Enzo Traverso

Οι ρίζες της ναζιστικής βίας (μια ευρωπαϊκή γενεαλογία)

asas-030101
Γράφει: Κωστής Μαργιόλης - ΙΣΤΟΡΙΑ - 31/07/2014

OLYMPUS DIGITAL CAMERAEnzo Traverso

Οι ρίζες της ναζιστικής βίας (μια ευρωπαϊκή γενεαλογία)

εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013 

Ήταν ο ναζισμός μια γερμανική εξαίρεση στον δυτικό ορθολογισμό, μια απόκλιση από το πνεύμα του μοντερνισμού ή αντίθετα η αναπόφευκτη κατάληξη της ανόδου των εθνικισμών, του φυλετισμού και του αντισημιτισμού που γνώρισε η Ευρώπη, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα;

Ο Έντσο Τραβέρσο επιχειρεί με το έργο του «Οι ρίζες της ναζιστικής βίας» να ανασυνθέσει στοιχεία που βρίσκονται διάσπαρτα στην ευρωπαϊκή ιστορία (κυρίως) του 19οu αιώνα για να απαντήσει αρνητικά σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα και να δώσει τελικά τη δική του οπτική σχετικά με τη διαδικασία που παρήγαγε την έξαρση της ναζιστικής βίας.

Η ανάλυσή του βασίζεται στην προσέγγιση της ιστορικής συνέχειας και υπό αυτό το πρίσμα βλέπει «τη φιλελεύθερη Ευρώπη ένα εργαστήρι των βιαιοτήτων του 20ου αιώνα και το Άουσβιτς αυθεντικό προϊόν του δυτικού πολιτισμού». Όμως η αλληλουχία των στοιχείων που έκαναν εφικτή τη ναζιστική θηριωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των θαλάμων αερίων δεν εξετάζεται τελεολογικά, αλλά ως μία από τις παρεκκλίσεις που ήταν πιθανό να συμβούν.

Έτσι η γενεαλογία του ναζισμού προεκτείνεται πέραν των ιδεών του εθνικοσοσιαλισμού, ξεπερνά τα γερμανικά σύνορα αλλά και το ορόσημο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, προκειμένου «να δώσει προσοχή στη βαθιά αγκύρωση του ναζισμού, της βίας και των γενοκτονιών του, στην ιστορία της Δύσης, στην Ευρώπη του βιομηχανικού καπιταλισμού, της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού, της ανάπτυξης των σύγχρονων επιστημών και τεχνολογιών, στην Ευρώπη του ευγονισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού, κοντολογίς στην Ευρώπη του ‘‘μακρού’’ 19ου αιώνα».

D2038-1

Αναζητώντας λοιπόν «ρίζες και όχι αίτια» του εθνικοοσοσιαλισμού, όπως ξεκαθαρίζει εξαρχής, ο Iταλός ιστορικός βλέπει τα κρεματόρια ως την «απόληξη μιας μακράς διαδικασίας απανθρωποποίησης και βιομηχανοποίησης του θανάτου», η οποία ανάγεται στην εφεύρεση της γκιλοτίνας. Με αυτό το «επαναστατικό», κατά τα άλλα, εργαλείο εγκαινιάζεται η είσοδος της εκβιομηχιανισμένης Ευρώπης στην παραγωγή του θανάτου. Η μηχανοποιημένη πλέον τελετή εκτέλεσης παύει να αποτελεί δημόσιο θέαμα. Στο εξής θα γίνει μια διαδικασία σιωπηλής, απρόσωπης και ιδιαιτέρως αποτελεσματικής θανάτωσης. Η ορατή βία του δήμιου θα απαλειφθεί σταδιακά από τη ναζιστική τεχνολογία θανάτου. Τα πιο φρικώδη ανθρώπινα εγκλήματα θα τελεστούν στη βάση της ορθολογικής διοίκησης του φορντισμού / τεϊλορισμού από μια, μη ορατή στους πολλούς, αλυσίδα παραγωγής πτωμάτων, μέσω έκλυσης θανατηφόρων αερίων. Ταυτόχρονα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας αιχμαλώτων πολέμου προϋπέθεταν ένα Πανοπτικόν, δηλαδή τη σύγχρονη φυλακή όπου ο έλεγχος του κρατούμενου είναι ολοκληρωτικός και το στρατιωτικοποιημένο σύστημα τιμωρητικού ελέγχου στηρίζεται στη διάχυτη, ανώφελη βία που έχει πλέον γίνει αυτοσκοπός του εγκλεισμού.

Ένα ακόμη στοιχείο του ευρωπαϊκού φαντασιακού που χρησιμοποιήθηκε ως νοητικό εργαλείο για την οικοδόμηση του εθνικοσοσιαλισμού ήταν «η ιδέα ότι ο πολιτισμός συνεπάγεται την κατάκτηση και την εξόντωση των ‘‘βλαβερών’’ ή ‘‘κατώτερων φυλών’’». Ο Τραβέρσο ανασυνθέτει το δεσμό που συνδέει τον εθνικοσοσιαλισμό με τον κλασικό ιμπεριαλισμό, αναλύοντας σε βάθος την κυρίαρχη ιδεολογία και την εξουσιαστική ρητορεία της εποχής του αποικισμού της Αφρικής από τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Η απολογητική της κατάκτησης μακρινών εδαφών και των συνακόλουθων πρακτικών εξόντωσης των ιθαγενών πληθυσμών ήταν συνυφασμένη με τη «θεάρεστη» ιεραποστολή και την «εκπολιτιστική» διαδικασία. Έτσι με τρομερή ευκολία οι Ευρωπαίοι δέχτηκαν την εξαφάνιση ολόκληρων φυλών, προκειμένου να προοδεύσει ο ανθρώπινος πολιτισμός (ο ταυτισμένος πλέον με την τεχνολογική πρόοδο και τη βιομηχανική επανάσταση). Ο ίδιος ο Αλφρεντ Γουάλας, θεμελιωτής μαζί με τον Δαρβίνο της θεωρίας της «φυσικής επιλογής», καταγράφεται στους πολυάριθμους εκπροσώπους της αγγλοσαξονικής επιστημονικής κοινότητας που θεωρούσαν «νοσηρή φιλανθρωπία» την υπεράσπιση αυτοχθόνων πληθυσμών έναντι της ανωτερότητας των Ευρωπαίων. Άλλωστε και  ο Δαρβίνος είχε φροντίσει από το 1838 να δικαιολογήσει την εξαφάνιση φυλών που αντιμάχονται για την επικράτησή τους, με τη λογική της βιολογικής ανωτερότητας, ενώ την επόμενη χρονιά επεσήμανε στο ημερολόγιό του «έναν μυστηριώδη παράγοντα: παντού όπου εγκαθίσταται ο Ευρωπαίος, ο θάνατος μοιάζει να καταδιώκει τον ιθαγενή». Θαυμαστές του κοινωνικού δαρβινισμού δεν υπήρξαν άλλωστε μόνο οι υποστηρικτές του χιτλερικού NSDAP, αλλά και πριν από αυτούς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Θίοντορ Ρούσβελτ. Η γενοκτονία των Ινδιάνων της Αμερικής βασίστηκε πάνω στο ίδιο ακριβώς ιδεολογικό υπόστρωμα (της φυσικής επιλογής) και στην υπεράσπιση του ευγονισμού -όπως η γενοκτονία των Εβραίων και η μαζική εξόντωση Σλάβων και Τσιγγάνων από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η θεμελιώδης για το ναζισμό έννοια του ζωτικού χώρου δεν επινοήθηκε από τους θιασώτες του, αφού σε αυτόν είχαν στηριχθεί οι στρατιωτικές επιδρομές της Δύσης στους «υπανάπτυκτους» πληθυσμούς: «Με άλλα λόγια οι Γερμανοί απλώς εφάρμοζαν στην Πολωνία, στην Ουκρανία και στις Βαλτικές χώρες και τη Ρωσία, τις ίδιες αρχές και τις ίδιες μεθόδους που είχαν υιοθετήσει η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο στην Αφρική και την Ασία».

MA_ExpositionIndochine1856-1956

Ένα άλλο εύρημα από την ιχνηλασία στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία είναι η ανθρωπολογική ρήξη της «κοινοτοπίας του θανάτου», η οποία μπορεί να φτάνει στα όριά της με τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Πολωνία από τους Ναζί, όμως θεμελιώνεται στο μαζικό και αόρατο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Έκτοτε ο θάνατος στο πεδίο της μάχης χάνει για πάντα τον παλιό επικό του χαρακτήρα, στο εξής «δεν θα ερχόταν από έναν εχθρό με σάρκα και οστά αλλά από μια εχθρική μηχανή, ξένη, ψυχρή και απρόσωπη».

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζεται η σύνθεση δύο ακόμη στοιχείων της ευρωπαϊκής ιστορίας που επέτρεψαν στους ναζιστές να συγκροτήσουν τη δική τους εκδοχή για τον αντισημιτισμό. Ήταν από τη μια πλευρά ο «ιουδαιομπολσεβικισμός» και από την άλλη ο ταξικός ρατσισμός. Με τον πρώτο, οι Εβραίοι ταυτίστηκαν με μια αφαιρετική περιγραφή που είχε μετατρέψει «τον Εβραίο» σε υποκινητή των επαναστατικών διαδικασιών των αρχών του 20ου αιώνα (βλέπε, Σπαρτακιστές στη Γερμανία και Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία). Την ίδια περίοδο θεμελιώνεται στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, όπου είχε προηγηθεί η εμπειρία της Κομμούνας, «η θεώρηση της πολιτικής εξέγερσης, ως εκδήλωσης μιας ασθένειας του κοινωνικού σώματος και ο στιγματισμός του επαναστάτη ως φορέα μεταδοτικού ιού». Έτσι η κρατική καταστολή του ταξικού εχθρού παρουσιάζεται σαν μέτρο δημόσιας υγιεινής (μας θυμίζει μήπως κάποιες επιχειρήσεις της ΕΛ.ΑΣ εναντίον οροθετικών γυναικών, τοξικοεξαρτημένων και μεταναστών στην Αθήνα;). Στην Ιταλία ο Τσέζαρε Λαμπρόζο προσφέρει κι αυτός τις επιστημονικές του υπηρεσίες στην πάταξη της κοινωνικής εγκληματικότητας. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση το ευρωπαϊκό κράτος μετατρέπεται σε βιοεξουσία και οι εργαζόμενες τάξεις σε κατώτερη φυλή. Ο εχθρός των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών δεν είναι εκτός συνόρων αλλά κυρίως εσωτερικός και ο εγκληματίας θεωρείται πλέον «ένας άγριος σε πολιτισμένη χώρα». Είναι την ίδια εποχή που η φυλετική ανθρωπολογία και ο ευγονισμός αναγορεύονται σε επιστημονικούς κλάδους στον αγγλοσαξονικό κόσμο και στις σκανδιναβικές χώρες, ενώ στην άλλη άκρη του Ατλαντικού υιοθετείται από αμερικανικές πολιτείες η πολιτική της υποχρεωτικής στείρωσης των διανοητικά ασθενών. Από αυτές λοιπόν τις βάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο ναζισμός θα σχηματίσει τη δική του επιστημονική γλώσσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εξόντωση των Εβραίων με όρους «πρόληψης», «καθαρισμού» και «φυλετικής υγιεινής».

Ο Έντσο Τραβέρσο συμπεραίνει βάσιμα ότι η Γερμανία του Χίτλερ δεν είχε οδηγηθεί σε κάποιο «ιδιαίτερο δρόμο». Όπως ο ίδιος λέει σχηματικά, Μένγκελε δεν υπήρξε στον υπόλοιπο κόσμο, όμως οι πρακτικές του ήταν απλώς η πιο ακραία εκδοχή μιας ιδεολογίας βαθιά ριζωμένης στη δυτική κουλτούρα. Η ναζιστική Γερμανία υπήρξε «η σύνθεση συνόλου στοιχείων, όπως ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο αντιμπολσεβικισμός, ο αντιδιαφωτισμός και ο αντιουμανισμός που υπήρχαν παντού στην Ευρώπη αλλά δεν είχαν καταφέρει να φτάσουν στην ίδια οξύτητα ή είχαν παραμείνει ασύνδετα».

Το σκεπτικό του Ιταλού συγγραφέα καθόλου δεν αθωώνει τους πρωταίτιους της «Τελικής Λύσης» και τους εμπνευστές των κρεματορίων από τις ευθύνες τους. Ταυτόχρονα δεν έχει τίποτε το καθησυχαστικό:  επιβαρύνει με λίγες παραπάνω ευθύνες όσους, τότε ή σήμερα αισθάνονται αμέτοχοι του εγκλήματος εκείνου, που τότε είχε το ειδεχθές πρόσωπο της ναζιστικής βίας και τώρα επανακάμπτει με το προσωπείο της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού. Η «εκτροπή στο απόλυτο κακό» μπορεί να μην διέπεται από όρους ιστορικού ντετερμινισμού όμως, όπως σημειώνει συμπερασματικά ο Τραβέρσο «τόσο η ατομική βόμβα όσο και τα ναζιστικά στρατόπεδα […] εκφράζουν μία από τις δυνατότητες, μία από τις όψεις και τις πιθανές παρεκκλίσεις» αυτού που ονομάζουμε διαδικασία του πολιτισμού.

  • κλπ

    Ομολογώ ότι προβληματίζομαι από την σύστατικα του ναζισμου και του » αντιδιαφωτισμού και αντιουμανισμού » μιας ταυτόχρονα και ο διαφωτισμός, σε μια παρα φυση βεβαια αποληξη του, δεν μπορεί να θεωρηθει ως συνυπευθυνος για τον ρατσισμο; Υπενθυμίζω ότι ο ρατσισμός τότε στηριζοτάν και σε «»(ψευδο)επιστημονικά» στοιχεία (λάθος ανάγνωση της εξελιξης του survival of the fittest κλπ)

    Στην σημερινη εποχη ψήγματα της παραπανω εξελιξης μπορουμε να βρουμε στο τεχνομεσιανισμο, τεχνοφασισμο, στους extropians κλπ. Ενδεικτικά παραθέτω το εξαιρετικά (ποιητικο) μανιφέστο http://www.ctraces.com/Circuit_Traces/CT3_1/cyberia.html της Cyberia

  • PC1871

    Στην Γερμανία του 18ου αιώνα, ο Διαφωτισμός πέρασε και δεν ακούμπησε. Αυτό όμως που ρίζωσε και θέριεψε ήταν το Ρομαντικό κίνημα, που ενώ κιαυτό εκπροσωπούσε την χειραφέτηση της αστικής τάξης όπως και ο Διαφωτισμός, εν τούτοις πήρε τη μορφή μιας«πληβειακής συγκινησιοκρατίας», κι επομένως το αντίθετο της αγέρωχης και δύστροπης νοησιαρχίας των ανωτέρων τάξεων. Ενώ η μεσαία τάξη στη Γαλλία και στην Αγγλία εξακολουθούσε να έχει πλήρη συναίσθηση της θέσης της στην κοινωνία και ποτέ δεν εγκατέλειψε τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού, η γερμανική μεσαία τάξη πέρασε κάτω από τον έλεγχο του ρομαντικού ανορθολογισμού πριν περάσει καν από το σχολείο του ορθολογισμού. Ο ορθολογισμός περιορίστηκε στα πανεπιστήμια και ανάμεσα στους λόγιους και τους ακαδημαϊκούς. Δεν διείσδυσε ποτέ σθεναρά στην δημόσια ζωή, στην κοινωνική και πολιτική σκέψη των πλατειών μαζών ή στην ίδια τη μεσαία τάξη. Τουναντίον διαστρεβλώθηκε και γελοιοποιήθηκε.
    Το γιατί συνέβη αυτό είναι μια μακρά ιστορία η οποία ξεκινάει από τον 16ο αιώνα, με την παρακμή των βορειο-γερμανικών εμπορικών πόλεων προς όφελος των ολλανδικών και αγγλικών κέντρων και με την συνεπαγόμενη παρακμή και αποδυνάμωση της γερμανικής αστικής τάξης. Στη Γαλλία, οι ευγενείς γαιοκτήμονες ήταν αρκετά διορατικοί ώστε ν’ αφήσουν το εμπόριο και τη βιομηχανία στα χέρια της ανερχόμενης αστικής τάξης καθώς και μερίδα του διοικητικού μηχανισμού, ενώ στην Αγγλία έως και συνασπίστηκαν μαζί της εναντίον του βασιλιά. Οι γερμανοί ευγενείς έπραξαν το ακριβώς αντίθετο, γύρισαν την πλάτη στη μεσαία τάξη η οποία παραγκωνίστηκε και εξαθλιώθηκε και συμμάχησαν με αυτούς που δεν έπρεπε, δηλαδή με τους ηγεμόνες.
    Οι συνέπειες της αδυναμίας αυτής της αστικής τάξης να δρομολογήσει και να πρωτοστατήσει στις εξελίξεις σαν φορέας ενός νέου και δυναμικού πνεύματος, ήταν η επικράτηση ενός άκρατου ιδεαλισμού, αδιαφορίας για τις κοινωνικές συνθήκες, την πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η σκέψη έγινε ενατενιστική, θεωρητική, μη πραγματική και ανορθολογική. Την έλλειψη πρακτικού νου την έκαναν αρετή και την αποκάλεσαν ιδεαλισμό, εσωτερικότητα, ενόραση, θρίαμβο πάνω στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, ενώ την έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας την μετουσίωσαν στο ιδανικό της εσωτερικής ελευθερίας…
    Ο ναζισμός, επομένως, δεν ήταν μια πολιτική κίνηση που ξεπήδησε ξαφνικά και από το πουθενά στην Ευρώπη την επαύριο της οικονομικής κατάρρευσης της Γερμανίας. Μπορεί αυτή να απετέλεσε τον καταλύτη για την εδραίωσή του, αλλά οι ρίζες του ναζισμού, βρίσκονταν βαθιά εδραιωμένες στην πνευματική ιδιοσυστασία της Γερμανίας και συγκεκριμένα στο ρομαντικό ιδεαλιστικό κίνημα που ευδοκίμησε από τον 19ο αιώνα εκεί ως αντίδραση στο πνεύμα του γαλλικού κυρίως Διαφωτισμού. Βασική παράμετρος, η απουσία ευάριθμης αστικής τάξης στη Γερμανία η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να αυτονομηθεί από την κυριαρχία των τοπικών φεουδαρχών και γαιοκτημόνων.
    Θα ήταν λάθος να ισχυρισθούμε ότι ο ρομαντισμός μπορεί να εξομοιωθεί με το φασισμό, μιας και η ρομαντική κοσμοθεωρία περιέχει πολύ περισσότερες πλευρές. Όμως ο ρομαντισμός ερχόμενος σε αντίθεση με τον ορθό λόγο, το αστικό και φιλελεύθερο πνεύμα της Δύσης, τις εξισωτικές αρχές της δημοκρατίας κ.λ.π., παρείχε τις κατάλληλες ψυχολογικές συνιστώσες για την ανάπτυξη και επέκταση της ναζιστικής ιδεολογίας. Έτσι η προπαγάνδα του Χίτλερ μιλούσε μια γλώσσα που στ’ αυτιά των Γερμανών δεν ηχούσε περίεργα. Στην πραγματικότητα, οι εθνικιστικές, λαϊκιστικές τάσεις που κυριαρχούσαν στη Γερμανική κουλτούρα για περισσότερο από 150 χρόνια χρωματίστηκαν με μια νέα φυλετική χροιά.

  • PA

    Η αντιμετώπιση των Ναζί ή των Γερμανών ως ειδικής περίπτωσης αντισημιτισμού, ρατσισμού και βιαιότητας έχει βέβαια ιστορική βάση το πρωτοφανές, επιστημονικά (με «γερμανικό» τρόπο) διαπραγμένο, Ολοκαύτωμα, αλλά είναι λανθασμένη. «Απλώς», οι ηττημένοι του Α’ Π.Π. έκαναν γρηγορότερα και φρικτότερα σε ευρωπαϊκό έδαφος ό,τι (κατ’ αντιστοιχία, όπως είπα) έκαναν σε μεγαλύτερα διαστήματα και χωρίς φανφάρες οι νικητές του Α’ Π.Π. εκτός Ευρώπης.

    Σε δύο σημεία της παρουσίασης θα σταθώ, πιστεύοντας ότι ο συγγραφέας παραλείπει κάτι πολύ σημαντικό. Αρχικά ότι «Ο Τραβέρσο ανασυνθέτει το δεσμό που συνδέει τον εθνικοσοσιαλισμό με τον κλασικό ιμπεριαλισμό, αναλύοντας σε βάθος την κυρίαρχη ιδεολογία και την εξουσιαστική ρητορεία της εποχής του αποικισμού της Αφρικής από τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Η απολογητική της κατάκτησης μακρινών εδαφών και των συνακόλουθων πρακτικών εξόντωσης των ιθαγενών πληθυσμών ήταν συνυφασμένη με τη «θεάρεστη» ιεραποστολή και την «εκπολιτιστική» διαδικασία.». Και έπειτα, ότι «παρουσιάζεται η σύνθεση δύο ακόμη στοιχείων της ευρωπαϊκής ιστορίας που επέτρεψαν στους ναζιστές να συγκροτήσουν τη δική τους εκδοχή για τον αντισημιτισμό. Ήταν από τη μια πλευρά ο «ιουδαιομπολσεβικισμός» και από την άλλη ο ταξικός ρατσισμός. Με τον πρώτο, οι Εβραίοι ταυτίστηκαν με μια αφαιρετική περιγραφή που είχε μετατρέψει «τον Εβραίο» σε υποκινητή των επαναστατικών διαδικασιών των αρχών του 20ου αιώνα (βλέπε, Σπαρτακιστές στη Γερμανία και Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία)…». Αυτό το οποίο παραλείπεται (ΑΝ η παρουσίαση είναι αντικειμενική!), πέρα από τη σύμπνοια απόψεων μεταξύ Ναζί και Αγγλογάλλων αποικιοκρατών (οι οποίοι πιθανό να συμμαχούσαν μαζί τους αν στην Ισπανία έχανε ο Φράνκο) είναι η συμβολή της Αριστεράς του 19ου αι. στην εξάπλωση των θεωριών αυτών (εκπολιτισμός μέσω της αποικιοκρατίας, βλαβερές συνέπειες της εβραϊκής δραστηριότητας και ύπαρξης), ή μάλλον δεν εμπόδισαν την εξάπλωσή τους. Γιατί, είναι ο Μαρξ αυτός που επικροτεί την βρετανική κατάκτηση των Ινδιών, είναι ο Ένγκελς αυτός που επικροτεί την αμερικανική κατάκτηση της Καλιφόρνιας και τη γαλλική κατάκτηση της Αλγερίας. Είναι ο Μαρξ αυτός που κάνει λόγο για τον «εβραίο μαύρο Λασάλ», (μαζί με τον Ένγκελς) για τους «Εβραίους τοκογλύφους» (ωσάν να ήταν όλο το εβραϊκό έθνος τέτοιο), για «αποκρουστική εβραϊκή φυσιογνωμία», για τους Εβραίους του Μωυσή ως εξορισθέντες λεπρούς από την Αίγυπτο, για την εγγύτητα μαύρων και ζώων, για το ότι οι μαύροι είναι ένας εκφυλισμένος τύπος ανθρώπου, για το ότι η δουλεία θα κατέστρεφε τις ΗΠΑ, για το ότι οι Ρώσσοι είναι «μογγολοποιημένοι» και αξίζουν αντίστοιχη συμπεριφορά κ.λπ.

Sorry. No data so far.

Sorry. No data so far.