Οι ναζί «παραβιάζουν την τάξη που διέπει το ανθρώπινο είδος»

Μια αναφορά στην Χάννα Άρεντ

| 11/04/2019

Σαν σήμερα 11 Απρίλη 1945 απελευθερώθηκε το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ.

Σαν σήμερα 11 Απρίλη 1987 έδωσε τέλος στην ζωή του ο Πρίμο Λέβι που έζησε και επέζησε του στρατοπέδου εξόντωσης του Άουσβιτς και που έγραψε γι’ αυτό, αναρωτώμενος «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος».

Σαν σήμερα 11 Απρίλη 1961 ξεκίνησε η δίκη του ναζιστή Άντολφ Άιχμαν, κυρίως γνωστός ως ο υπεύθυνος για την μαζική εξόντωση των εβραίων.

Η 11 Απρίλη θυμίζει ναζισμό.

Υπενθυμίζει ταυτοχρόνως ανελέητα τα ανεπίλυτα ζητήματα της ανθρωπότητας. Ζητήματα που δεν δύναται να λυθούν σε αίθουσες δικαστηρίων -όπως και δεν έγινε- αλλά στις συνειδήσεις.

Γιατί η δίκη του ναζιστή Άιχμαν αποτέλεσε ηθικό παράδοξο: το ισραηλινό δικαστήριο επέλεξε να μην σταθεί στο ύψος του όπως όφειλε, που δεν είναι άλλο από αυτό της ανθρωπότητας. Είναι δικαστήριο άλλωστε και όχι ανθρωπότητα. Είναι άλλες οι κλίμακες και διαφορετικές οι δυναμικές τους.

Αντί να δικάσει το ναζισμό εν συνόλω δίκασε μονάχα έναν εγκληματία του -σάμπως και η τύχη εκατομμυρίων ανθρώπων θα ήταν διαφορετική δίχως αυτόν-.

Αποτέλεσμα του ιδιάζοντος τούτου –ηθικής, πολιτικής και συνάμα νομικής φύσης- ξεπλύματος μας μπερδεύει ως σήμερα. Αμφιβάλλουμε. Δυσκολευόμαστε στο τι να κοιτάζουμε: τα δέντρα ή τα δάση. Το φασισμό περιρρέων και ακμάζων ή μονάχα τις κατά περίπτωση εκφάνσεις του και απειλές του –που κανείς δεν αμφισβητεί για το αν και πως πρέπει ακαριαία κι αυτές να απαντώνται από την προοδευτική ανθρωπότητα-.

Αλλά υπάρχει κάτι άλλο που πονάει. Η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ μας θυμίζει τι είναι αυτό: Η δίκη ως ενιαία διαδικασία «…μας βοηθάει να δούμε σε βάθος όλη την ηθική παρακμή που έφεραν οι ναζί στην αξιοσέβαστη ευρωπαϊκή κοινωνία, όχι μόνο στην γερμανική αλλά σε όλων σχεδόν των χωρών, όχι μόνο στους θύτες αλλά και στα θύματα. Ο Άιχμαν, σε αντίθεση προς άλλους ναζί, έβλεπε πάντα με δέος την «υψηλή κοινωνία» και η ευγένεια με την οποία συμπεριφερόταν συχνά σε γερμανόφωνους εβραίους αξιωματούχους ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια τού ότι αναγνώριζε πως είχε να κάνει με ανθρώπους κοινωνικά ανώτερους του. Πίστευε με πάθος μέχρι τέλους στην επιτυχία, στο κυριότερο χαρακτηριστικό της «υψηλής κοινωνίας» όπως την γνώριζε. Χαρακτηριστική είναι η τελευταία του λέξη για τον Χίτλερ: «Ένα είναι αναμφισβήτητο: ο άνθρωπος αυτός κατάφερε από υποδεκανέας του γερμανικού στρατού να γίνει Φύρερ, ηγέτης ενός λαού σχεδόν 80 εκατομμυρίων… Και μόνο αυτή του η επιτυχία μου απέδειξε ότι έπρεπε να του υποταχθώ». Η συνείδηση του ησύχασε πράγματι όταν είδε ότι η «υψηλή κοινωνία» αντέδρασε με τον ίδιο ζήλο και προθυμία όπως αυτός (σημ. δική μου: στην εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων). Δεν χρειάστηκε «να κλείσει τα αυτιά του στην φωνή της συνείδησης», όχι επειδή δεν είχε ίχνος συνείδησης, αλλά επειδή και η συνείδηση του μιλούσε με «ευυπόληπτη φωνή», με την φωνή της ευυπόληπτης κοινωνίας γύρω του.[…]

(Κατά την περίοδο) […] «που τα εγκλήματα ήταν νομιμοποιημένα από το κράτος», και το να είσαι νομοταγής δεν σημαίνει απλώς να υπακούς στους νόμους, αλλά να ενεργείς σαν να έχεις εσύ θεσπίσει τους νόμους με βάση τους οποίους ενεργείς. Από εκεί προέρχεται και η πεποίθηση ότι πρέπει να κάνουμε ακόμη περισσότερα από όσα λέει η φωνή του καθήκοντος.

[…] Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν και ότι οι περισσότεροι τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί (σημ. δική μου: προσοχή στις λέξεις που χρησιμοποιεί η Άρεντ: «φοβερά» και «τρομερά» φυσιολογικοί…). Το γεγονός ότι είναι φυσιολογικοί είναι ακόμη πιο τρομακτικό από όλες τις θηριωδίες γιατί υποδεικνύει ότι αυτός ο εγκληματίας νέου τύπου, διαπράττει τα εγκλήματα του σε συνθήκες στις οποίες αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό.» [1]

Όταν λοιπόν «ο μηχανισμός εξοντώσεως είχε σχεδιαστεί και τελειοποιηθεί σε όλες τις λεπτομέρειες του»,

«ο θάνατος μετατράπηκε σε καθημερινή εμπειρία» γινόμενος «μέρος του γερμανικού δικαίου»,

«τα εγκλήματα διαπράχθηκαν, και μπορούσαν να διαπραχθούν μόνο, υπό την προστασία ενός εγκληματικού νόμου και από ένα εγκληματικό κράτος» σε ένα «κράτος δηλαδή που θεμελιώνεται σε εγκληματικές βασικές αρχές»,

κάνοντας εν τέλει τους ναζί «υπεράνθρωπα απάνθρωπους» και δίχως «λειτουργία της ανθρώπινης κρίσης», είναι αφελές να αμφιβάλλουμε πλέον. Είναι γεγονός: ο ναζισμός δεν είναι μια παρένθεση του 20ου αιώνα. Δεν αποτελεί μια φετιχιστική διαστροφή ηλιθίων, βλακωδών, βίαιων και σκατόψυχων ατόμων.

Επιβεβαιώνεται πιθανόν αντιθέτως μια επαναλαμβανόμενη ιστορικά, σύγχρονη κοινωνικά, μόνιμη ψυχικά και σωματικά απειλή για το σύνολο της κοινωνίας.

Είναι υποκριτικό να απορούμε γιατί υπάρχουν ακόμη ναζιστές: η ακραία βαναυσότητα, ωμότητα και φρίκη δεν είναι παρά κάτι το τόσο συνηθισμένο, ρηχό και όπως έθετε η Άρεντ κοινότυπο. Και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, πράγματι, ακόμη πιο ακραία απειλητικό. Υπάρχει το πλαίσιο, πάντα υπήρχε. Μια συστέλλεται, και παίρνουμε ανάσες, και μια διαστέλλεται, και ξεφυσάμε, αλλά έτσι μονάχα λειτουργεί με συστολές και διαστολές για να παράγει αίμα (αίμα και κυριολεκτικά) και σε αυτό το πλαίσιο ζούμε, αμφότεροι: οι δυνητικοί θύτες και τα δυνητικά θύματα…

Η 11 Απρίλη θυμίζει ναζισμό. Θυμίζει ωστόσο ταυτόχρονα πως κρατάει στην επικαιρότητα πιθανόν και ως συλλογικό ανθρώπινο καθήκον μια φράση της Χάννα Άρεντ πως οι ναζί «πρέπει να διωχθούν επειδή παραβιάζουν την τάξη που διέπει το ανθρώπινο είδος» και στην συνέχεια ίσως οφείλουμε πλέον να δούμε ποια είναι η τάξη που όντως θέλουμε να μας διέπει.


[1] Χάννα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, έκθεση για την κοινοτυπία του κακού. εκδ. Νησίδες

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).