Η χρονιά που φεύγει, το σινεμά που μένει

Οι αγαπημένες ταινίες του 2016 μέσα από την κριτική κινηματογράφου του «Περιοδικού»

fin_logo
Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος - Αλλότρια, Κινηματογράφος - 25/12/2016

Δεν υπάρχουν καλύτερες ταινίες. Υπάρχουν αγαπημένες. Πολλές φορές αυτές οι δυο έννοιες συμπίπτουν. Αλλά ο κινηματογράφος πέραν της ακαδημαϊκής του οπτικής και της υφολογικής ανάλυσης του τρόπου αφήγησης του, είναι τέχνη και η τέχνη, πρωτίστως, έχει στόχο να επικοινωνεί. Και για να επικοινωνήσει, πρέπει να μιλήσει με τα εργαλεία του, με τρόπο που να κερδίσει το βλέμμα, μετά το συναίσθημα και να θέσει τον καθένα, εκ νέου σε ένα νέο μη υπαρκτό σύμπαν, όπου θα έχει την δυνατότητα να προσλάβει τις όποιες ιδέες του. Αν όμως το σινεμά προσλαμβάνεται στενά και μόνο ως επαγγελματικό και τεχνικό δημιούργημα, χάνουμε πολλές φορές την ουσία του. Όλοι είμαστε θεατές και όλοι αγαπάμε τις ιστορίες του φωτός που δημιουργούν συναισθήματα, νοήματα, συμβολισμούς, ρεαλισμούς, εν τέλει μια ζωή έτοιμη να την υποδεχτούμε για να την αγαπήσουμε ή να την αποβάλλουμε.

Paula Ortiz: «Ματωμένος γάμος»

★★★★☆

«Στην καρδιά όλης της υψηλής τέχνης υπάρχει μια απαραίτητη μελαγχολία», θα πει ο Lorca και αυτή την μελαγχολική ωδή ψιθυρίζει αυτό το κινηματογραφικό, πολυεπίπεδο αφήγημα ιδεών, με «πηγή» τη πιο βαριά θεατρική – ποιητική κληρονομιά της Ισπανίας. Ο Federico Garcia Lorca ανασαίνει τραγικά, αργά και επώδυνα ανάμεσα στον ρεαλισμό και στον ποιητικό συμβολισμό, ανάμεσα στην εκφραστική αφήγηση ενός θεατρικού σανιδιού και στα διάπλατα πλάνα της κινηματογραφημένης άνυδρης Ανδαλουσίας.

Η ταινία μας κατακτά από το πρώτο πλάνο. Άλλα τα επίπεδα. Συμβολικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Γνωρίζουμε ότι μπρος μας θα εξελιχτεί μια σύγκρουση προπατορικών διαστάσεων. Μια τραγωδία που βαπτίζεται στο αίμα της ανθρωπότητας. Μια τραγωδία που ποτέ δεν σταμάτησε. Γήινη φωτογραφία, ισπανικές θρηνωδίες και μοιρολόγια, γοητευτικοί, μέσα στο πόνο, χαρακτήρες, αγνότητα, ρομαντισμός και ωμή δραματουργία. Μια ανάστροφη πτώση προς τα πάνω, το όμορφο, το ιδανικό, το ευγενές, μέσα από την σκληρότητα και το μακελειό. Η ταινία ματώνει σε κάθε της λεπτό.

Το έργο, πρέπει να ιδωθεί δίχως συγκρίσεις με το πρωτότυπο θεατρικό κείμενο του μεγάλου ποιητή. Πρέπει, όσο αυτό είναι δυνατόν, να εγκαταλείψουμε τις αναφορές και να εκμαιεύσουμε συναισθήματα και ιδέες από την ίδια την κινηματογραφική απόδοση, διότι η δημιουργός σηκώνει την βαριά κληρονομιά και δημιουργεί με σεβασμό μια ελεύθερη απόδοση του αριστουργηματικού θεατρικού έργου και το φέρνει με καλλιτεχνική ακεραιότητα, πολυεπίπεδα και ολοκληρωμένα στο σήμερα.

Quentin Tarantino: « Οι μισητοί οχτώ»

★★★★☆

Οι «Μισητοί Οχτώ» του Tarantino τσαμπουκαλεμένα, μας αφηγούνται την δική τους Ιστορία. Σκληροτράχηλοι χαρακτήρες, αγριάδες, άλογα, άμαξες, πιστολίδια, μαγκιά, αίμα. Παράλληλα, η κλασική ηθική αναμέτρηση απουσιάζει, οι ήρωες και οι αντιήρωες δεν υπάρχουν πουθενά και έτσι western δεν είναι. Το σκηνικό, ο χώρος δεν είναι οι άνυδρες πεδιάδες της Δύσης μα ένα πανδοχείο σε ένα παγωμένο τοπίο.

Σε τέσσερις τοίχους ο δημιουργός ξεδιπλώνει και αναπαριστά σουρεαλιστικά, κυνικά, λιτά, προοδευτικά και μεταφορικά την ουσία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Όλες οι πληθυσμιακές ομάδες που συγκρότησαν αυτή την Βαβέλ, – με εξαίρεση τους Ινδιάνους, που έχουν ήδη «εξαϋλωθεί» από την αμερικάνικη ιστορία -, νέγροι, Μεξικάνοι, Άγγλοι, Ιρλανδοί, καθώς και όλοι οι «εξαίρετοι» άνθρωποι όπως ληστές, τυχοδιώκτες, κυνηγοί κεφαλών, κατατρεγμένοι, καουμπόηδες, πρώην στρατιώτες και στρατηγοί του εμφυλίου μεταξύ Βορείων και Νοτίων, πίνουν καφεδάκι, τρώνε, αράζουν και συνυπάρχουν και με κομπρεμί τον κρότο των όπλων θεμελιώνουν το κράτος τους. Υπογράφουν το καταστατικό ιδρύσεως των ΗΠΑ σφραγισμένο με μπαρούτι, αίμα και αντριλίκι και υπό τις ευλογίες του «προοδευτικού» προέδρου Λίνκολν – με την μορφή ενός γράμματος – που αποτελεί την αναγκαία στο σήμερα δικαιολογία για όλα τα εγκλήματα του χθες, του τώρα και του αύριο. Το μακελειό ξεκινά, συνεχίζει και έτσι οι σύγχρονες ΗΠΑ, που «δεν έχουν φίλους, μα μόνο συμφέροντα» σύμφωνα με το Kissinger, είναι μπρος μας σε όλο τους το μεγαλείο. Πολιτική ευθύτητα με τόνους ειρωνείας από τον Ταραντίνο. «Αυτοί είμαστε, πάρτε το χαμπάρι», μοιάζει να λέει. Έτσι μας συνήθισε και έτσι και πάλι μας εκπλήσσει.

Michael Dudok de Wit: «Η Κόκκινη χελώνα»

★★★★★

Η «Κόκκινη Χελώνα» είναι μια υγιέστατη ταινία για υγιείς ανθρώπους, δίχως την μιζέρια, την πικροχολιά, το αναστέναγμα και το ξεφύσημα που έχουμε συνηθίσει ως πλέον «θεμιτή» φόρμα στην αφήγηση κινηματογραφικών ιστοριών. Έργο ικανό να διώξει από πάνω μας κάθε στοιχείο αναισθησίας και συνήθειας και να βγάλει στην επιφάνεια μονάχα τα κοιμόμενα στοιχεία ανθρωπιάς μας.

Τούτο το animation – που δεν είναι αναγκαίο να είσαι ακόλουθος αυτού του είδους για να σε συγκλονίσει – του Michael Dudok de Wit με την συμβατή αλλά πλήρως ενιαία και συμπαγή του αφήγηση, όπου κάθε τι το περιττό έχει πεταχτεί εκτός και κάθε τι το αναγκαίο και ουσιαστικό συναισθηματικά, ηθικά και νοητικά παραμένει μέσα και κάθε του πλάνο αποτελεί μια ολοκληρωμένη σύνθεση σχεδιαστικής τέχνης, ομορφιάς και γήινης ατμόσφαιρας, είναι αρκούντως ικανό να διαλύσει την σκληροπετσιά και του πιο σκληρόπετσου θεατή και να του εμβαπτίσει την σκέψη και το συναίσθημα, ξανά, καλλιεργώντας του την στοργή, την τρυφερότητα, την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη και την έννοια της συντροφικότητας μέσα στην οδυνηρή και σκληρή πραγματικότητα. Να του γαληνέψει εν τέλει τον ταραγμένο του και τεχνοκρατικό του νου.

Cristian Mungiu: «Αποφοίτηση»

★★★★★

Μέσα από το κάτοπτρο του οικογενειακού δράματος και ενός «αθέατου» βιασμού, στην «Αποφοίτηση» είναι μοναδικά παρούσα, η πολιτική και κοινωνική κριτική, καθάρια μπρος στα μάτια μας με αποτέλεσμα να μην μπορούμε παρά να παραδεχτούμε πως γουστάρουμε που μας εγκλωβίζει και μας συγκλονίζει με την ευθύτητά της. Την «Αποφοίτηση» πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως υπόδειγμα υποκριτικής τέχνης, σκηνοθετικής αρτιότητας και νοηματικής ουσίας, μια πολυπεπίπεδη και επαγωγική μελέτη πάνω στο ζήτημα των δομών και της συντήρησης των εξουσιαστικών σχέσεων.

Ο δημιουργός, δίχως διάθεση άμεσης ηθικολογίας, ούτε όμως εφηβικού αμοραλισμού και νεανικής αφέλειας, αλλά με σοφή και εμπνευσμένη εμβάθυνση, αναδεικνύει και κρίνει τις εξουσιαστικές σχέσεις και πως αυτές συντηρούνται και ανακυκλώνονται και μας πείθει για τον αισχρό, αναξιοκρατικό, αστικό και εκφυλισμένο τρόπο και στάση ζωής στην Ρουμανία του και στην Ελλάδα μας και όλοι μαζί στην Ευρώπη μας, που η ατομική ελευθερία εφόσον μετριέται με όρους ιδιοκτησιακού καθεστώτος – όπως τα παιδιά μέσα στην οικογένεια -, στην πραγματικότητα μένει άνυδρη, ακατοχύρωτη και μη εγγυημένη. Η πραγματική συνειδησιακή ελευθερία του ατόμου και ως εκ τούτου των μαζών, μέσα σε αυτό το αστικό πλαίσιο, είναι βιασμένη κατά εξακολούθηση, όπως σαρκικά και ψυχικά, και το κορίτσι του φιλμ.

Ken Loach: «I,Daniel Blake»

★★★★☆

Ο Ken Loach και ο σεναριογράφος Paul Laverty, συνεχίζουν με σαφήνεια να ασκούν πολιτική, πολιτική για τις μάζες, και όπως έλεγε ο Μπρέχτ, τέχνη «για να καταλαβαίνουν όλοι». Συνεχίζουν να χτυπούν τον καπιταλισμό σε όλες τις καθημερινές εκφάνσεις και εκφράσεις του. Καταθέτουν ένα σχόλιο καίριο, σημαντικό, απλό και ουσιώδες. «Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».

O χαρακτήρας του Daniel Blake, είμαι εγώ, είσαι εσύ, είναι ο καθένας, που γεννιέται, μεγαλώνει, εργάζεται και απολύεται αν η υγεία του δεν του το επιτρέπει άλλο. Ο Daniel Blake είμαι εγώ, είσαι εσύ, είναι ο καθένας που βλέπει όλη του την ζωή να μακελεύεται γιατί είναι ένα γρανάζι που λαδώνεται για όσο χρειάζεται και αφήνεται στην φθορά και την σκουριά όταν πλέον οι οικονομικές ανάγκες του καπιταλισμού το καθιστούν μη αναγκαίο και μη παραγωγικό. Ο Daniel Blake είναι ένας άνθρωπος στην μέγγενη μιας απανωτής αλλοτρίωσης που του παραχωρεί μονάχα το δικαίωμα και την υποχρέωση για έναν αργό και αναξιοπρεπή θάνατο. Ο Daniel Blake είναι η σύγχρονη εργατική τάξη, ο σύγχρονος λαός των καπιταλιστικών χωρών, o Daniel Blake είναι ένα εν δυνάμει σκουπίδι για το Κεφάλαιο και για το κράτος που το στηρίζει και ένας αριστουργηματικός άνθρωπος για τους ανθρώπους. O Daniel Blake είναι το αποτέλεσμα αλλά και ο στόχος της επίγνωσης πως είτε θα αγωνιστούμε είτε θα απονεκρωθούμε. Ο Daniel Blake είναι εργάτης και ο εργάτης παράγει. Παράγει προϊόντα, παράγει ιδεολογία, παράγει τέχνη, παράγει πολιτισμό. Ο Ken Loach, κάνει στην εργατοχώρα της Αγγλίας, πολιτικό και σκληρό σινεμά και όλος ο δυτικός κόσμος όπως και η Ελλάδα μπορεί και ταυτίζεται με την αντίληψη του. Ο Ken Loach κάνει το 2016 μια ταινία για όλους τους ανώνυμους ανθρώπους της εργατικής τάξης και τους δίνει όνομα και τίτλο τιμής. I, Daniel Blake.

Και τα καρέ συνεχίζουν…

Α. G. Iñárritu: «Η επιστροφή»

Η τελευταία ταινία του Inarritu είναι κινηματογραφικά, κυρίως, εντυπωσιακή. Μοιάζει με μια συνεχόμενη πτώση, μια τελική, αγωνιώδη και μάταιη προσπάθεια επικράτησης του ανθρώπου μπρος στην αμείλικτη τάξη των πραγμάτων, φυσικών, ηθικών και εν μέρει κοινωνικών. Η τελευταία ταινία του Inarritu, είναι ένα western που αποδομεί το είδος και που πέραν της τεχνικής της αρτιότητας, της δραματουργικής της ευθύτητας, εμπεριέχει υπόγεια μια σύγχρονη ηθική δυναμική.

Icíar Bollaín: «Η ελιά»

Ένα ευαίσθητο, ιδιόμορφο road movie χαρακτήρων που συγκρούεται ευθέως με την συστημική αθλιότητα, με την «οικολογολαγνική» αθλιότητα, με την συναισθηματική αθλιότητα. Η φύση έχει εξ’ ορισμού αντικαπιταλιστικές ιδιότητες και τίποτα δεν μπορεί να τις λειάνει και σε αυτή την λογική η ταινία διαπρέπει σε όλους τους τομείς. Στην «Ελιά», ένα δέντρο που ριζώνει άνευ καιρού και χρόνου, βλέπουμε στο πανί, την εξιστόρηση της αθλιότητας, του ξεπουλήματος των αξιών μα συγχρόνως και την υπέρβαση των ορίων και των όρων που έχουν τεθεί. Παράλληλα, βλέπουμε μια μικρή, όμορφη γυναίκα. Η ταινία, την ονομάζει «Ψυχή». Εγώ, σπορά και ελπίδα.

Alejandro Jodorowsky: «Ποίηση δίχως τέλος»

Άλλο ένα τελευταίο αντίο στην ανθρωπότητα, ενός από τους μεγαλύτερους ανεξάρτητους καλλιτέχνες εν ζωή. «Πάω στο Παρίσι, να βρω τον Αντρέ (σ.σ. Μπρετόν)», ακούμε τον Αλεχάντρο στην πιο αυτοβιογραφική ταινία του, όπου όλη η ιστορία της ζωής του διαπερνιέται μέσα από την ιστορία της Χιλής και των αξιών που παρέμειναν εμποτισμένες στην συντήρηση και στο αίμα και μέσα από την τέχνη και την ποίηση που απελευθερώνει, σε ένα σουρεαλιστικό, σχεδόν θεατρικό πίνακα αυτογνωσίας, ειλικρίνειας και ευθύτητας που θέλει μεγάλο θάρρος να το απεικονίσει κάποιος στο κινηματογραφικό φιλμ. Ο Jodorowsky τα καταφέρνει θαυμάσια και ήδη λείπει…

Duke Johnson, Charlie Kaufman: «Anomalisa»

Το «Anomalisa» είναι ένα stop motion/animation μελαγχολικό αριστούργημα, όπου στο μικροσκόπιο μπαίνουν οι άνθρωποι της εποχής μας και οι απάνθρωπες αντισυναισθηματικές συμβάσεις που τους κάνουν να κινούνται τόσο αργά και σπασμωδικά γεμάτοι ανασφάλειες και φοβίες που αδυνατούν να αγγίξουν στο ελάχιστο τον έρωτα και την ζωή. Με ευαισθησία, ευφυία, γλυκύτητα, χιούμορ και τραγικότητα, ο Kaufman δίνει μια συνταρακτική ψυχογραφία της εποχής, εμφυσώντας ψυχή στους «άψυχους» χαρακτήρες του, κάνοντας μας και εμάς, μέρος αυτού του σκηνικού όπου η απόγνωση και η ερημία κυριαρχεί μέχρι να εμφυσηθεί και πάνω μας η αυθεντική και αθώα, πραγματική ζωή.

Patricio Guzmán: «Νοσταλγώντας το φως»

Ο Guzman παρατηρεί σιωπηρά, αξιοπρεπέστατα και με στοργή τον χρόνο, την φύση και την ζωτικότητα της ελπίδας μέσα από τα φτυάρια και τις ματιές των γυναικών που περιπλανώνται χρόνια τώρα στην έρημο Ατακάμα – εκεί που οι επιστήμονες αναζητούν την προέλευση του κόσμου – για να αναζητήσουν τους, εκτελεσμένους από τον φασισμό, αγαπημένους τους. Ένα ντοκιμαντέρ που μας διαπαιδαγωγεί ιστορικά, φιλοσοφικά, ερμηνευτικά, ηθικά και μεθοδολογικά.

Paul Verhoeven: «Elle»

Ευρωπαικό σινεμά δυνατής, σκληρής και υπερβατικής στις κρατούσες ιδέες της εποχής, αφήγησης όπου η διττή νοοτροπία της αστικής τάξης, ως υπεροπτικά εξουσιαστικής αλλά και ως ψυχικά καταπιεσμένης, βρίσκουν την δραματουργική τελειότητα στο στεγνό πρόσωπο της πρωταγωνίστριας και στην σεξουαλική της στερφότητα. Η θηλυκότητα και ο βιασμός του ανθρώπου ιδωμένος με άλλο μάτι, σαφώς προσωπικό, αλλά ικανό να θέσει εκ νέου συζητήσεις πάνω στις βεβαιότητες και τις αναφορές του καθενός.

Chan-wook Park: «Η υπηρέτρια»

Δεν φτάνει τα αφηγηματικά επίπεδα και την μεστότητα του «Old Boy», ούτε καμιάς από την τριλογία της εκδίκησης, αλλά παρόλα αυτά, η ερωτική τούτη ταινία, που αρνείται τις εύκολες λύσεις και λειτουργεί εξαρχής ως εικαστική εμπειρία στυλιστικά, υφολογικά και σημειολογικά, αφήνει την ουσία να ζει απολύτως υπόγεια θέτοντας ως ψήγματα τις ηθικές και αξιακές προβληματικές που ορίζουν ακόμα τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ένα κινηματογραφικό βίωμα.

Maren Ade: «Toni Erdmann»

Μια σεναριακή ιδέα που ξετυλίγεται όσο το δυνατόν πιο άρτια κινηματογραφικά, με σαρκασμό και κυνισμό, αναδεικνύοντας την Ευρώπη σαν ένα κλινικά σφραγισμένο τόπο, ψυχικής φτώχειας, τεχνοκρατικής αβάθειας και αλλοτριωμένης φύσης, που έχει κάνει τους πολίτες τόσο σκληρόπετσους και ασυγκίνητους, που ένα απλό χαμόγελο ή μια γλυκιά πράξη, πρέπει να πάρει τα χαρακτηριστικά καρναβαλιού και τσαρλατανισμού, για να μπορέσει να διασπαστεί λιγάκι η ψυχράδα και να φωτιστεί ξανά η ανθρώπινη φύση, η ομορφιά της και η ελευθερία της. Πικρό, πικρό και πάλι πικρό μέσα στο γέλιο που παράγει.

Danis Tanovic: «Θάνατος στο Σαράγεβο»

Ο Βόσνιος δημιουργός επιστρέφει. Κάδρο του ένα ξενοδοχείο. Στο υπόγειο απεργία, στο ισόγειο η αλλοτρίωση και στη ταράτσα το εθνικό ζήτημα. Η πολιτική ιστορία και το πολιτικό παρόν των Βαλκανίων στο προσκήνιο. Η διεθνής γεωπολιτική κάπου εμβόλιμα. Ο Danis Tanovic προσφέρει μια καίρια ανάλυση. Μέσω ενός αλληγορικού σχήματος, σχολιάζει και σατιρίζει «βαλκανικά» την σύγχρονη πραγματικότητα.

Kirill Serebrennikov: «Ο πιστός»

Είναι η ορθοδοξία, είναι η θρησκοληψία, είναι η όποια ιδεοληψία και δογματική αντίληψη της πραγματικότητας ή είναι όλα αυτά το ίδιο και το αυτό; Στο προσκήνιο αλλά και στο βάθος αυτού του φιλμ, η αντιδραστική επικρατούσα συλλογική συνείδηση εχθρεύεται, την απελευθερωτική διαλεκτική σκέψη. Τα πάντα σε τούτη την ταινία, στηρίζουν την προσπάθεια και την πολυεπίπεδη επίθεση του Ρώσου δημιουργού στις «ιδέες» που μας κρατάνε σαν ανθρωπότητα, αιώνες πίσω.

Bogdan Mirica: «Όταν ξέσπασε η βία»

Ένα noir «αμερικάνικο» τύπου, αριστούργημα στις ανοιχτές πεδιάδες της Ρουμανίας, όπου η βία υποβόσκει απειλητικά μα δεν δείχνεται ποτέ on camera, με συνέπεια να κατανοούμε καίρια την κοινωνική και πολιτική βία που δεν αναγνωρίζουμε με σαφήνεια στην καθημερινότητα μας, ενώ είναι παντού γύρω μας και μας ορίζει. Ο τίτλος της ταινίας στα ρουμάνικα «Σκυλιά». Αγέλες που δαγκώνουμε λοιπόν για την προστασία της ιδιοκτησίας μας.

Denis Villeneuve: «Η άφιξη»

Επιστημονική φαντασία υπαρξιακών ερωτημάτων, στα χνάρια της Κιουμπρικής «Οδύσσειας». Η επικοινωνία των ανθρώπων, η σχετικότητα του χρόνου, η ουσία των ανθρώπινων ενεργειών, βρίσκονται σε σπουδαία εικαστικά αντίληψη που σίγουρα δεν δίνει απαντήσεις αλλά τα ερωτήματα μοιάζουν να μας χτυπάνε βαθιά στην αντίληψη μας για τον σκοπό της ζωής μας.

Η κριτική κινηματογράφου στο «Περιοδικό»

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.