"Blair Witch", μάγισσες... και τα μυαλά στα κάγκελα

Είναι αυτό κινηματογραφικός τρόμος;

| 20/09/2016
☆ ☆ ☆ ☆ ☆

Και ενώ σκεφτόμουν πως ούτε (νέο) τίτλο δεν μπόρεσαν να βρούνε και τον αφήσανε μοναχά λειψό – δίχως δηλαδή την λέξη ”project” που έδινε μια αίσθηση ντοκιμαντερίστικης αληθοφάνειας στο πρωτότυπο – και νομίζοντας πως κατά αυτόν τον τρόπο θα μοιάζει πιο λιτός, μεγαλοπρεπής και σπουδαίος και με μεγαλύτερη εμπορική βαρύτητα,- το νέο πόνημα στο γνωστό franchise (!) ταινιών που μόνο ελάχιστοι κριτικοί βιντεοπαιχνιδιών εξήραν, με αναγκάζει να φτάσω γρήγορα και για άλλη μια φορά σε ένα συμπέρασμα, για την φτώχεια στην οποία έχει επιπέσει το είδος. Είναι επιεικώς αστείο να ονομάζεται horror movie (σ.σ. τρόμος, φρίκη) κάτι που γελοιοποιεί και ευτελίζει το είδος ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί scary (σ.σ. ξάφνιασμα) movie και ας θυμίζει το αφελές – μα εν γνώση των δημιουργών τους – «Scary movie» και ας μην είναι επίσης διόλου scary, μα ακραιφνώς γελοίο, όπως πολλές παραγωγές στην κατηγορία αυτή, που δεν λένε να ξεκολλήσουν από την ίδια και χειρότερη απεικόνιση μιας χαμηλού ενδιαφέροντος ιστοριούλας εν μέσω ενός επιφανειακού τρομάγματος για παιδιά, δίχως καμιά μα καμιά προσπάθεια και σκληρή δουλειά ώστε τον τρόμο να τον κατανοήσουν και να τον μεγεθύνουν μέσα από τις βαθύτερες υπαρξιακές και ψυχικές αναζητήσεις του δυτικού ανθρώπου.

Μια αναπαρουσίαση του ήδη γερασμένου «Blair Witch Project», η τρίτη συνέχεια του – αν και δεν ξέρουμε ποια είναι η δεύτερη – είναι πραγματικά μια απογοητευτική αρπαχτή που αδυνατεί να τρομάξει, ταρακουνήσει, ξαφνιάσει (να πω προβληματίσει;) τον οποιοδήποτε – με μέσο όρο αισθητικής ευστάθειας – θεατή μα δύναται μονάχα να πλήξει, να απελπίσει και να διώξει άρον άρον από την αίθουσα τον καθένα, διότι μας κάνει να αναρωτιόμαστε από τα πρώτα πέντε λεπτά αν έχει ουσία να χάνουμε τον χρόνο μας, παρακολουθώντας μια παρέα κακομαθημένων εφήβων – και σε politically correct παράταξη και παρουσία – να παίρνουν επακριβώς την ίδια πορεία με αυτή της πρώτης ταινίας αλλά πιότερα πιο χαμένης και αδιάφορης και φθηνής σε πλοκή, σενάριο, διαλόγους, σκηνοθετική δομή, κινηματογράφιση, εξέλιξη, καθώς και σε ενέργειες, αντιδράσεις, εκφράσεις – υποκριτική ικανότητα εν τέλει – των χαρακτήρων που όχι μονάχα τους λείπει το (νέο) νόημα και η (νέα) έμπνευση, μα τους βλέπουμε να «ταρακουνιούνται» με τις κάμερες τους, σε επανάληψη και να τρομάζουν μπρος στον παραμικρό ήχο μέσα στο δάσος – και πάλι σε επανάληψη, ακόμη κι αν κελαηδάει κανένα σπουργίτι.

Για να μην αδικώ τους παραγωγούς όμως, την τρομαχτικότατη γριά μάγισσα(!) – που αναρωτιέμαι πώς και υπάρχουν ακόμα σε καιρούς κρίσης – πλέον δεν την κυνηγάνε με βιντεοκάμερες αλλά με dslr και drones… Εμπνευσμένο.

Στα πρώτα πέντε λεπτά αναρωτιόμουν τα παραπάνω και έχοντας προαίσθηση της κενότητας και της επανάληψης που θα ακολουθήσει, στα επόμενα πέντε, είχα γυρίσει σπίτι μου.

Ετυμηγορία: Απαράδεκτα κακό, ανιαρό και ανούσιο.

(Επιφυλάσσομαι σε κάποιο μελλοντικό άρθρο να δώσω κάποιες σκέψεις πάνω στην αργή και οδυνηρή παρακμή του είδους. Αν φυσικά θέλετε να αγγίξετε τον κινηματογραφικό τρόμο, ρίξτε μια ορθάνοιχτη ματιά στο δανέζικο «Shelley» που θα προβληθεί και αυτό στις 22ες Νύχτες Πρεμιέρας)

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).