Στον θλιμμένο και όμορφο κόσμο του Jim Jarmusch

Σκέψεις για τον πιο αγαπητό και οικείο άνθρωπο του σύγχρονου κινηματογράφου

| 22/01/2018

«Καταβρόχθισε παλιές ταινίες, νέες ταινίες, μουσική, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες, ποιήματα, όνειρα, τυχαίες συνομιλίες, αρχιτεκτονική, γέφυρες, πινακίδες στους δρόμους, δέντρα, σύννεφα, σώματα νερού, το φως και τις σκιές. Επέλεξε μόνο τα πράγματα που μιλούν κατευθείαν στην ψυχή σου. Εάν το κάνεις αυτό, το έργο σου θα είναι αυθεντικό». Στοιχειοθέτηση με υπογραφή Jim Jarmusch. Καμιά επιτήδευση, καμιά υπεροψία, cool όπως ανέκαθεν (σε όλα) είναι, ο ασπρομάλλης τούτος μάγκας κοιτάζει αλλού και προσέχει άλλα πράγματα. Αδιαφορεί για τα κολοσσιαία, εφόσον μπορεί να είναι μάρτυρας μιας απλής κουβέντας. Αδιαφορεί για τα big bang εφόσον μπορεί να βρει άσβεστη λάμψη σε μια «καθημερινή λίστα μπακαλικής», όπως δήλωνε ο ποιητής του William Carlos Williams.

Ο Jim Jarmusch έκανε εξαρχής την σωστή επιλογή. Εναντιώθηκε στον μεγαλεπήβολο κινηματογράφο. Στο κάθε τι επιβλητικό και πομπώδες. Στο τερατώδες. Περνάει δίπλα μας και μας λέει «χαίρεται». Μέσα στο φλύαρο και παραφουσκωμένο μας νευρωτικό μικρόκοσμο μας υπενθυμίζει ό,τι αμελούμε να συγκρατήσουμε: τα όμορφα, τα οικεία, τα γλυκά. Τα αυθεντικά. Ταυτόχρονα δεν μας ξεγελάει: Θυμάται την πίκρα, θυμάται και την επίγνωση της. Με σπάνια ειλικρίνεια, ευγένεια, χιούμορ καταγράφει την ζωή μας. Είναι ο πιο αγαπητός και οικείος άνθρωπος του σύγχρονου κινηματογράφου. Έτσι επιβάλλεται. Ως φίλος.

jarmusch-003


Ποιητής του ανθρώπου


«Κάθε τι, είναι χρήσιμο υλικό για την ποίηση. Οτιδήποτε. Το έχω δηλώσει επανειλημμένα» λέει ο William Carlos Williams. Ο Jarmusch αγαπάει τούτον τον στοχασμό: βρίσκει τα πιο απρόβλεπτα και απροσδόκητα υλικά, τα αγγίζει, τα εμψυχώνει και τα μετατρέπει σε ταινίες. Το έργο του είναι ένας κώδικας ηθικής. Μια οπτική της κατάστασης των πραγμάτων σε άλλη κλίμακα: ανθρώπινη (αν και δυστυχώς έχει χάσει και αυτή η λέξη το νόημα της τόσο λάστιχο που την κάνανε. Όλοι ανθρώπινοι δηλώνουν). Το έργο του αποτελεί ριζοσπαστική στάση και τοποθέτηση. Πολιτική η προσέγγιση του. Η τέχνη του είναι το ξεροκατάπημα του διπλανού ανθρώπου ή το χάδι του χτυπημένου εραστή. Το ανθρώπινο και κοινωνικό μακελειό συνεχίζει αδιάλειπτα μα ο Jarmusch ως εμπροσθοφυλακή μας οδηγάει στο να το ξεφορτωθούμε. Κοιτάζει τον κόσμο να διαλύεται πίσω από ένα παράθυρο σκαρφίζοντας μικρά χαικού. Δεν αγνοεί, δεν παρακάμπτει την μιζέρια. Την ταπεινώνει απλώς. Με απέριττα κινηματογραφικά στιχάκια. «Είναι προτιμότερο να γυρίσω μια ταινία για κάποιον που βγάζει βόλτα το σκυλί του, παρά για τον αυτοκράτορα της Κίνας». Ορίστε το έπος κατά Jarmusch. Ο άνθρωπος και το σκυλί του. Αυτό με μια λέξη λέγεται δημοκρατικότητα. Αφηγείται την στοργή και την ευαισθησία. Δεν σκαμπάζει από θριάμβους και δόξες. Από το δέος και το απόλυτο. Ρομαντισμός τέλος. Ο Kaurismaki ανταποκρίνεται στον χαιρετισμό του από την παγωμένη Νορβηγία, ο Truffaut ομοίως από την ιστορία και ο Williams από το Paterson ή το χώμα. Έχει κάποια σημασία; Μονάχα οι εραστές μένουν ζωντανοί, άλλωστε.

Ο Jarmusch, σε όλη του την πορεία, είναι ακραία σταθερός στις ιδέες του, στο ύφος του, στην ανεξαρτησία του. Δεν μπορείς να του αρνηθείς πως οτιδήποτε κάνει, ταυτόχρονα είναι. Και αυτή του η ενιαία συγκρότηση κατοχυρώνει εμπιστοσύνη. Θέλοντας και μη, τον αγαπάς.

jarmusch-002


It’s a sad and beautiful world


Την τελική σεκάνς του «Καφέ και τσιγάρα» δεν την ξεχνώ: μια απόκοσμη και πανέμορφη μουσική σύνθεση ακούγεται από τα… ύστερα (του κόσμου). Δυο ηλικιωμένοι χαμογελούν. Ίσως δεν διακρίνεται εύκολα στα χείλη. Στα μάτια τους ωστόσο σίγουρα. Μικρή λεπτομέρεια, μεγάλη όμως κουβέντα. Μήτε το ζευγάρι από την Ιαπωνία που προσμένει το «μυστήριο τρένο» του: οι βαλίτσες τους αντέχουν να στοιβάξουν τα μικρά και αδιάφορα πράγματα τους. Η κοπέλα στο πάτωμα του δωματίου ενός φτηνού ξενοδοχείου ζωγραφίζει ένα κατακόκκινο χαμόγελο με το κραγιόν της στο πρόσωπο του μονίμως ανέκφραστου και θλιμμένου εραστή της. Αναρωτιέσαι: τι έγινε εκείνο το τρένο; Θυμάμαι τον δολοφόνο να προσμένει σε ένα καφενείο της Αλμερία τον σύνδεσμο του. Παραγγέλνει δυο καφέδες σε διαφορετικές κούπες: καταφέρνει να «ελέγξει τα όρια του» γιατί η αποστολή του είναι πολύ σημαντική. Δεν είναι φονιάς αλλά μάλλον καλλιτέχνης και εκτελεί όσους ορίζουν την ανθρώπινη ζωή σε εμπορικές αξίες. Θυμάμαι τον μοναχικό Αδάμ στο «Only lovers left alive» να στοχάζεται αιωνίως. Δεν βιάζεται, δεν αγωνιά μπρος στον χρόνο. Καθισμένος σε ένα καναπέ δημιουργεί την μουσική όλης της ανθρωπότητας συγκρατώντας την Εύα το κίνητρο ζωής στην αγκαλιά του. Ο «Νεκρός» συνεχίζει να κοιτάζει στωικά το άπειρο. Ποιεί ήθος σε μια ανήθικη εποχή. Ο πολιτισμός παροδικός. Ο άνθρωπος σμιλευμένος στην φύση. Δεν ξεχνώ ούτε εκείνους τους τρεις τύπους που «καταδιώκονται από τον νόμο». Που ωστόσο δεν τα καταφέρνουν και συλλαμβάνονται. Μα όπως και στις ελεύθερες (αν και) απελπισμένες μέρες τους, συνεχίζουν να μην έχουν ανάγκη από φανφάρες. Πίσω από τα κάγκελα της φυλακής απαιτούν χορεύοντας ένα παγωτό. Εξεγείρονται. Αποδρούν. Η ελευθερία δεν καταπνίγεται. Όσο θλίψη και αν προκαλεί ο κόσμος, όμορφος παραμένει.

Αυτός είναι ο Jarmusch. Αναδεικνύει ενσταντανέ ζωής που μέσα τους κρύβουν βαρύτητα. Αναδεικνύει εμάς τους ίδιους. Όχι τους «καθημερινούς», όχι τον «κοινούς» (όπως για χάρη της γλώσσας λέμε συχνά) μα τον έναν και μοναδικό άνθρωπο: Χαρακτήρες λαϊκών τάξεων, «άστεγοι», περιθωριακοί, μοναχικοί οδοιπόροι σε κάθε πλάνο και σκηνή του. Τόσο σεμνοί, τόσο τρυφεροί, τόσο κλονισμένοι μα όρθιοι. Με τα κουσούρια και τις ομορφιές τους. Και αναρωτιέσαι: Από πότε και γιατί θεωρείται προνόμιο και προσόν η σκληρότητα, η χοντροπετσιά, η ψυχρότητα; Η τεχνοκρατική αντίληψη που προγραμματίζει την συνείδηση; «Πάντα ένιωθε σαν μετανάστης στην εφηβική του ζωή [λόγω των άσπρων του μαλλιών]. Ήταν ένας μετανάστης –ένας ευγενικός και γοητευτικός ξένος-. Και όλες οι ταινίες του είναι γι’ αυτό», θα δηλώσει ο Tom Waits, για τον φίλο του. Ο Jarmusch δεν αφηγείται το ασήμαντο. Μα το μοναδικά σημαντικό. Κλισέ δεν είναι άλλωστε ο άνθρωπος μα η αυταπάτη μιας ανύπαρκτης ζωής που σερβίρει ανέμπνευστα το Hollywood. Ο Jarmusch μυθοποιεί τον άνθρωπο. Επαναφέρει την ισορροπία. Καταργεί αισθητικά την εξουσία.

jarmusch-004


Ενάντια στις αξίες του αμερικάνικου κινηματογράφου


Το 1982, προετοιμάζει το «Stranger than paradise»: η δεύτερη ταινία του δεν θα είχε ολοκληρωθεί αν δεν του είχε κάνει δώρο ο Wim Wenders το λιγοστό περισσευούμενο ασπρόμαυρο φιλμ της οργισμένης ταινίας του «Η Κατάσταση των πραγμάτων». Αυθεντικός συνάδελφος. Και καθοριστικός από ό,τι φάνηκε. Ο Jim ακολούθησε την λογική του Wim δίχως στραβοπατήματα κάνοντας έκτοτε χειροποίητες ταινίες και αρνούμενος κάθε στουντιακή εξάρτηση. «Οι άνθρωποι που χρηματοδοτούν ταινίες, που διανέμουν ταινίες, που προωθούν ταινίες και που «εκθέτουν» ταινίες δεν είναι κινηματογραφιστές. Και οι κινηματογραφιστές δεν πρέπει να τους επιτρέψουν να τους υπαγορεύσουν τον τρόπο που γίνεται μια ταινία. Ας έχουν, καλού κακού, μαζί τους και κανένα όπλο». Για άμυνα ή για επίθεση, άραγε; Στην δομική απελπισία που χαρίζει το σύστημα, στις αλλοτριωτικές συμπεριφορές και τις ξεπουλημένες ή μεγεθυμένες αξίες, όπλο αναμφίβολο αποτελεί η υπεροχή της ομορφιάς του ανθρώπου. Έτσι μάλλον είναι: Όπου ο παλιός κόσμος ψυχορραγεί μα συντηρεί ταυτόχρονα πολλές από τις παγίδες και τις αυταπάτες του, στο ύφος του Jarmusch, στις ιδέες του Jarmusch, στα συναισθήματα του Jarmusch, στους χαρακτήρες του Jarmusch, σε αυτές τις τόσο παράδοξες και ιδιόμορφες ιστορίες του θα βρούμε μεθόδους όχι απλά για να παραμείνουμε όρθιοι μα για να τις υπερβούμε κάνοντας βήματα μπροστά.

Θυμάμαι την ασυγκράτητα ειλικρινή πόλη του «Paterson» να επιβεβαιώνει και να θεμελιώνει την αγάπη μας για το παρόν, το άμεσο, την συντροφικότητα, την ζωή. Θυμάμαι το εργαζόμενο εκείνο ζευγάρι να μοιάζουν με διαμάντια στον κοινωνικό σκουπιδότοπο. Την γοητεία και την δύναμη στις αγκαλιές τους… Γράφει σε ένα ποίημα του: «οι παλιές ιδέες/ φορεμένες πλέον σαν ρούχα/ θα εξισορροπηθούν δίχως διάθεση απολογίας/ από τις πιο απαλές συγχορδίες της μουσική τους».


Αυθεντικά ή μη, πάντοτε εμπνευσμένα τα poster της φιλμογραφίας του


Το αρχικό κείμενο γράφτηκε με αφορμή την πρεμιέρα του «Paterson» στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβρη του ’16 (02.11.2016). Έκδοση αναθεωρημένη -αν όχι τελική- τον Γενάρη του ’18.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).