«Make the economy scream» του Άρη Χατζηστεφάνου

Η Βενεζουέλα και η ανάγκη της εποχής μας

| 05/03/2019

«Το πρόβλημα είναι ότι ο σοσιαλισμός εφαρμόστηκε ευλαβικά στην Βενεζουέλα» δηλώνει στον Λευκό Οίκο ο Trump μπροστά στις τηλεοράσεις του με μια ηλίθια σιγουριά και σοβαροφάνεια. Καταρχήν με αυτή την δήλωση ένας υγιής νους σκέφτεται πως το κύριο πρόβλημα είναι που μιλάει. Και που μιλάει με θράσος ένας πρόεδρος των ΗΠΑ όχι για το ογκωδέστατο πρόβλημα της δικής του χώρας του αλλά για μια άλλη χώρα. Λες και είναι πρόεδρος της. Λες και του ανήκει. Ή μήπως αυτό συμβαίνει; Μήπως τελικά αυτό το ερώτημα πρέπει να θέσουνε μπροστά τους οι λαοί; Οι λαοί που προφανώς δεν έχουνε τα ίδια συμφέροντα με τα συμφέροντα των πετρελαιάδων; Μήπως δηλαδή δείχνουνε αρκετή ανοχή όπως στις πράξεις έτσι και στα λόγια τους; Μήπως τελικά τους παραδίνεται σιωπηρά το δικαίωμα να μπορούνε να μιλάνε λες και ο κόσμος τους ανήκει; Σε ένα τοίχο του Καράκας βλέπουμε το κουβανικό επαναστατικό σύνθημα «Εδώ κανείς δεν παραδίδεται!»

Ας προσπεράσουμε ωστόσο τούτα τα ερωτήματα, ερωτήματα που εγείρονται λόγω του ντοκιμαντέρ αλλά δεν ενδιαφέρουν διόλου όποιον αδιαφορεί για τη παγκόσμια κοινωνική κατάσταση. Πόσο μάλλον για όσους θεωρούν τους Βενεζουελάνους πως δεν δικαιούνται να έχουν γνώμη επί των υποθέσεων τους αλλά δεν τρέχει και τίποτα αν θα τις παραδώσουν στους νταβατζήδες. Πολύ καλά γνωρίζει σίγουρα όμως και ο πλέον πολιτικά αδαής πως οι δηλώσεις των κρατικών παραγόντων των ΗΠΑ δεν είναι απλά λόγια. Είναι statements παραβίασης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Statements πολέμου. Κι αν υπάρχει ανοχή για κάποια χιλιόμετρα μακρύτερα, κανείς δεν μπορεί να βάλει το χέρι του στην φωτιά πως σύντομα δεν θα υπάρξει παρόμοια ανοχή καθώς θα συμβαίνει μπρος στο τραπέζι μας. Όταν μιλάει για «πρόβλημα» ένας Αμερικάνος πρόεδρος δεν έχουμε απλά μια υποψία αλλά είμαστε απολύτως σίγουροι πως δεν αναφέρεται παρά στο πραγματικό πρόβλημα που τους δημιουργείται από την ύπαρξη λαών και κρατών που δεν αποδέχονται -με τους όρους που τους επιβάλλονται τουλάχιστον- να τους παραδίδουν τσάμπα τους πλουτοπαραγωγικούς τους πόρους.

Θα πει κάποιος πως αφού όλα είναι γνωστά τι χρειαζόμαστε άραγε μια τέτοια υπενθύμιση που κάνει ο Χατζηστεφάνου; Ε γιατί ενώ είναι όλα γνωστά είναι από την άλλη επίσης σούπα στο κεφάλι μας. Αποσπασμένα, μη συνεκτικά, θραύσματα γεγονότων. Δεν έχουμε όλη την αλυσίδα παραγωγής: Παραγωγής πραξικοπημάτων, πολιτικών, διπλωματικών και οικονομικών απειλών, επιβολών και εισβολών. Για την σούπα έχουν προνοήσει τα media που δείχνουν μια χώρα –σήμερα την Βενεζούελα- σαν την «κόλαση επί της γης» με μια σειρά ακρότητες και άλματα πολιτικής αλητείας επικουρώντας σε αυτή η δικαιολογημένη άγνοια του κόσμου επί της οικονομίας και των πολιτικών επιδιώξεων, συμφερόντων και τακτικών των όσων την βλέπουν αφεντικά. Σε αυτό απαντάει ο Χατζηστεφάνου. Συνδέει τα γεγονότα, τα τεκμηριώνει, τα επεξηγεί δίχως να προπαγανδίζει αφηρημένα τις απόψεις του και τα φέρνει για πολιτική συζήτηση και λαϊκή καταγγελία.

Ας επιστρέψουμε όμως σε κάτι άλλο που μας δίνει το ντοκιμαντέρ για σκέψη: Το αν έχει ή όχι σοσιαλισμό μια χώρα. Που πράγματι μονάχα από τους εχθρούς του δεν δικαιούται να κρίνεται. Αν και φυσικά έχουν τους δικαιολογημένους φόβους τους όπως και τους μύχιους πόθους τους μπροστά σε αυτή την δυνητική τροπή που επιφέρει αυτή η φημισμένη 300χρονη λέξη. Δεν τους λείπει προφανώς η εξυπνάδα. Αντιθέτως είναι πανέξυπνοι: Το κάθε πεντάγωνο γνωρίζει άριστα πότε έχει μια χώρα σοσιαλισμό και πότε όχι. Έχουν διττό στόχο, τόσο διττό όσο και φόβο μπροστά του. Έτσι καθώς κυρίως τον δαιμονοποιούν εκ των προτέρων για αποφυγή κάθε δυνητικής μελλοντικής υιοθέτησης του (απλά: τρομοκρατώντας τον κόσμο σε παγκόσμιο επίπεδο και απειλώντας τον να την ξεχάσει έστω και ως όνειρο), γνωρίζουν ταυτόχρονα πως όταν ένα ρυάκι όντως ρέει μπορεί και να μεγαλώσει λιγάκι παραπάνω. Και τα συμφέροντα τους να τα πάρει και να τα ξεβράσει ανικανοποίητα. Είναι πανέξυπνοι επίσης γιατί γνωρίζουν καλά την Λατινική Αμερική. Και γνωρίζουν όπως να την βιάζουν έτσι και να την εξαγοράζουν. Ο Έλληνας επίσης πρέπει να γνωρίζει και πώς τον βιάζουν και πώς τον εξαγοράζουν. Οι Λατινοαμερικάνοι ωστόσο γνωρίζουν επίσης να αντιδρούν. Κάτι που μάλλον πρέπει να γνωρίζει και ο κάθε ευρωπαϊκός λαός. Οι ιστορίες μας άλλωστε ταυτίζονται. Παραδείγματα υπάρχουν μέχρι και από την «σταθερή» και «ανεπτυγμένη»… Ολλανδία. Είναι απλός ο λόγος λοιπόν που αξίζει η ταινία: αφού λοιπόν από την μία τα αφεντικά είναι πανέξυπνα, από την άλλη τα ντοκιμαντέρ, ο κινηματογράφος, οι τέχνες γενικότερα και η συλλογική έκφραση γνώμης ακόμη γενικότερα οφείλει και να παραδέχεται την εξυπνάδα τους και να τους την φέρνει μπούμερανγκ. Αυτό κάνει η νέα ταινία του Χατζηστεφάνου. Δίνει εργαλεία τεκμηρίωσης στην πραγματικότητα που σερβίρεται. Και έτσι να μην τρώγεται το τυράκι.

Το 1973 στην Χιλή και καθώς ο Αλιέντε προσπαθούσε να κρατήσει την χώρα του ελεύθερη από τις πιέσεις των ΗΠΑ και λίγο πριν επιβάλλουν –και δικαιολογήσουν την επιβολή του οι τελευταίες- τον Πινοσέτ, ο τότε Trump με το όνομα Nixon παρέα με τον Κίσινγκερ έβαλε σε εφαρμογή ένα νέο δόγμα –και όπως μαθαίνουμε από το ντοκιμαντέρ ξεκάθαρα δοκιμασμένο και παλαιάς κοπής- που δημιουργούσε τις οικονομικές συνθήκες εσκεμμένης κρίσης και διάλυσης της εθνικής οικονομίας ενός κυρίαρχου κράτους και κατά συνέπεια της τεχνητής φτωχοποίησης του λαού του. Έτσι ώστε να δικαιολογηθεί κάθε έξωθεν επέμβαση έχοντας δυνητικά και τον λαό με το μέρος της. Αυτό το δόγμα συνοψίστηκε σε μια εντολή: «Make the economy scream». Να πως πήρε το τίτλο του ντοκιμαντέρ που όμως δεν είναι απλά τίτλος. Γιατί το να κάνεις την οικονομία ενός άλλου κράτους να ουρλιάζει δεν είναι κάτι που συμβαίνει σήμερα και μονάχα στην Βενεζουέλα. Μα αύριο μεθαύριο σε κάθε κράτος που οι έμποροι των εθνών έχουν συμφέροντα και προσδοκίες και οι λαοί από την άλλη ιχνηλατούν άλλους δρόμους.

Ο Χατζηστεφάνου λοιπόν για να ορίσει, να μελετήσει, να αποδείξει και να παράξει πολιτική άποψη συνδέει την κλωστή. Παίρνει ένα ένα τα «επιχειρήματα» της προπαγανδιστικής «γραμμής» των ιμπεριαλιστών, την φέρνει ολόκληρη στην πραγματικότητα, επί τόπου –άλλος ένας λόγος που αποτελεί το έργο του σημαντική δημοσιογραφία: το συνεργείο είναι όντως στην Βενεζουέλα και όχι ταμπουρωμένο σε κάποιο μιντιακό «Λευκό Οίκο»-, τα παραδέχεται και τα απογυμνώνει ένα ένα μέσα από τις ίδιες τους τις αντιφάσεις και τις πλαστές τους και σαθρές τους «αλήθειες». Αυτό λέγεται διαλεκτική. Μια μέθοδος τόσο παλιά αλλά και τόσο ξεχασμένη. Ωστόσο τόσο αυταπόδεικτα χρήσιμη. Αποδείχνει πως σε γεωπολιτικά επίπεδα τίποτα δεν είναι νεολογισμός όπως παρομοίως τίποτα δεν γίνεται πολιτικά και οικονομικά ανιδιοτελώς. Αποδείχνει την κλασική συνταγή αναπαραγωγής των ίδιων μέσων για τους ίδιους στόχους. Είτε στην Χιλή του 1973, είτε στην Νικαράγουα της δεκαετίας του ’80, είτε στην Βενεζουέλα το 2019 είτε στην Ταδεχώρα του 2035. Το μέσο παραμένει «η οικονομία να ουρλιάξει» και ο στόχος να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της οικονομίας των στραγγαλιστών. Κι αν υπάρχουν νεκροί μπορεί να είναι παράπλευρες απώλειες της «ανθρωπιστικής βοήθειας»…

Το «Make the economy scream» είναι ακριβώς έκφραση της σύγχρονης γενικευμένης πολιτικής διαπάλης της εποχής μας: Από την μία οι ανάγκες και η τακτική των παγκόσμιων αφεντικών και από την άλλη των λαών που σκέφτονται πως δεν τους έχουν καμία απολύτως ανάγκη. Η ταινία λοιπόν ως βασικά μαθήματα οικονομίας, διπλωματίας και πολιτικής στάσης κρίνεται και προτείνεται: για όσες χώρες βρίσκονται υπό την επιρροή και την αποδοχή του ιμπεριαλισμού και κυρίως για όσες προσπαθούν ή σκέφτονται να προσπαθήσουν να αντιδράσουν. Άλλωστε ο Χατζηστεφάνου δηλώνει μετά από μια σειρά κατάρριψης των κλασικών σαν καραμέλα επιχειρημάτων των ΗΠΑ και σία πως το πρόβλημα δεν είναι ο σοσιαλισμός αλλά η απουσία του. Ότι οι κυβερνήσεις της Βενεζουέλας δεν έχουν τολμήσει το αναγκαίο άλμα που θα τους κάνει ίσως πραγματικά να «ουρλιάξουν».

Η αλήθεια για τον λαό –και για την πραγματικότητα- είναι γνωστό άλλωστε πως βγαίνει στο φως όταν αποδείχνεται και τεκμηριώνεται το ψέμα αλλά και το τέλμα της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας. Ο Χατζηστεφάνου να κερδίσει κάτι ο ίδιος δεν έχει όπως και κανείς άλλος που στρέφεται ενάντια στους έχοντες συμφέρον να ληστεύουν λαούς και έθνη δεκαετίες τώρα. Είναι σαφώς αυταπόδεικτο πως όποιος παίρνει μια θέση ενάντια τους –θέση πολιτικής και ηθικής φύσης που εκτιμιέται αναλόγως από τους καλο(και κακό)προαίρετους- μάλλον γνωρίζει άριστα πως κάθε «ανθρωπιστική βοήθεια» δεν αποτελεί παρά μια ευλαβική προσπάθεια δημιουργίας προτεκτοράτων με ή χωρίς μελλοντικούς Πινοσέτ και αρχιδολοφόνους. Αυτό είναι το πρόβλημα. Και σε αυτό το πρόβλημα προσπαθεί το ντοκιμαντέρ να απαντήσει και κυρίως να αντιδράσει. Τα καταφέρνει ίσως περισσότερο από τα λόγια –μιας και εικόνα- και ίσως λιγότερο από την πραγματικότητα μιας και αυτή κρίνεται και εγγράφεται μέχρι τώρα που μιλάμε…

*Ανταπόκριση από το 21ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η ταινία στην Αθήνα θα προβάλλεται αποκλειστικά στο Τριανόν από 7 Μάρτη.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).