«Fuocoammare»: Φωτιά στη θάλασσα φωτιά και στην αδιαφορία

Το ντοκιμαντέρ που βραβεύτηκε με την «Χρυσή Άρκτο» στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, στις αίθουσες

| 15/04/2016
★★★☆☆

Ο Gianfranco Rosi, ντοκιμαντερίστας που έχει πάρει στα σοβαρά το ιδιαίτερο τούτο κινηματογραφικό είδος το οποίο δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις ταινίες δράματος και μυθοπλασίας, επανέρχεται και εισχωρεί ήσυχα, ήσυχα και απλά στην επικαιρότητα και αναζητά μέσα από την τραγωδία των προσφύγων όχι μια συνηθισμένη ευαισθησία αλλά ένα σπουδαίο ερώτημα. Όσο τα λεπτά κυλούν αργά νιώθουμε μια ψυχική υποχρέωση να το αναρωτηθούμε. Τί μας κάνει ανθρώπους. Αν η απάντηση, – μέσα από το σιωπηλό και αφαιρετικό τούτο ταξίδι, μέσα από τα κύματα της μεσογείου, στο απομονωμένο νησί της Λαμπεντούζα και κατευθείαν στην ανθρώπινη κόλαση – μοιάζει δύσκολο να βρεθεί, το ερώτημα παραμένει.

ντοκιμαντερ1

Αυτός είναι ο στόχος της ταινίας. Να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε. Γιατί όποιος θέτει ερωτήματα, κρίνει. Και όποιος κρίνει, αργά ή γρήγορα βρίσκει απαντήσεις.

Θα μπορούσαμε να γράφουμε τώρα ακαδημαϊκές μπούρδες και αναλύσεις που αφορούν στην κινηματογράφηση αλλά δεν έχει καμία, μα καμία σημασία. Αυτό που ο δημιουργός μας αναγκάζει να κάνουμε είναι ένα υποχρεωτικό και αναγκαίο ταξίδι στην συνείδηση μας. Να δεχτούμε ένα χτύπημα στον καλοπροαίρετο νου μας. Να ακούσουμε ένα τραύλισμα της συναίσθησή μας, ένα σιωπηρό ουρλιαχτό του ναρκωμένου εαυτού μας. Να αντιληφθούμε ακόμη περισσότερο την ανημποριά μας στο να ενεργούμε δραστικά καθώς ικανοποιούμαστε στο να παρατηρούμε παθητικά την όποια τραγωδία.

Ο Rosi, με το χαρακτηριστικό ποιητικό του μοτίβο, τα μακρόσυρτα ασχολίαστα πλάνα που τους λείπει το οξυγόνο και το φως και την δυναμική του μοντάζ ξεπερνάει την απόδειξη, την έρευνα, τα στατιστικά. Ξεπερνάει επίσης την συνηθισμένη συγκινησιακή φόρτιση που μοιάζει ώρες ώρες με εμπόριο ευαισθησίας. Δημιουργεί μέσω της πραγματικότητας ένα δράμα. Αυτό το δράμα δεν μπορούμε να το αποφύγουμε όσο και να κλείνουμε τα μάτια. Αντιθέτως τούτο το σινεμά σε προκαλεί να τα ανοίξεις διάπλατα. Η κάμερα δημιουργεί την συνθήκη που δεν μπορούμε να δούμε μήτε στις τηλεοράσεις, μήτε στα ρεπορτάζ και στην καθημερινή κουβέντα. Η ταινία, δημιουργεί σκηνές – στίγματα, που με την σειρά τους κάνουν το πρόσκαιρο σοκ που προκαλεί η είδηση, μόνιμο πανικό που δημιουργεί η τέχνη.

ντοκιμαντερ3

Οι πρόσφυγες συρρέουν και πεθαίνουν πριν καν καταλάβουν τί είναι αυτό που αναζητούν. Ψάχνουν να φύγουν από τις μακελεμένες χώρες τους, ψάχνουν να κρυφτούν από τους πνίχτες του ιμπεριαλισμού, ψάχνουν να σωθούν σε ένα ευρωπαϊκό παράδεισο τόσο ψευδή, τόσο μακρινό, τόσο στέρφο, τόσο αδιάφορο, τόσο βαθιά νυχτωμένο. Ο πόνος του «άλλου», του πρόσφυγα «άλλου», είναι πανταχού παρόν και ακούγεται θλιβερά στους κατοίκους της Λαμπεντούζα, μέσα από τους ασύρματους των διασωστικών πλοίων, μέσα από τα παιχνίδια των ανέμελων μα και νευρωτικών παιδιών, μέσα από το στρώσιμο του σεντονιού μιας μοναχικής ηλικιωμένης, μέσα από τα τραγούδια ενός περιφερειακού και θλιβερού ραδιοφώνου, μέσα από το παραδοσιακό μουσικό θέμα των τίτλων. Η Ευρώπη μπορεί να μοιάζει εύρωστη μα είναι αυτό που την κάνει ακόμη πιο δολοφονική για όλους. Οι κάτοικοι της Λαμπεντούζα, κάτοικοι της Ευρώπης, μοιάζουν κι αυτοί απόμακροι και αμίλητοι, μοιάζουν κι αυτοί να ψάχνουν το όνειρο και την λύτρωση, είναι και τούτοι πρόσφυγες αναζητώντας κάτι. Η Μεσόγειος ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένα εργαστήριο εξόντωσης, ένας θάλαμος αερίων. Θάλασσα μαύρη από τον θάνατο τόσων και τόσων ανθρώπων. Από την άλλη το νησί που μαραζώνει, ξεχασμένο από την υφήλιο. Μια ασμίλευτη πέτρα που υποδέχεται ανθρώπινες ζωές για να τις κρύψει από την ιστορία.

Θάλασσα και ξηρά λοιπόν. Δυο ασύνδετοι τόποι, δυο ασύνδετες καταστάσεις, και μια γκάμα ασαφέστατων πλάνων αδιαφορίας και ανθρωπιάς, άγνοιας και αλληλεγγύης. Φαινομενικά κανένα σημείο σύγκλισης. Και όμως λεπτό το λεπτό, και όσο φτάνουμε στο τέλος της ταινίας, κατανοούμε τον στόχο της. Το κεφάλι έχει ήδη ταρακουνηθεί, ο ψυχισμός ήδη φλέγεται και η ζώσα πραγματικότητα είναι πάλι μπρος μας. Και η ανάγνωση μας από θολή, βρίσκει διαδρόμους σαφήνειας. Μπορούμε να δούμε τα πράγματα και πάλι κάπως κατάματα.

ντοκιμαντερ4

Σε τούτο το σιωπηλό ταξίδι που δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα, η κινηματογραφημένη εικόνα φτάνει και παραφτάνει για να αποδείξει την ανθρώπινη κατάπτωση, όπου και ο θάνατος μοιάζει συνήθειο. Σε τούτο το σιωπηρό φιλμ, είσαι σίγουρος πως ακούς κραυγές. Κραυγές απελπισίας, ανησυχίας και θανάτου. Όχι μονάχα των προσφύγων μα, όπως είπα, και της αδιάφορης συνείδησής μας. Ο κόσμος πάει κατά διαόλου, είναι στα πρόθυρα καταστροφής, έχει κυριαρχήσει μια παγκόσμια ασθένεια πάνω σε όλους και όλα. Και εκεί τα οδυνηρώς ποιητικά και ενίοτε αμείλικτα πλάνα της ταινίας, μας κάνουν να αναριγούμε που οδεύουμε και εμείς μαζί του σε αυτό το τελικό σπαραγμό.

Η φωτιά σιγοκαίει μα δεν φαίνεται! Την βλέπει κανείς; Την βλέπεις κανείς; Είδατε; Κανείς δεν την βλέπει. Κι όμως είναι εκεί, πίσω και μπρος από τον ορίζοντα. Φωτίζει για να μην επιτρέψουμε την κατάντια, τον φόβο, την λήθη. Ζητά να την πάρουμε από την θάλασσα και να την επιστρέψουμε στους ανθρώπους για να θυμηθούν και πάλι την δημιουργική τους δουλειά. Η ταινία δεν αλλάζει τον κόσμο. Ο άνθρωπος που σκέφτεται το κάνει αυτό.

ντοκιμαντερ5

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).