραχτος με τις όποιες δημιουργικές του ατέλειες!