Eric Hobsbawm:

Ο Μαρξιστής και Ιστορικός που ανανέωσε την ιστοριογραφία

| 01/10/2015

Στις 8 Νοεμβρίου 2013 ο ιστορικός εκδοτικός οίκος Θεμέλιο, από τον οποίο έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα περισσότερα έργα τού Έρικ Χόμπσμπάουμ, διοργάνωσε, στο πλαίσιο του εορτασμού των 50 χρόνων των εκδόσεων, ημερίδα προς τιμήν του μεγάλου ιστορικού, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την 1η Οκτώβρη 2012. Εδώ, αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα Εποχή μια συντομευμένη εκδοχή της εξαιρετικής εισήγησης του ιστορικού Πολυμέρη Βόγλη, στο πλαίσιο αυτής της ημερίδας των εκδόσεων Θεμέλιο. 

 

Ο θά­να­τος του Έρικ Χό­μπσμπα­ουμ πριν α­πό πε­ρί­που έ­να χρό­νο συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό πλη­θώ­ρα δη­μο­σιευ­μά­των για το έρ­γο του, που συ­νή­θως συ­νο­δεύο­νταν α­πό το χα­ρα­κτη­ρι­σμό ως του με­γα­λύ­τε­ρου και δια­ση­μό­τε­ρου α­νά τον κό­σμο ι­στο­ρι­κού. Ο «Guardian» πε­ριέ­γρα­ψε τον Χό­μπσμπα­ουμ ό­χι α­πλώς ως τον πιο δια­κε­κρι­μέ­νο μαρ­ξι­στή ι­στο­ρι­κό της Βρε­τα­νίας, αλ­λά ως γε­νι­κό­τε­ρα «έ­ναν α­πό τους με­τρη­μέ­νους στα δά­κτυ­λα ι­στο­ρι­κούς ο­ποιασ­δή­πο­τε ε­πο­χής που α­πο­λάμ­βα­νε πραγ­μα­τι­κή ε­θνι­κή και διε­θνή α­να­γνώ­ρι­ση». Ωστό­σο, λι­γό­τε­ρο γνω­στό εί­ναι ό­τι υ­πήρ­ξαν και έ­ντο­νες ε­πι­κρί­σεις για τον Χό­μπσμπα­ουμ. Την ε­πο­μέ­νη του θα­νά­του του, στην «Daily Mail» δη­μο­σιεύ­θη­κε έ­να άρ­θρο που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι ή­ταν «έ­νας άν­θρω­πος που α­νοι­κτά μι­σού­σε τη Βρε­τα­νία και ο ο­ποίος συ­νει­δη­τά έ­γρα­φε ψεύ­δη» και υ­παι­νισ­σό­ταν ό­τι μπο­ρεί να ή­ταν και κα­τά­σκο­πος των Σο­βιε­τι­κών. Η αμ­φι­σβή­τη­ση εί­χε ξε­κι­νή­σει αρ­κε­τά χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Το 2001, στο πε­ριο­δι­κό «National Interest» το έρ­γο του πα­ρου­σια­ζό­ταν κά­τω α­πό τον τίτ­λο «Ο κα­θη­γη­τής του Στά­λιν. Η α­παί­σια, ε­πι­δρα­στι­κή κα­ριέ­ρα του Έρικ Χό­μπσμπα­ουμ». Υπάρ­χει μια, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, α­ντί­φα­ση: ε­νώ ό­λοι α­να­γνώ­ρι­ζαν την πα­γκό­σμια εμ­βέ­λεια του έρ­γου του, αρ­κε­τοί αμ­φι­σβη­τού­σαν την α­ξία του. Αξί­ζει να διε­ρευ­νή­σου­με αυ­τήν την α­ντί­φα­ση. Θα ξε­κι­νή­σω α­πό τη διε­θνή α­να­γνώ­ρι­ση του, ή, πιο α­πλά, για­τί ο Χό­μπσμπα­ουμ α­να­δεί­χθη­κε στον πιο διά­ση­μο ι­στο­ρι­κό του 20ού αιώ­να, και στη συ­νέ­χεια θα α­σχο­λη­θώ με την κρι­τι­κή που του α­σκή­θη­κε α­να­φο­ρι­κά με τον τρό­πο με τον ο­ποίο η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση ε­πη­ρέ­α­σε το ι­στο­ρι­κό έρ­γο του. Αυ­τό που θα υ­πο­στη­ρί­ξω εί­ναι ό­τι οι δύο ι­διό­τη­τες με τις ο­ποίες εγ­γρά­φη­κε στη δη­μό­σια σφαί­ρα, δη­λα­δή «μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός», λει­τουρ­γού­σαν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στο έρ­γο του και αυ­τή η δι­πλή ι­διό­τη­τα πε­ριέ­κλειε μια δυ­να­μι­κή σχέ­ση τό­σο με τον μαρ­ξι­σμό ό­σο και με την ι­στο­ρία, η ο­ποία σε με­γά­λο βαθ­μό του ε­πέ­τρε­ψε να α­να­δει­χθεί σε πα­γκό­σμιο ι­στο­ρι­κό.

Ανα­νέω­σε την ι­στο­ριο­γρα­φία

Ο Χό­μπσμπα­ουμ ξε­κί­νη­σε ως ι­στο­ρι­κός της κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής ι­στο­ρίας. Το πρώ­το άρ­θρο που δη­μο­σίευ­σε στο πε­ριο­δι­κό «Past and Present», που ο ί­διος μα­ζί με άλ­λους βρε­τα­νούς μαρ­ξι­στές ι­στο­ρι­κούς δη­μιούρ­γη­σε το 1952, α­φο­ρού­σε τους Λου­δί­τες ερ­γά­τες, ε­νώ το 1954 προ­κά­λε­σε έ­ντο­νη ι­στο­ριο­γρα­φι­κή συ­ζή­τη­ση με άρ­θρο που δη­μο­σίευ­σε στο ί­διο πε­ριο­δι­κό υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός εμ­φα­νί­στη­κε στην Βρε­τα­νία ή­δη α­πό τον 17ο αιώ­να. Στη δε­κα­ε­τία του 1960, θα συμ­με­τά­σχει στη διε­θνή συ­ζή­τη­ση για το ε­πί­πε­δο ζωής της ερ­γα­τι­κής τά­ξης στα χρό­νια της βιο­μη­χα­νι­κής ε­πα­νά­στα­σης στην Αγγλία. Την ί­δια πε­ρίο­δο θα κα­θιε­ρω­θεί ως έ­νας α­πό τους θε­με­λιω­τές της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας στον αγ­γλο­σα­ξω­νι­κό κό­σμο. Ήταν το 1966, ό­ταν μα­ζί με άλ­λους ι­στο­ρι­κούς με­τα­ξύ αυ­τών και ο E.Π. Tόμ­σον, δη­μο­σίευ­σαν μια σει­ρά άρ­θρων σε έ­να τεύ­χος του «TLS» κά­τω α­πό τον κοι­νό τίτ­λο «New ways in History». Ήδη, δη­λα­δή, α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1960 βρί­σκε­ται α­νά­με­σα σε μια ο­μά­δα ι­στο­ρι­κών που στην κυ­ριο­λε­ξία βρί­σκε­ται στην πρω­το­πο­ρία της ι­στο­ρι­κής ε­πι­στή­μης, του­λά­χι­στον στον αγ­γλο­σα­ξω­νι­κό κό­σμο.
banditsΤο εν­δια­φέ­ρον στην πε­ρί­πτω­ση του Χό­μπσμπα­ουμ εί­ναι ό­τι πο­λύ νω­ρίς ε­γκα­τα­λεί­πει το α­ντι­κεί­με­νο που κυ­ριαρ­χεί στην κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ε­κεί­νη την ε­πο­χή, δη­λα­δή τη με­λέ­τη της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, και γε­νι­κό­τε­ρα δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό τους άλ­λους ι­στο­ρι­κούς της γε­νιάς του. Η ι­στο­ρι­κή του προ­σέγ­γι­ση ή­δη α­πό τη δε­κα­ε­τία του 1960 εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ε­πι­δρα­στι­κή για­τί α­να­νεώ­νει την ι­στο­ριο­γρα­φία με τρεις τρό­πους. Ο πρώ­τος εί­ναι ό­τι και στρέ­φε­ται σε θέ­μα­τα που ε­κεί­νη την ε­πο­χή πα­ρου­σιά­ζουν μάλ­λον μι­κρό εν­δια­φέ­ρον για τους ι­στο­ρι­κούς. Ανα­φέ­ρο­μαι στις με­λέ­τες και άρ­θρα για τους Πρω­τό­γο­νους Επα­να­στά­τες και τους Λη­στές, ό­που ε­ξε­τά­ζει τις μορ­φές ρι­ζο­σπα­στι­κής δρά­σης σε προ­κα­πι­τα­λι­στι­κές κοι­νω­νίες. Το εν­δια­φέ­ρον του για την «αρ­χαϊκό­τη­τα» μορ­φών κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης και δρά­σης, τον ο­δη­γεί σε μια πιο ε­κλε­κτι­κι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση. Στις με­λέ­τες αυ­τές ο Χό­μπσμπα­ουμ διεύ­ρυ­νε το πε­δίο της ι­στο­ρι­κής έ­ρευ­νας, συ­νο­μι­λώ­ντας με την κοι­νω­νιο­λο­γία και την κοι­νω­νι­κή αν­θρω­πο­λο­γία. Δεν αρ­κέ­στη­κε σε μια «ι­στο­ρία α­πό τα κά­τω» και να συ­μπε­ρι­λά­βει ό­σους η πα­ρα­δο­σια­κή ι­στο­ρία εί­χε μέ­χρι τό­τε α­γνοή­σει αλ­λά ε­μπλού­τι­σε την ί­δια την προ­σέγ­γι­ση με­λε­τώ­ντας την κουλ­τού­ρα, τις πρα­κτι­κές, τη νοο­τρο­πία αυ­τών των υ­πο­κει­μέ­νων που με­λε­τού­σε. Το τρί­το και­νο­τό­μο στοι­χείο της προ­σέγ­γι­σής του ή­ταν ό­τι βγή­κε α­πό το «δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊκό» κα­νό­να κα­θώς στρά­φη­κε στην πε­ρι­φέ­ρεια την α­γρο­τι­κή Ιτα­λία και Ισπα­νία, αλ­λά και την Σερ­βία, την Βρα­ζι­λία και την Ινδία. Δεν θα έ­λε­γα ό­τι ήρ­θε σε ρή­ξη με τον «ευ­ρω­κε­ντρι­σμό», αλ­λά σί­γου­ρα διεύ­ρυ­νε γεω­γρα­φι­κά το πε­δίο των εν­δια­φε­ρό­ντων των ι­στο­ρι­κώ­ν. Δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σε κα­νείς να βρει ευ­ρω­παίο ι­στο­ρι­κό που το 1974 θα δη­μο­σίευε σε ι­στο­ρι­κό πε­ριο­δι­κό άρ­θρο για τις κα­τα­λή­ψεις γης α­πό τους α­γρό­τες του Πε­ρού και θα α­σχο­λιό­ταν με τις σχέ­σεις ι­διο­κτη­σίας και τα α­γρο­τι­κά κι­νή­μα­τα στη χώ­ρα α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να έως τη δε­κα­ε­τία του 1960 (το άρ­θρο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στον τό­μο Ξε­χω­ρι­στοί άν­θρω­ποι. Αντί­στα­ση, ε­ξέ­γερ­ση και τζα­ζ). Με λί­γα λό­για, οι νέες θε­μα­τι­κές που ει­σή­γα­γε, η διε­πι­στη­μο­νι­κή προ­σέγ­γι­ση με έμ­φα­ση στη με­λέ­τη της κουλ­τού­ρας και η διε­θνι­κή διά­στα­ση των με­λε­τών, κα­τέ­στη­σαν αρ­κε­τά νω­ρίς τον Χό­μπσμπα­ουμ μια ξε­χω­ρι­στή πε­ρί­πτω­ση ι­στο­ρι­κού.

Η συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία

the-age-of-revolutionΗ ί­δια η προ­σέγ­γι­σή του στην κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ή­ταν ι­διαί­τε­ρη. Ενώ οι άλ­λοι ι­στο­ρι­κοί α­πό το χώ­ρο της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας εν­δια­φέ­ρο­νταν για τη με­λέ­τη μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης πε­ρί­πτω­σης στο χώ­ρο και το χρό­νο, ο Χό­μπσμπα­ουμ εν­δια­φε­ρό­ταν για τη με­γά­λη κλί­μα­κα, τη διε­θνι­κό­τη­τα των ε­ξε­λί­ξεων και των φαι­νο­μέ­νων. Αυ­τό θα φα­νεί αρ­κε­τά νω­ρίς στο έρ­γο του, η Επο­χή των Επα­να­στά­σεω­ν εκ­δί­δε­ται το 1962, για να συ­μπλη­ρω­θεί με τους άλ­λους δύο τό­μους το 1975 και το 1987. Μπο­ρεί να μην ει­ση­γεί­ται κά­ποια νέα μέ­θο­δο κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας, αλ­λά μέ­σα α­πό το έρ­γο του προ­τεί­νει μια νέα ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­ση, αυ­τό που πο­λύ συ­χνά α­πο­κα­λού­με συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία. Η έν­νοια της συν­θε­τι­κής ι­στο­ρίας συ­νή­θως α­φο­ρά μια προ­σέγ­γι­ση που συ­σχε­τί­ζει την οι­κο­νο­μία, την κοι­νω­νία, την πο­λι­τι­κή και την κουλ­τού­ρα. Στο έρ­γο του Χό­μπσμπα­ουμ η συν­θε­τι­κή ι­στο­ρία α­πα­ντά σε μια άλ­λη α­νά­γκη, να ξε­πε­ρα­στούν κά­ποιες εγ­γε­νείς α­δυ­να­μίες της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας. Όπως έ­χει ε­πι­ση­μά­νει ο Τζέι­μς Κρό­νιν, η κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία με την έμ­φα­ση που δί­νει στην το­πι­κή διά­στα­ση, στο με­ρι­κό και τη ζωή των κα­θη­με­ρι­νών αν­θρώ­πων εί­ναι δύ­σκο­λο να με­τα­τρα­πεί σε μια ι­στο­ρία συ­νο­λι­κά της κοι­νω­νίας. Ο τρό­πος για να γε­φυ­ρω­θεί το χά­σμα εί­ναι η θεω­ρία και, στην πε­ρί­πτω­ση του Χό­μπσμπα­ου­μ, ο μαρ­ξι­σμός α­πο­τέ­λε­σε τη θεω­ρία για να συν­δυα­στεί η κοι­νω­νι­κή ι­στο­ρία ό­χι α­πλά με την ι­στο­ρία συ­νο­λι­κά της κοι­νω­νίας αλ­λά, α­κό­μη πιο φι­λό­δο­ξα, με την πα­γκό­σμια ι­στο­ρία. Πό­σο δε μάλ­λον, ό­ταν η θεω­ρία του Μαρξ ή­ταν το κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο α­να­λυ­τι­κό και ερ­μη­νευ­τι­κό πλαί­σιο για να με­λε­τη­θούν οι αλ­λα­γές που συ­νέ­βη­σαν το 19ο αιώ­να, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε στο ε­πί­κε­ντρο της τρι­λο­γίας των «ε­πο­χών» του Χό­μπσμπα­ουμ. Ήταν μια μο­να­δι­κή «ευ­τυ­χής σύ­μπτω­ση»: έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός χρη­σι­μο­ποιεί τη θεω­ρία του 19ου αιώ­να για να με­λε­τή­σει το 19ο αιώ­να.

Διε­θνής πα­ρου­σία

Ενώ η πα­γκό­σμια ο­πτι­κή του ι­στο­ρι­κού έρ­γου του εί­ναι αυ­τή που βοή­θη­σε στη α­να­γνώ­ρι­ση του ως ι­στο­ρι­κού, α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, η διε­θνής κα­τα­ξίω­σή δεν ο­φεί­λε­ται μό­νο στο ι­στο­ρι­κό έρ­γο του αλ­λά συ­νο­λι­κό­τε­ρα στη διε­θνή του πα­ρου­σία ως μαρ­ξι­στή δια­νοου­μέ­νου. Η διαρ­κής και πο­λύ­χρο­νη πα­ρου­σία του σε μια ό­λο και πιο πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη δη­μό­σια σφαί­ρα α­ξί­ζει μιας έ­στω και σύ­ντο­μης α­να­φο­ράς. Κα­ταρ­χήν, το εύ­ρος των εν­δια­φε­ρό­ντων του, που υ­πε­ρέ­βαι­νε κα­τά πο­λύ αυ­τά ε­νός ευ­ρυ­μα­θούς ι­στο­ρι­κού. Από την τζαζ μέ­χρι το αρτ νου­βό και α­πό τον πό­λε­μο στο Βιετ­νάμ μέ­χρι τους πο­λέ­μους του Μπους με­τά την 11η Σε­πτεμ­βρίου, ο Χό­μπσμπα­ουμ με τις κυ­ριο­λε­κτι­κά α­να­ρίθ­μη­τες ο­μι­λίες, πα­ρεμ­βά­σεις, ε­πι­φυλ­λί­δες, άρ­θρα, βι­βλία με­τα­τρά­πη­κε α­πό ι­στο­ρι­κό σε δια­νοού­με­νο μιας πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νης δη­μό­σιας σφαί­ρας. Ο δεύ­τε­ρος λό­γος εί­ναι ό­τι η μαρ­ξι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση και γε­νι­κό­τε­ρα η πο­λι­τι­κή στρά­τευ­ση θα ε­πι­τρέ­ψει στον Χό­μπσμπα­ουμ να βγει α­πό τα στε­νά ό­ρια της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας και να ε­ντα­χθεί σε έ­να διε­θνές δί­κτυο της Αρι­στε­ράς. Ένα ε­κτε­τα­μέ­νο δί­κτυο φί­λων, εκ­δό­των, συ­νερ­γα­τών α­πό το χώ­ρο της Αρι­στε­ράς σε ό­λο τον κό­σμο θα α­να­λά­βει να με­τα­φρά­σει και να εκ­δώ­σει τα έρ­γα του σε άλ­λες γλώσ­σες, θα τον κα­λέ­σει σε συ­νέ­δρια, θα του πά­ρει συ­νε­ντεύ­ξεις και θα διευ­ρύ­νει τον κύ­κλο των α­να­γνω­στών του. Πα­ράλ­λη­λα, ο ί­διος μέ­σα α­πό αυ­τό δί­κτυο των δια­νοου­μέ­νων της Αρι­στε­ράς θα τα­ξι­δέ­ψει σε διά­φο­ρες χώ­ρες και θα διευ­ρύ­νει την μα­τιά του ως ι­στο­ρι­κός και δια­νοού­με­νος. Τα τα­ξί­δια, για πα­ρά­δειγ­μα, που έ­κα­νε με φί­λους του ι­τα­λούς κομ­μου­νι­στές στη Σι­κε­λία θα α­πο­τε­λέ­σουν την α­φορ­μή για να στρα­φεί στους «πρω­τό­γο­νους ε­πα­να­στά­τες». Δύο α­κό­μη αλ­λη­λέν­δε­τοι πα­ρά­γο­ντες, που ε­ξη­γούν τη διε­θνή α­πή­χη­ση του Χό­μπσμπα­ουμ θα πρέ­πει να α­να­φερ­θούν, έ­στω ε­πι­γραμ­μα­τι­κά. Ο έ­νας συν­δέε­ται με την κυ­ριαρ­χία της αγ­γλο­σα­ξω­νι­κής α­κα­δη­μαϊκής πα­ρα­γω­γής (και την α­ντί­στοι­χη υ­πο­χώ­ρη­ση της γαλ­λι­κής) σε διε­θνές ε­πί­πε­δο τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες και ο άλ­λος εί­ναι ό­τι ο ί­διος ε­πι­λέ­γει να α­πευ­θυν­θεί και να γρά­ψει για το ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, και ό­χι α­πλά για την κοι­νό­τη­τα των πα­νε­πι­στη­μια­κών ι­στο­ρι­κών, υιο­θε­τώ­ντας έ­να στιλ γρα­φής που και ο ί­διος α­πο­κα­λού­σε «υ­ψη­λή ε­κλαΐκευ­ση».

Ύστε­ρα ήρ­θε η αμ­φι­σβή­τη­ση

age of extremesΗ διε­θνής α­να­γνώ­ρι­ση α­πό έ­να ση­μείο και με­τά συν­δυά­στη­κε με την αμ­φι­σβή­τη­σή του ως ι­στο­ρι­κού. Ο Χό­μπσμπα­ουμ βρέ­θη­κε στο στό­χα­στρο της κρι­τι­κής ό­ταν στρά­φη­κε α­πό τον 19ο αιώ­να στον 20ό και συ­μπλή­ρω­σε την τρι­λο­γία του με την έκ­δο­ση της Επο­χής των ά­κρω­ν το 1994. Η «Επο­χή των ά­κρω­ν», αν και ε­γκω­μιά­στη­κε α­πό πολ­λούς ι­στο­ρι­κούς, α­πο­τέ­λε­σε για άλ­λους ι­στο­ρι­κούς, πο­λι­τι­κούς ε­πι­στή­μο­νες και δη­μο­σιο­γρά­φους αι­τία πο­λέ­μου. Ο Ζαν Φραν­σουά Ρε­βέλ τον χα­ρα­κτή­ρι­σε έ­να «γη­ραιό και α­με­τα­νό­η­το στα­λι­νι­κό» και το βι­βλίο του «ως προ­πα­γάν­δα υ­πέρ του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού». Αξί­ζει να πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νείς ό­τι το βι­βλίο του με­τα­φρά­στη­κε στα γαλ­λι­κά με αρ­κε­τή κα­θυ­στέ­ρη­ση και δεν εκ­δό­θη­κε α­πό τον τα­κτι­κό εκ­δό­τη του (εκδ. Fayard), ο ο­ποίος έ­κρι­νε ό­τι το βι­βλίο δεν ή­ταν ού­τε κα­λό ού­τε πρω­τό­τυ­πο. Η ά­πο­ψη του Πιερ Νο­ρά για την α­προ­θυ­μία έκ­δο­σης του βι­βλίου ή­ταν ό­τι «ε­πει­δή η Γαλ­λία ή­ταν η πιο βα­θειά και ε­πί μα­κρόν στα­λι­νι­κή (στη Δύ­ση) χώ­ρα και, ό­ταν εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο, υ­πήρ­χε η πιο δυ­να­τή και ο­γκού­με­νη ε­χθρό­τη­τα σε ο­τι­δή­πο­τε α­να­κα­λού­σε τη φι­λο­σο­βιε­τι­κή ε­πο­χή». Τε­λι­κά, εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά α­πό τον «Monde Diplomatique» σε συ­νερ­γα­σία με έ­ναν μι­κρό βελ­γι­κό οί­κο, πέ­ντε χρό­νια με­τά α­πό την αγ­γλι­κή έκ­δο­ση. Το βι­βλίο ε­πι­κρί­θη­κε έ­ντο­να τό­σο α­πό τους συ­ντη­ρη­τι­κούς κύ­κλους, ό­πως α­πό έ­ναν αρ­θρο­γρά­φο στο πε­ριο­δι­κό «National Interest», ο ο­ποίος ι­σχυ­ρί­στη­κε ό­τι πε­ρι­λαμ­βά­νει «πολ­λές πα­ρα­ποιή­σεις, μι­σές α­λή­θειες και συ­νει­δη­τές α­πο­σιω­πή­σεις», αλ­λά και α­πό δια­κε­κρι­μέ­νους ι­στο­ρι­κούς, ό­πως ο Τό­νι Τζου­ντ. Οι ε­πι­κρί­σεις, πα­ρά τις δια­φο­ρές τους, συ­νέ­κλι­ναν σε έ­να ση­μείο: ο Χό­μπσμπα­ουμ κα­τη­γο­ρή­θη­κε για τον τρό­πο με τον ο­ποίο προ­σέγ­γι­σε τη Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση στα χρό­νια του Στά­λιν, αλ­λά και συ­νο­λι­κό­τε­ρα το κομ­μου­νι­στι­κό φαι­νό­με­νο, ό­τι δη­λα­δή υ­πο­βάθ­μι­σε και σχε­τι­κο­ποίη­σε την αυ­ταρ­χι­κή πλευ­ρά αυ­τών των κα­θε­στώ­των και τα δει­νά που ε­πι­σώ­ρευ­σαν στους λα­ούς αυ­τών των χω­ρών.
Οι α­ντι­δρά­σεις, πα­ρά τη σφο­δρό­τη­τά τους, μάλ­λον δεν πρέ­πει να ε­ξέ­πλη­ξαν τον Χό­μπσμπα­ουμ. Η χρο­νι­κή στιγ­μή στην ο­ποία εκ­δό­θη­κε η «Επο­χή των ά­κρω­ν» δεν ή­ταν η πιο κα­τάλ­λη­λη για την υ­πο­στή­ρι­ξη τέ­τοιων θέ­σεων. Λί­γα χρό­νια με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση των κομ­μου­νι­στι­κών κα­θε­στώ­των, στο α­πό­γειο του πα­νη­γυ­ρι­σμού για τη νί­κη του κα­πι­τα­λι­σμού και τη χρε­ο­κο­πία του κομ­μου­νι­σμού, έ­νας δια­κε­κρι­μέ­νος ι­στο­ρι­κός ε­ξέ­δι­δε έ­να βι­βλίο για τον 20ό αιώ­να, στο ο­ποίο ό­χι μό­νο δεν κα­τα­δί­κα­ζε τον κομ­μου­νι­σμό αλ­λά α­ντί­θε­τα πε­ριέ­γρα­φε τον Ψυ­χρό Πό­λε­μο ως μια κα­τα­σκευή των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών για να δια­τη­ρή­σουν την πα­γκό­σμια η­γε­μο­νία τους. Η κρι­τι­κή δεν α­φο­ρού­σε α­πλά την προ­σέγ­γι­ση σε μια ι­στο­ρι­κή πε­ρίο­δο, αλ­λά συ­νο­λι­κά τις πο­λι­τι­κές ι­δέες του Χό­μπσμπα­ουμ. Εάν στην τρι­λο­γία ο μαρ­ξι­σμός εί­χε βο­η­θή­σει την ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­ση του 19ου αιώ­να, στη με­λέ­τη του 20ού την εί­χε υ­πο­νο­μεύ­σει. Ένας ι­στο­ρι­κός που πα­ρέ­με­νε κομ­μου­νι­στής στα τέ­λη του 20ού αιώ­να, δεν θα μπο­ρού­σε πα­ρά να εί­ναι έ­νας κα­κός ι­στο­ρι­κός του 20ού αιώ­να.

Μαρ­ξι­στής και ι­στο­ρι­κός

Ωστό­σο, α­κό­μη κι αν δε­χτού­με ό­τι ι­σχύουν τα πα­ρα­πά­νω, τί­θε­ται έ­να ε­ρώ­τη­μα. Για­τί σε μια ε­πο­χή που ση­μα­δεύ­τη­κε α­πό την πτώ­ση του κομ­μου­νι­σμού και την κυ­ριαρ­χία του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός εί­χε τό­ση α­πή­χη­ση με­τα­ξύ των ι­στο­ρι­κών αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα σε έ­να διε­θνές κοι­νό; Μή­πως ο­φεί­λε­ται στην υ­πο­τι­θέ­με­νη κυ­ριαρ­χία των α­ρι­στε­ρών δια­νοου­μέ­νων στα πα­νε­πι­στή­μια και τα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης, ό­πως αρ­κε­τοί υ­πο­στή­ρι­ξα­ν; Η α­κτι­νο­βο­λία του έρ­γου του στις μέ­ρες μας ο­φεί­λε­ται εν μέ­ρει σε αυ­τό που του κα­τα­μαρ­τυ­ρούν, ό­τι ή­ταν μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός. Δεν υ­πο­νοώ ό­τι το έρ­γο του κα­τα­δει­κνύει την ε­πι­και­ρό­τη­τα του μαρ­ξι­σμού, αλ­λά ό­τι το έρ­γο του α­πο­τυ­πώ­νει τη δη­μιουρ­γι­κή σχέ­ση του Χό­μπσμπα­ουμ τό­σο με τον μαρ­ξι­σμό ό­σο και με την ι­στο­ριο­γρα­φία. Η α­πή­χη­σή του ο­φεί­λε­ται στο ό­τι δεν έ­γι­νε ού­τε αρ­τη­ριο­σκλη­ρω­τι­κός μαρ­ξι­στής ού­τε συμ­βα­τι­κός ι­στο­ρι­κός.
How To Change The WorldΣτη διάρ­κεια της ζωής του η σχέ­ση του με τον μαρ­ξι­σμό δεν έ­μει­νε α­με­τά­βλη­τη. Δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­γρά­ψει κα­νείς τον Χό­μπσμπα­ουμ ως έ­ναν πα­ρα­δο­σια­κό μαρ­ξι­στή ή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­με­τα­νό­η­το στα­λι­νι­κό. Αντί­θε­τα, η σκέ­ψη του συ­ντο­νί­στη­κε με τα νέα ρεύ­μα­τα στον μαρ­ξι­σμό και κυ­ρίως τις α­να­ζη­τή­σεις των μαρ­ξι­στών και κομ­μου­νι­στών στην Ιτα­λία, με αυ­τό που ο­νο­μά­στη­κε «ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμός», ό­πως φαί­νε­ται σε με­ρι­κά α­πό τα κεί­με­να που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο «Πώς να αλ­λά­ξου­με τον κό­σμο» αλ­λά και σε μια πα­λαιό­τε­ρη έκ­δο­σή του, τις συ­νο­μι­λίες του με τον Τζιόρτ­ζιο Να­πο­λι­τά­νο, ό­πως δη­μο­σιεύ­τη­καν στο «The Italian Road to Socialism» (1977). Ο σκε­πτι­κι­σμός του α­πέ­να­ντι στην πα­ρα­δο­σια­κή α­ντί­λη­ψη για το ρό­λο της ερ­γα­τι­κής τά­ξης στην Ευ­ρώ­πη σε έ­να με­τα­φορ­ντι­κό κό­σμο α­πο­τυ­πώ­θη­κε σε πολ­λά δο­κί­μια (με κο­ρυ­φαίο ί­σως το άρ­θρο «The Forward March of Labour Halted?» το 1978, το ο­ποίο προ­κά­λε­σε τις α­ντι­δρά­σεις των συ­ντρό­φων του) αλ­λά και στην πο­λι­τι­κή του στρά­τευ­ση: ή­ταν α­πό τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς ε­μπνευ­στές των Νέων Εργα­τι­κών με­τά την α­νά­λη­ψη της η­γε­σίας του κόμ­μα­τος α­πό τον Νιλ Κί­νοκ το 1983 –αν και βέ­βαια αρ­γό­τε­ρα στρά­φη­κε δρι­μύ­τα­τα ε­νά­ντια στη με­τα­μόρ­φω­ση του Εργα­τι­κού Κόμ­μα­τος α­πό τον Τό­νι Μπλερ.

Επι­στρο­φή στη συν­θε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση

Πα­ράλ­λη­λα, προ­σα­να­το­λί­στη­κε σε θέ­μα­τα που δύ­σκο­λα θα α­πα­σχο­λού­σαν έ­ναν πα­ρα­δο­σια­κό μαρ­ξι­στή ι­στο­ρι­κό της γε­νιάς του. Η στρο­φή του στη με­λέ­τη του ε­θνι­κι­σμού και στην ε­πι­νό­η­ση της πα­ρά­δο­σης α­ντα­να­κλούν την ε­πί­δρα­ση που εί­χαν οι νεό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις στις κοι­νω­νι­κές ε­πι­στή­μες. Εκεί που έ­νας μαρ­ξι­στής ι­στο­ρι­κός της γε­νιάς του θα προ­σέγ­γι­ζε τον ε­θνι­κι­σμό ως έκ­φαν­ση της κυ­ρίαρ­χης ι­δε­ο­λο­γίας της α­στι­κής τά­ξης, ο Χό­μπσμπα­ουμ τον προ­σέγ­γι­σε μέ­σα α­πό τη με­λέ­τη της κουλ­τού­ρας, σε μια πρώι­μη εκ­δο­χή της πο­λι­τι­σμι­κής ι­στο­ρίας που κυ­ριάρ­χη­σε στη δε­κα­ε­τία του 1990. Βέ­βαια υ­πήρ­χε έ­να ό­ριο σε αυ­τή την ε­ξέ­λι­ξη. Το έρ­γο και η δια­δρο­μή του ως ι­στο­ρι­κού της κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής ι­στο­ρίας και ο σκε­πτι­κι­σμός του α­πέ­να­ντι στις με­τα­μαρ­ξι­στι­κές θεω­ρη­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, τον έ­φε­ραν σε α­ντι­πα­λό­τη­τα με τα θεω­ρη­τι­κά ρεύ­μα­τα που α­να­πτύ­χθη­καν στη δε­κα­ε­τία του 1990, κυ­ρίως τη φε­μι­νι­στι­κή κρι­τι­κή και τη «γλωσ­σι­κή στρο­φή».
Νο­μί­ζω ό­τι υ­πάρ­χει έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος για τη διαρ­κή α­πή­χη­σή του, και ο ο­ποίος συν­δέε­ται πά­λι με την ι­στο­ρι­κή προ­σέγ­γι­σή του. Οι ι­στο­ρι­κοί με­τά τα ποι­κί­λα ρεύ­μα­τα και «στρο­φές» των τε­λευ­ταίων τριών δε­κα­ε­τιών ε­πι­στρέ­φουν στην α­νά­γκη μιας νέ­ας, συ­νο­λι­κής ι­στο­ρίας. Ει­δι­κά οι ι­στο­ρι­κοί α­πό το πε­δίο της κοι­νω­νι­κής ι­στο­ρίας, ό­πως ο Τζεφ Έλι στο βι­βλίο του A Crooked Line ή ο Γουί­λιαμ Σιούελ στο Λο­γι­κές της ι­στο­ρίας, εί­ναι αυ­τοί που ε­πι­ση­μαί­νουν την α­νά­γκη μιας νέ­ας, συν­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης στην ι­στο­ρία. Επι­πλέ­ον, τα τε­λευ­ταία χρό­νια η συ­ζή­τη­ση για τη με­λέ­τη ό­χι α­πλά της κοι­νω­νίας αλ­λά του «κοι­νω­νι­κού» (ως πε­δίου σύ­γκλι­σης της οι­κο­νο­μίας, της πο­λι­τι­κής και της κουλ­τού­ρας) αλ­λά και η έμ­φα­ση στη υ­πε­ρε­θνι­κό­τη­τα (ώ­στε να με­λε­τη­θεί η συ­νά­φεια ι­στο­ρι­κών ε­ξε­λί­ξεων και φαι­νο­μέ­νων σε ευ­ρύ­τε­ρες γεω­γρα­φι­κές κλί­μα­κες) υ­πο­δει­κνύουν την α­να­ζή­τη­ση νέων συν­θε­τι­κών προ­τά­σεων ι­στο­ρι­κής ερ­μη­νείας και α­φή­γη­σης. Σε αυ­τές τις α­να­ζη­τή­σεις τα βι­βλία του Χό­μπσμπα­ουμ θα συ­νε­χί­σουν να α­πο­τε­λούν τα κα­λύ­τε­ρα ει­σα­γω­γι­κά α­να­γνώ­σμα­τα.

Πηγή