Dennis Stock | Όταν ο κόσμος έμοιαζε cool

Μια ματιά στο έργο του μυθικού φωτογράφου του Magnum

| 25/07/2016

«Κατάφερε να δημιουργήσει jazz χωρίς την βοήθεια του ήχου – τους τόπους της, την ατμόσφαιρα της, τις στιγμές της, τους δημιουργούς της». Louis Armstrong, Miles Davis, Bill Crow, Igor Stravinsky, John Coltrane. Και ινδάλματα της ποπ δυτικής κουλτούρας. Marlon Brando, Audrey Hepburn, Merilyn Monroe, Arthur Miller, James Dean. Ένας φωτογραφικός φακός, πολύ φιλμ και έτοιμες οι συνθήκες για την αναπαραστατική εικόνα της μεταπολεμικής Αμερικής. Dennis Stock. Φωτογράφος.

Στα ίδια τα χνάρια με τον Robert Frank, τον Garry Winogrand, τον Bruce Davidson και άλλους της δημιουργικής γενιάς του 50’, ο Stock ήταν κι αυτός υποκείμενο της εποχής του, ένας παρατηρητής μιας νέας καθημερινότητας που αναδυόταν και που επιζητούσε να εκφραστεί καλλιτεχνικά. Η φωτογραφία ήταν ένα κατάλληλο μέσο -η δεκαετία του 50′ είναι ίσως η χρυσή της εποχή παρατηρώντας την αναδρομικά- και ο Stock επέδρασε με την σειρά του στην επικράτηση της μοντέρνας αμερικάνικης τέχνης ως παγκόσμιο ποπ αισθητικό φαινόμενο. «Εμείς οι φωτογράφοι, είτε το ονομάζουμε τέχνη είτε όχι, θα πρέπει να περάσουμε [σ.σ. στο κοινό] τις παρατηρήσεις μας, με απόλυτη σαφήνεια, με ταπεινότητα και παιδιάστικο θαυμασμό» λέει ενώ μια σειρά φωτογραφιών, ντοκουμέντο, ειδησεογραφία, πορτρέτα, συνηγορούν «στην άρτια διαρθρωμένη εκδήλωση μιας πτυχής της ζωής». Το έργο του είναι τέτοιο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως αμερικάνικη αφήγηση, μια εξιδανικευμένη και μυθοπλαστική αναπαράσταση της επαναστατημένης νεανικότητας, της λιτότητας των αναγκών, της ενέργειας και της χαράς της ζωής, ακόμη και εκεί που δεν διακρίνεται. Μετανάστες, περιφερόμενοι μουσικοί, διαδηλωτές, παιδιά. Η ιστορία του κόσμου όπως την βλέπουν δυο συγκεκριμένα μάτια και ένας φωτογραφικός φακός σε μια δοσμένη χρονική συγκυρία.

FRANCE. Paris. Cafe de Flore. 1958.

FRANCE. Paris. Cafe de Flore. 1958.

Στην ηλικία των 19 τον δέχτηκαν στο περιοδικό «Life», αφού είχε κερδίσει το βραβείο νέου φωτογράφου και 15000 δολάρια σε διαγωνισμό. Ήταν το 1949, λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Οι ΗΠΑ, δίχως μεγάλες απώλειες και καθόλου καταστροφές μπαίνουν σε τροχιά μιας καλπάζουσας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή το ψυχροπολεμικό σύστημα δικαιοσύνης δικάζει προσχηματικά και εκτελεί το ζεύγος Rosenberg ως προδότες και πράκτορες των Σοβιετικών. Πρόσφυγες από την Ευρώπη αναζητούν την υλοποίηση του διαφημισμένου αμερικάνικου ονείρου ενώ μαύροι μουσικοί της τζαζ ταράζουν τα μουσικά στεγανά σε μια γκετοποιημένη κοινότητα. Μια κουλτούρα αναδύεται: Μια νέα γενιά ανθρώπων απορρίπτει τα χολιγουντιανά πρότυπα στο πρόσωπο του James Dean ενώ κάποιοι άλλοι αμφιβάλλουν για τα κοινωνικά στερεότυπα στην εικόνα των hippies. Σε αυτές τις συνθήκες ενεργητικά προσκείμενος ο Stock ωριμάζει κοινωνιολογικά και αισθητικά. Κυνηγάει τα θέματα του, σαν θηράματα και το 1951 γίνεται μέλος του «Magnum», που είχε ιδρύσει ο ήδη φημισμένος Henri Cartier Bresson: το πρακτορείο που προσπαθεί να βρίσκεται πάντα μπροστά στις νέες (αισθητικές) αντιλήψεις.

Η φωτοειδησεογραφία (η λάμψη των «κόκκινων χαλιών» του Hollywood και τα πλατό κινηματογραφικών παραγωγών) παραμένει μια μεροκαματιάρικη εργασία αλλά ήδη ενσωματώνει πάνω της την δική του οπτική της αντικουλτούρας, των αντιθέσεων, της μη συμβατικότητας. «Τα θέματα μου – οι μηχανόβιοι, οι χίπις, όσοι τριγυρνάνε στους δρόμους, οι καλλιτέχνες – είναι απλώς άνθρωποι που αναζητούν έναν λιγότερο συμβατικό τρόπο για να εξερευνήσουν αυτή τη δύσκολη ζωή που όλοι ζούμε» θα πει. Η Times Square της Νέας Υόρκης θα ήταν διαφορετική χωρίς την μυθοποιητική βαρύτητα που της χάρισε ο James Dean να περπατά με ένα τσιγάρο στο στόμα σκυφτός στη βροχή. Το Παρίσι θα ήταν άλλη μια ακόμη μητρόπολη δίχως το συγκερασμό όλης του της μυθολογίας στο μποέμ Café De Flore όπου ο ιδιοκτήτης στην μια πλευρά κουρασμένος με την σκούπα στο χέρι αγναντεύει το παθιασμένο ζευγάρι που φιλιέται στην άλλη. Beat και hippies, rock εικονογράφηση και jazz αυτοσχεδιασμός. Δημιουργία συνθηκών και αναφορών σε μια λογική πως δίχως φωτογραφία δεν υπάρχει εξιδανικευμένη ιστορική μνήμη, προφανώς πάντα απατηλή και ψευδαισθησιακή μα αντικειμενικά παρούσα.

USA. Indiana. Fairmount. 1955. James DEAN returned to his old hometown Fairmount (Indiana) and visited the cemetery where he found the grave of one of his ancestors that had the same name as him and of that of Cal whose role he played.

USA. Indiana. Fairmount. 1955. James DEAN

Η μεταπολεμική παλέτα της (μετά)μοντέρνας δυτικής κουλτούρας χρωστά πολλά στο έργο του Stock. Η φωτογραφία είναι γνωστό όπως είπαμε πως δημιουργεί και συντηρεί μύθους. Δημιουργεί σταθερές και πλαίσια. Αισθητικά προηγούμενα. Κουλτούρα. Ο Stock έπαιξε ένα κάποιο ρόλο σε αυτό: να βλέπουμε τον κόσμο εικονογραφημένο και άρα μεγαλοποιημένο και παραλλαγμένο μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του δημιουργού -ακόμη ίσως μακριά από τις βαθιές του αντιφάσεις, δισδιάστατα όπως εγγενώς εμπεριέχεται στη φωτογραφία-. Το έργο του μας επέβαλλε να αφομοιώσουμε έκτοτε ακόμη και τον, αμφίβολο πολιτισμικά, όρο του cool. Μια κυρίαρχη αμερικάνικη έννοια του art de vivre. «Είτε ο Stock τραβούσε διασημότητες, είτε απλά εξερευνούσε τον κόσμο πίσω από τον φακό, δημιούργησε εικόνες που αξιοποιούν πλήρως την βασική λειτουργία της φωτογραφίας: Συλλάμβανε στιγμές στον χρόνο. Μια εικόνα του, προσφέρει μια εξαιρετικά πολύπλοκη και λεπτή έκφραση όλων των μικρών πραγμάτων μιας κατάστασης, εντός της, σε ένα μοναδικό καρέ» θα αξιολογήσει το Magnum το έργο του.

USA. California. 1968. Venice Beach Rock Festival.

USA. California. 1968. Venice Beach Rock Festival.

Γιατί όμως να θυμηθούμε έναν φωτογράφο; Ίσως γιατί κάποτε το όνομα του σήμαινε κάτι. Ξεφυλλίζουμε το «Life» ακόμη και σήμερα και ο νους μας γίνεται εκ των πραγμάτων ένα παράθυρο στον χρόνο, μια μνήμη στο πως ήταν κάποτε ο κόσμος, στις κυρίαρχες ιδέες και νοοτροπίες της εποχής. Στην δική μας εποχή έχει ήδη υπερενισχυθεί η χρήση και η λειτουργία της. Κοινωνικοποιήθηκε και μαζικοποιήθηκε. Σε βαθμό που σήμερα η «γοητεία» της φωτογραφίας εξαντλείται κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πρόσκαιρα δηλαδή και μη αισθητικώς αντιληπτά. Κυριαρχεί ως υπεροπτικό προνόμιο του κάθε ανθρώπου να καταγράφει και να καταναλώνει: μια μαρτυρία φτώχειας, αποξένωσης και μιζέριας. Η αυτοαναφορικότητα του μοντερνισμού έχει περιέλθει σε μια εγωκεντρική selfie συμπεριφορά. Η πραγματικότητα δεν διακρίνεται πλέον ως ολότητα -που θα μπορούσε να εκφραστεί με σύμβολα και σημεία- αλλά πολυδιασπαστικά. Αυτό δημιουργεί μια τεράστια μάζα εικόνων μα που διακρίνονται από φτήνια αντίληψης. Σημείο των καιρών, πράγματι. Ή η μία ή η άλλη προφανώς, αλλά μέσα στο -πλαστό αυτό- δίλημμα λειτουργούμε για να αποσαφηνίσουμε το ζητούμενο.

USA. New York City. 1951. A baby's arrival in the United States.

USA. New York City. 1951.


Τα πορτρέτα



Οι hippies



Οι ξεριζωμένοι



Η καθημερινότητα



Οι φωτογραφίες και τα δικαιώματα ανήκουν στο πρακτορείο Magnum και τον δημιουργό. Εδώ απεικονίζονται για ειδησεογραφικούς και ιστορικούς αποκλειστικά λόγους.
*Αναθεώρηση παλιότερου άρθρου

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).

ola