Στήλη: Auditorium

Auditorium: Anohni, Τhe Lemon Twigs, Merchandise, Τhe Avalanches, Jack White

| 14/03/2017

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό, στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ») πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Κυρίως νέες μουσικές θα παρουσιάζει αλλά δεν θα παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων

17190544_597404700449204_5726246065809751486_n

Υπό το όνομα Anohni, ο Antony Hegarty -των Johnsons- συνεργάζεται με τους γνωστούς μουσικούς παραγωγούς, Hudson Mohawke και Oneohtrix Point Never, δοκιμάζοντας να τραγουδήσει σε καθαρά ηλεκτρόνικα ηχοτοπία. Το Hopelessness που κυκλοφόρησε εδώ και μερικούς μήνες, ακολουθεί ακριβώς αυτή τη γραμμή: η δημιουργική αντίθεση ανάμεσα στην αέρινη φωνή του Antony και στις σκληρές ηχητικές επιφάνειες των ήχων -η αίσθηση της λυρικής μελωδίας που ρέει κόντρα, ίσως, στις ηλεκτρομαγνητικές αυξομειώσεις των παραγωγών, ανεβάζει τις δυναμικές του δίσκου που επηρεάζεται από την συνθ-ποπ και το ντανάδικο ύφος. Ο τραγουδοποιός πειραματίζεται ξανά σε ένα  σύγχρονο αισθητικά έργο που λειτουργεί κοινωνικά, καθώς οι στίχοι μιλάνε για τη βία σε όλες τις μορφές της, την καταστροφική θέρμανση του πλανήτη, το ξέσπασμα των πολέμων και την κρατική επιτήρηση πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Το πάθος της φωνής συντροφεύεται από μια πικρή ειρωνεία.

17191180_597405170449157_685403920407407368_n

Σε ύφος καθαρά 70’s, το “Do Hollywoodτων αδελφών Brian και Michael D’Addario, ή, καλλιτεχνικά, Τhe Lemon Twigs, αποτελεί την πρώτη απόπειρά τους στον κόσμο της δισκογραφίας. Οι δυο τους παίζουν όλα τα όργανα. Σοφιστικέ μπαρόκ- ποπ με δάνεια από γκλαμ -περισσότερο στα χωράφια των Queen και των Steve Harley & Cockney Rebel, και παρ’ ότι αμερικανοί μουσικοί της εποχής μας δείχνουν να κατέχουν σε βάθος το θέμα: όχι μόνο ο ήχος και οι μελωδικές γραμμές παραπέμπουν στην εν λόγω σκηνή, αλλά και το εξώφυλλο ακόμη και τα ντυσίματα συνάδουν απόλυτα με το ήθος κείνης της δεκαετίας. Βέβαια, αν κάπου αναδύονται στην επιφάνεια μπητλικές μελωδίες -άκου το “How Lucky Am’I?”– καθόλου δεν μας εκπλήσσει μιας και ο ήχος του πρώτου μισού του ’70 σημαδεύτηκε και από τις τελευταίες δουλειές των σκαθαριών.

16939646_597404940449180_1830886008707439494_n

Στήθηκαν πριν δέκα χρόνια και ενώ γαλουχήθηκαν στην χάρντκορ σκηνή της Τάμπα στην Φλόριντα -οι Merchandise, στο δεύτερο δίσκο τους, αλλάζουν ρότα προς μια περισσότερο συνθετική άποψη, μακριά, πλέον, από θορυβώδεις καταστάσεις. Το νέο κεφάλαιό τους, A Corpse Wired For Sound, ηχογραφήθηκε μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης και το τρίο -Carson Cox (φωνητικά, ηλεκτρονικά), Dave Vassalotti (κιθάρα, ηλεκτρονικά) και Pat Brady (μπάσο)- παίζει αρκετά με τις κιθάρες, την παραμόρφωση και τις χαμηλής έντασης φωνές, καθώς θέλει να πρωταγωνιστεί το οργανικό κομμάτι της μουσικής. Ο τίτλος, παρμένος από αντίστοιχο νουβέλας του science fiction συγγραφέα JG Ballard, σηματοδοτεί την αναγέννηση του σχήματος σε περισσότερο γόνιμα μουσικά πεδία.

17155695_597405383782469_4963634924745431557_n

Πάνω από δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Τhe Avalanches κυκλοφόρησαν την συνέχεια  του “Since I Left You “, ενός ελέκτρο άλμπουμ βασισμένου σε σάμπλς. Το Wildflower περιέχει πολλά απ’ τα γνωστά υλικά του πρώτου εγχειρήματος -ρέγγε ρυθμοί, πολλά ραπαρίσματα, dancehall, γνωστά μοτίβα, αλλά μια πολύ πιο γιορταστική και χαλαρή ατμόσφαιρα από το πρωτόλειο. Το μουσικό team δείχνει να το διασκεδάζει και ας μην εμφορείται από την αισθητική σοβαρότητα της πρώτης δουλειάς -όμως οι άνθρωποι είναι μάστορες στο να φτιάχνουν νέες  φρέσκιες μελωδίες από λησμονημένα αποσπάσματα ήχων. Έπειτα, είναι και οι πάμπολλες συνεργασίες -MF Doom, Toro y Moi, Father John Misty, Jonathan Donahue (Mercury Rev) κ.α.– που χωρίς να προσθέτουν κάτι, εμπλουτίζουν το πρότζεκτ του γκρουπ.

17097370_597404827115858_4924738528581866280_o

Το Acoustic Recordings 1998-2016” συγκροτεί συλλογή 26 σκόρπιων ακουστικών ηχογραφήσεων, στα 20 χρόνια μουσικής καριέρας. που επιμελήθηκε προσωπικά ο Jack White (The White Stripes κ.α.). Εναλλακτικές εκδοχές, ακυκλοφόρητα κομμάτια, καινούρια μιξαρίσματα, από τα σχήματά του και τις σόλο δουλειές σε ένα καλαίσθητο τόμο δυο cd,  με σημείωμα από τον μεγάλο μουσικοκριτικό Greil Marcus. Σαν μουσικός αρχειοφύλακας που είναι ο White, επιχειρεί μια πιο χαλαρή αντιμετώπιση του υλικού του, γυμνού στα βασικά συστατικά του που έχουν βάση τα μπλουζ. Υπάρχουν, βεβαίως, εδώ και εκεί νύξεις κάντρι και φολκ αλλά και βρετανικού ροκ του ’60, αλλά πάνω από όλα το άλμπουμ δομείται με εξαιρετικά, στην πλειοψηφία τους, τραγούδια που ερμηνεύονται υπό διαφορετική αισθητική γωνία.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.