AUDITORIUM | Ακόμη περισσότερες μουσικές σύγχρονης έκφρασης

....και ενίοτε κοινωνικής στάσης

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Auditorium, Μουσική, ΤΕΧΝΕΣ - 05/04/2018

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό, στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ») πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Κυρίως νέες μουσικές θα παρουσιάζει αλλά δεν θα παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων

 

Δημιουργήθηκαν ως τρίο το ’15 και πέρυσι κυκλοφόρησαν το ιδιότυπο παρθενικό τους άλμπουμ, «Karpatklokke». Οι Νορβηγοί  Muddersten (Håvard Volden, ηλεκτρική κιθάρα, μαγνητοταινίες,  Henrik Olsson –αντικείμενα, τριβές και piezo, Martin Taxt – μικροτονική τούμπα και ηλεκτρονικά) συνεχίζουν, φέτος, στο «Playmates» καθώς ερμηνεύουν το ίδιο κομμάτι τέσσερις φορές με απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας και η διάρκειά του ποικίλει από 4 έως 16 λεπτά. Τούτων δοθέντων οι μουσικοί αψηφούν μέτρα και μελωδικές γραμμές,  ελεύθεροι να αυτοσχεδιάσουν χωρίς όρια σε ένα ατονάλ ηχητικό περιβάλλον που συμπληρώνεται από πλείστους όσους θορύβους χαμηλής έντασης και ελεκτρόνικς.  Στο εξώφυλλο, αλλά και εντός, ένα κολάζ σε ύφος vanitas ζωγραφικής σαρκάζει μποντιμπιλντεράδες.

 

Το κόνσεπτ της «Cronovisione Italiana» είναι το ταξίδι μέσα στο χρόνο του Ιταλού ερευνητή, εφευρέτη και πειραματιστή Carlo Domenico Valyum– μηχανικού εκ Τορίνου- που έδρασε στην δεκαετία του ’30. Επιμελητές του πρότζεκτ οι  Mirco Magnani και Valentina Bardazzi συνθέτουν τη σκόρπια δουλειά του εμπνευστή- με εννέα οπτικοακουστικά κομμάτια/ αποσπάσματα από καλτ εκπομπές της ντόπιας τηλεόρασης. Από το ’39 εξαφανισμένος ο Carlo Domenico και με διάφορες μαρτυρίες να πιστοποιούν την παρουσία του σε διάφορα μέρη ταυτόχρονα, δεν άφησε επίσημα ντοκουμέντα της δουλειάς του. Και είναι μόλις το 2014 που ανακάλυψαν στο Βερολίνο μια βαλίτσα του με μουσικό υλικό του ’37- σε VHS του ‘70- καθιστώντας καθαρό πως ο συνθέτης  από τότε είχε συλλάβει και ηχογραφήσει ηλεκτρομαγνητικά κύματα, προερχόμενα από μεταδόσεις, δλδ την… μελλοντική  Ιταλική τηλεόραση- από το ’76  μέχρι το ’89- τον χρόνο του υποτιθέμενου θανάτου του! Σχετικά με το ύφος, οι συνθέσεις λειτουργούν με επικά ηλεκτρονικά ορχηστρικά, γοτθικής ατμόσφαιρας, ως σάουντρακ σε φιλμ Γερμανικού εξπρεσιονισμού με σπαράγματα από φωνές τηλεοπτικής υφής.

 

Το ντουέτο των The Blow, ήτοι, οι Νεοϋορκέζες Melissa Dyne και  Khaela Maricich, κυκλοφόρησε τον έβδομο στούντιο δίσκο του, «Brand New Abyss», υπό την αιγίδα της WOMANPRODUCER.com, μιας συλλογικότητας για την προώθηση της γυναικείας δημιουργίας. Ηλέκτρο- ακουστική μουσική με βάση τα modular συνθεζάϊζερς , παλαιά σάμπλς συνδυασμένα με ηχητικές ιδιοκατασκευές. Βασισμένες σε ποπίζουσες μελωδίες- με αυτοσχεδιαστικές προεκτάσεις- δανείζονται στοιχεία απ’ την computer  pop του ’80 αλλά και απ’ την σχολή  4AD- Cocteau Twins, This Mortal Coil- διατηρώντας  την αποστασιοποίηση που προσφέρει η σύγχρονη ελεκτρόνικα. Υπάρχει πάντοτε η πανκ αίσθηση όπως και εξερεύνηση των δυνατοτήτων των ηλεκτρονικών μηχανών ούτως ώστε οι συνθέσεις να προχωρούν πάντοτε ένα βήμα παραπέρα από τα διάφορα κλισέ του είδους.

 

H Κορεάτισσα Park Jiha ανήκει στο νέα μουσική σκηνή της χώρας της (Jambinai, Black String ) με παγκόσμια αναγνώριση. Πρόκειται για συνθέτες που δημιουργούν με ηλεκτρονικά και συμβατικά όργανα ήχους που συνενώνουν παραδοσιακές μουσικές με σύγχρονα ύφη- τζαζ,  post-rock, μίνιμαλ , κλασική ή doom metal. Ακριβώς, η πρώτη σόλο δουλειά της, «Communion», με την Jiha να παίζει παραδοσιακά πνευστά  ενώ την συνοδεύουν δυτικά πνευστά- τενόρο σαξόφωνο, μπάσο κλαρινέτο- μαζί με κρουστά- και βιμπράφωνο σε ένα έργο υπνωτικού μινιμαλισμού και πειραματικής τακτικής διαρθρωμένο από μελωδικές γραμμές μεγάλης ευαισθησίας και λεπτότητας- ακούστε μόνο  το ομότιτλο κομμάτι.

 

Μια γενιά μικρότερος απ’ τους ιδρυτές της ομάδας παραγωγών, Teklife, ήγουν των DJ Rashad και DJ Spinn- ο DJ Taye, αρχικά ήταν ράπερ και δημιουργός ρυθμών, πριν δηλώσει συμμετοχή στην εν λόγω κολεκτίβα και ανοιχθεί στους ήχους της footwork, του dancing και του DJing. Μετά την τελευτή του DJ Rashad, ο Taye θέλησε προχωρήσει παραπέρα την δουλειά του τελευταίου και έτσι το «Still Trippin»  αποτελεί, τρόπον τινά, φόρο τιμής στον εμβληματικό παραγωγό. Χρησιμοποιούνται βεβαίως τα πρότυπα του footwork αλλά  «γεμίζουν» με περισσότερο dance, ραπ και τραγούδισμα δημιουργώντας έτσι στέρεες συνθέσεις. Μια σειρά ράπερς και ερμηνευτές δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον κλίμα σε ένα είδος που φαίνεται πως εδώ και χρόνια έχει κλισαριστεί.

 

The Third Eye Foundation ήτοι, ο πολύς Matt Elliott και οι μουσικοί του, κυκλοφορούν το όγδοο δίσκο τους, «Wake The Dead» ως μια προσπάθεια να ανοίξουν οι πόρτες της μουσικής αλλά και της ανθρώπινης μνήμης. Φυσικά, η περσόνα του Elliott κυριαρχεί και, όπως στις προσωπικές δουλειές του, η αίσθηση της δυστοπίας είναι πανταχού παρούσα μόνο που εδώ απουσιάζει η λυτρωτική φωνή του. Συνθέσεις, χωρίς φόρμα, αποδομούνται την στιγμή της δημιουργίας τους καθώς επί σαράντα λεπτά το ιδιόρρυθμο πιεστικό dubstep, συνοδευόμενο από ατμοσφαιρικά έγχορδα, συνθεσάϊζερς  και απόκοσμες φωνές στήνει μια σκοτεινή κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ( «The Blasted Tower»).

 

Ο Βέλγος συνθέτης και πιανίστας Jozef  Dumoulin ηχογράφησε συλλογικά με το κουϊντέτο του, Orca Noise Unit, (ανάγραμμα του oneironautics, ονειροναύτες), το «A Beginner’s Guide to Diving and Flying»- με μουσικούς τους – Bruno Chevillon ( μπάσο), Toma Gouband (κρουστά), Sylvaine Hélary ( φλάουτα) και Antonin Tri Hoang (σαξόφωνο, κλαρινέτο , κρουστά). Δεκαπέντε συνθέσεις, σχετικά μικρής διάρκειας, που εξελίσσονται εντελώς ελεύθερα, καθότι οι μουσικοί εννοούν να εκφράζουν το προσωπικό τους στιλ σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παίκτες. Στον χώρο της τζαζ αλλά με ατονάλ και abstrait στοιχεία, πιο κοντά στον χώρο της σύγχρονης μουσικής.

 

Το «Persepolis» είναι η μεγαλύτερη σε χρόνο ηλεκτροακουστική σύνθεση του σπουδαίου Ιάννη Ξενάκη. Παραγγελία του Σάχη της Περσίας αποτελούσε μέρος της οργιαστικής multimedia περφόρμανς υπό τον γενικό τίτλο «Polytopes», που έκανε πρεμιέρα το 1971- σε ανοιχτό χώρο- στο Σιράζ- Περσέπολη του Ιράν με τη συμμετοχή φωτεινών γραμμάτων, λέιζερ, 59 μεγαφώνων και ομάδες παιδιών που κυκλοφορούσαν με πυρσούς! Ηχογραφημένη η μουσική στο Παρίσι σε αναλογικό 8-track μαγνητόφωνο κυκλοφόρησε με μικρότερη διάρκεια σε στέρεο βινύλιο το 1972, με υπότιτλο  «We bear the light of the earth». Καταργημένο εδώ και δεκαετίες αποτέλεσε πανάκριβο collector’s item. Κάποια cd που είδαν το φως της δημοσιότητας δεν περιείχαν και τα 54 λεπτά του αυθεντικού. Το συγκεκριμένο έργο μιξαρίστηκε από τις πρότυπες μαγνητοταινίες στην κονσόλα του μάστορα Rashad Becker έτσι ώστε να υπάρξει ξανά ολοκληρωμένο ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της αβαν- γκαρντ του 20ου Αιώνα.

 

Με σπουδές κλασικής μουσικής, γκράφιτι καλλιτέχνης, μουσικός και παραγωγός, ο Ιρανός Mahdyar (Aghajani)  βοήθησε εξαιρετικά στην ανάδειξη της υπόγειας σκηνής του χιπ –χοπ της Τεχεράνης. Αυτοεξορίστηκε το 2009 καθώς ήρθε σε σύγκρουση με το ισλαμικό καθεστώς σχετικά με την ελευθερία έκφρασης και έκτοτε συμμετέχει ενεργά σε διάφορα ευρωπαϊκά σχήματα  γράφοντας, παράλληλα, μουσική για ταινίες. Στο πρώτο του άλμπουμ, «Seised» (συλληφθείς, αιχμάλωτος), χρησιμοποιεί παραδοσιακά όργανα της πατρίδας του- ούτι, νεϊ, κανονάκι, καμαντσέχ, σαντούρι, daf, tombak- αλλά και ελεκτρόνικς που δίνουν έναν χαοτικό ρυθμό ενώ τα συμβατικά παίζουν φολκ μελωδίες σε ένα πυκνό ηχητικό κολάζ που θολώνει τις γραμμές μεταξύ ακουστικών και ντίτζιταλ ηχητικών πηγών. Με αυτά τα δεδομένα, ο Mahdyar που έχει συνεργαστεί με πλήθος πολιτιστικών θεσμών στην Γαλλία, αναφέρεται σε επίγειες δυστοπίες, σε αφιλόξενες περιοχές της Γης- περιβάλλοντα όπου τα χρήματα ελέγχουν τα πάντα («Money Money») και προκαλούν πολέμους μέσα στην απληστία και την αδιαλλαξία. Ένα εξαιρετικό, κοινωνικό, σάουντρακ από έναν μουσικό του Τρίτου Κόσμου αλλά της Νέας Εποχής.