Στήλη: Ήχοι Ανήσυχοι

The Distortion of Sound

Όταν ο ήχος και η ζωή παραμορφώνονται

| 28/10/2014

Εκδόθηκε τον προηγούμενο Ιούλιο και κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ The Distortion Of Sound (Η παραμόρφωση του ήχου), σε σκηνοθεσία Jacob Rosenberg. Το ντοκιμαντέρ έχει γραφτεί από τους Michael Abell και Kevin Gentile, ενώ η παραγωγή του έχει γίνει από τους Hana Lasber, Dennis McKinley και Suzanne Hargrove. Το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται την ποιότητα με την οποία ο σύγχρονος ακροατής ακούει την ηχογραφημένη μουσική, μέσα από τα format των mp3, mp4 και flac, τα ipod και γενικά τις νέες τεχνολογίες και τα μέσα αναπαραγωγής του ήχου.

Κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ εμφανίζονται σημεία συνεντεύξεων μουσικών, όπως ο κιθαρίστας Slash (Guns n’ Roses), o Mike Shinoda μέλος των Linkin Park και μουσικός παραγωγός, ο συνθέτης και παραγωγός Quincy Jones, η τραγουδοποιός Kate Nush, οι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής Hans Zimmer (12 Years a Slave, Inception) και A.R. Raxman (Slumdog Millionaire, 127 Hours), o ράπερ Snoop Dog, o μουσικός, Dj και παραγωγός της electronica Steve Aoki, η τραγουδοποιός Lianne La Havas, καθώς και μηχανικοί ήχου, ηχολήπτες, δημοσιογράφοι του μουσικού τύπου και στελέχη εταιρειών μηχανημάτων ήχου όπως της Harman, η οποία άλλωστε έχει χρηματοδοτήσει το ντοκιμαντέρ. Με άλλα λόγια άνθρωποι από όλο το φάσμα και το εύρος της μουσικής και της μουσικής βιομηχανίας.

The_Distortion_of_Sound

Το ντοκιμαντέρ από τον τίτλο του θέτει εξ αρχής το πρόβλημα. Η διάδοση και αναπαραγωγή της μουσικής με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα οδηγεί στην παραμόρφωση της. Θέτει κολοσσιαία ερωτήματα  και εγείρει πολύ σημαντικά ζητήματα για τη σχέση τεχνολογίας και μουσικής. Από αυτήν την άποψη είναι ένα “must see” ντοκιμαντέρ για κάθε μουσικόφιλο. Η διάρκεια του άλλωστε – των 22 λεπτών – και η ικανότητα της αφήγησης να θέτει σε τόσο σύντομο χρόνο τόσο σημαντικά ζητήματα, το κάνει να παρακολουθείται εύκολα.

«Ζούμε μια παράξενη εποχή για τη μουσική» δηλώνει ο μηχανικός ήχου Andrew Scheps. «Δεν μπορείς να συλλάβεις την πολυπλοκότητα ενός κομματιού με τη «συμπίεση» ενός mp3» συνεχίζει ο Steve Aoki και πραγματικά η «συμπίεση» οδηγεί σε απώλεια περίπου του 90% του ήχου. Βέβαια υπάρχει αντίλογος σε αυτήν την τοποθέτηση, μιας και από αυτό το 90%, ένα σημαντικό ποσοστό ηχητικών συχνοτήτων δεν μπορεί να ακουστεί από το ανθρώπινο αυτί, αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου το ζήτημα που τίθεται. Σε καταλαμβάνει τρόμος στο σημείο του ντοκιμαντέρ όπου παρατίθενται συγκριτικά η ακρόαση ενός κομματιού της Lianne La Havas, με και χωρίς συμπίεση. Η φυσικότητα του ήχου «πνίγεται» στην ακρόαση του mp3. Αυτό που συνειδητοποιείς είναι ότι διαμορφώνεται εδώ και χρόνια  μια συνήθεια και ακρόασης και μια γενιά ακροατών που τελικά δεν ακούει τη μουσική στην ολότητα της και αυτό οφείλει να μας προβληματίζει πολύ σοβαρά.

Μέχρι εδώ καλά. Ωστόσο από τις παρεμβάσεις των συντελεστών και των συνεντευξιαζόμενων του ντοκιμαντέρ λείπουν πολλές πλευρές αυτής της συζήτησης. Όντως η μουσική «πολυπλοκότητα» της ηρωικής του Μπετόβεν, του Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, του Bitches Brew του Miles Davis, ή του Ummaguma των Pink Floyd και των Godspeed You Black Emperor χάνεται μέσα στη συμπίεση του mp3. Αλλά τι χάνεται από το Oops!… I did it again της Britney Spears και από το Bad Romance της Lady Gaga; Χρειάζεσαι high Fidelity για να ακούσεις Παντελίδη; Είναι άμοιρη ευθυνών για αυτήν την πραγματικότητα η μουσική βιομηχανία; Κάθε άλλο θα έλεγα. Ποιοι μηχανισμοί μαθαίνουν τον ακροατή να «ακούει» έτσι; Η τεχνολογία γενικά;

Στην πορεία παρακολούθησης του ντοκιμαντέρ καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για μια καθόλα αποδεκτή και ευγενική «διαμαρτυρία» ενός τμήματος του μουσικού κόσμου και της μουσικής βιομηχανίας για την ποιότητα των σημερινών ηχογραφήσεων και ακροάσεων. Και έχουν δίκιο. Έχουν δίκιο όμως από την πλευρά ενός εκπαιδευμένου, «μυημένου» και ειδικευμένου τμήματος, του οποίου οι απαιτήσεις (και τα συμφέροντα θα πρόσθετα στην περίπτωση της Harman) είναι αναβαθμισμένες. Αλλά γιατί δεν μιλά κανείς από αυτούς που αφορά τελικά αυτή η συζήτηση, δηλαδή τα εκατομμύρια των ακροατών που δεν έχουν αυτήν τη μύηση; Όλοι οι συνεντευξιαζόμενοι αφηγούνται με νοσταλγία και πραγματικό συναισθηματισμό την εποχή που αποκτούσες έναν δίσκο βινυλίου, που έφτιαχνες μια κασέτα τραγουδιών για το κορίτσι σου, που δεχόσουνα την “επανάσταση” των cd. Πραγματικά, για όσους έχουμε βιώσει τη μουσική με αυτόν τον τρόπο, όσοι έχουμε ξοδέψει χιλιάδες ώρες και λεφτά, αναζητώντας δίσκους στα δισκάδικα, πηγαίνοντας σε εκατοντάδες συναυλίες και διαβάζοντας χιλιάδες σελίδες μουσικών περιοδικών, μας φαίνεται εξαιρετικά «άψυχη» η σημερινή πραγματικότητα. Έχοντας νιώσει την τελετουργία του ανοίγματος ενός δίσκου βινυλίου, το χάζεμα στο artwork του, έχοντας ακούσει το απαλό σκρατς της βελόνας στα αυλάκια του, ξενερώνεις με το σημερινό πάτημα ενός κουμπιού στο mp3 player και στο Ipod. Προσωπικά, βλέποντας έναν νέο άνθρωπο που έχει δίπλα του χιλιάδες βινύλια και cd να επιλέγει να ακούσει μουσική από το youtube, όπου ο ήχος είναι τουλάχιστον άθλιος, προβληματίζομαι. Ωστόσο κάθε γενιά έχει τον δικό της τρόπο να ανακαλύπτει τη μουσική και η ευθύνη δεν είναι μόνο, ή κυρίως, δική της.

Σε ένα σημείο του ντοκιμαντέρ  ο Mike Shinoda λέει: «η ακρόαση ενός κομματιού είναι πια μια μοναχική εμπειρία». Πραγματικά, αλλά ποιος ευθύνεται που η μουσική από συλλογική βιωματική εμπειρία συνδεδεμένη με συναισθήματα, καταστάσεις και γεγονότα έχει μετατραπεί σε ατομική –  μοναχική κατανάλωση προϊόντων; Γιατί η κυκλοφορία ενός δίσκου είναι δύσκολο να ακουστεί πρώτη φορά από τους ακροατές του στο φυσικό της περιβάλλον, σε μια ζωντανή δηλαδή εκτέλεση; Η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της σύγχρονης κατακερματισμένης ζωής είναι άσχετη με αυτό; Τι φταίει αντίστοιχα για την μετατροπή της συλλογικής παρακολούθησης μιας ταινίας στο κινηματογράφο της γειτονιάς, σε ατομική προβολή σε home cinema; H εξατομίκευση της τέχνης και των αποτελεσμάτων της είναι αποτέλεσμα της αποδόμησης της έννοιας του συλλογικού, της διάλυσης των κοινωνικών ιστών που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό της εποχής μας, του ατομικισμού και της καταναλωτικής κουλτούρας, που καθιστά το καλλιτεχνικό έργο και το βίωμά του, σε αγοραπωλησία προϊόντων. Ως γνωστό κάθε μαζική παραγωγή με σκοπό το κέρδος έχει συνέπειες στην ποιότητα.

Στην κάρτα του φινάλε του ντοκιμαντέρ σημειώνεται: «πάνω από 25 δισεκατομμύρια τραγούδια έχουν «κατέβει». Πάνω από 50 δισεκατομμύρια ώρες μουσικής έχουν «τρέξει» σε stream. H συμπίεση του ήχου τον απογυμνώνει από τα συναισθήματα του. Είναι δυνατόν να τα πάρουμε πίσω». Ναι, αλλά για ποιους; Αν είναι να παρθεί πίσω από μια ελίτ καλλιεργημένων και οικονομικά επιφανών που έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τα high Fidelity ηχοσυστήματα της Harman ή όποιας άλλης εταιρείας μηχανημάτων ήχου, δεν πείθομαι. Αυτό άλλωστε πάντα γίνονταν και θα γίνεται.

Το ερώτημα είναι αν η δυνατότητα ποιοτικής ακρόασης σε περιεχόμενο και μορφή μπορεί να παρθεί από τα εκατομμύρια των ακροατών και μουσικόφιλων σε όλο τον πλανήτη. Η απάντηση δεν είναι η νοσταλγία και η επιστροφή σε ένα «παλιό καλό καιρό» αλλά το πέταγμα στο μέλλον. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν μπορεί να υπάρξει τεχνολογία ακρόασης της μουσικής στην εποχή μας, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της. Το να έχεις πρόσβαση στον μουσικό πλούτο της ανθρωπότητας χωρίς να χρειάζεται να νοικιάσεις μια γκαρσονιέρα για να χωρέσεις τα cd και τα βινύλια σου, χωρίς να χρειάζεται να πάρεις δάνειο από την τράπεζα, αυτό είναι το ζητούμενο. Είναι ζήτημα κατεύθυνσης, κριτηρίων και περιεχομένου της έρευνας και της παραγωγής στους αντίστοιχους τομείς και βέβαια προσανατολισμού της εκπαίδευσης για την απόκτηση μουσικής παιδείας των νέων ανθρώπων. Αν τα κριτήρια είναι ένα κοινό «αμόρφωτο», καταναλωτής της εκάστοτε Lady Gaga και η γρήγορη, κερδοφόρα κατανάλωση τραγουδιών-προϊόντων τα πάμε μια χαρά όπως είμαστε σήμερα.

Όσο για το πρόβλημα των 25 δισεκατομμυρίων τραγουδιών που έχουν «κατέβει» εννοείται σε χαμηλή ποιότητα και εδώ το τι ξεχωρίζει κανείς είναι σημαντικό. Αν ξεχωρίζεις το δημοκρατικό ακόμα και «πειρατικό» δικαίωμα στην πρόσβαση στη μουσική για εκατομμύρια ανθρώπους οφείλεις να διακρίνεις πρωτίστως τη δική τους ανάγκη τουλάχιστον να ακούσουν αυτά που θέλουν ή «θέλουν» και μετά το πόσο ποιοτικά τα ακούν. Ένας «πεινασμένος» πρώτα κοιτά να φάει, ύστερα τον απασχολεί το γκουρμέ της υπόθεσης.  Τι να κάνουμε, κάθε μαζική συμμετοχή και κάθε μαζική δημοκρατία στα πρώτα της βήματα είναι και λίγο «βρώμικη»…

Κατά βάθος θα ήθελε να παίζει μουσική, αλλά επειδή αυτό το τρένο χάθηκε, γράφει για αυτή και βέβαια όχι από επάγγελμα αλλά από πάθος. Έπειτα από πολυετή θητεία σε περιοδικά και εφημερίδες κατέληξε στο απάνεμο(;) λιμάνι του toperiodiko.gr…