Με φόντο το «Ξενία» και την Ακροναυπλία

Το Ναύπλιο σαν καρτ ποστάλ

skyllakos_akronayplia (3)
Γράφει και φωτογραφίζει ο Χρήστος Σκυλλάκος - ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, ΕΥ/ΔΑΙΜΟΝΙΑ - 12/04/2017

Καθιστός στα σκαλιά μπρος στο παλιό Δημοτικό Θέατρο, κοιτάζω την ηλιόλουστη πλατεία του Ναυπλίου. Έχω επισκεφθεί την πόλη πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν έχω κάτι που να με συνδέει μαζί της και ίσως καλύτερα, μιας και βλέπω τα πάντα με τα μάτια του ξένου. Το γεγονός αυτό δεν με εμποδίζει να δω αυτό που ίσως σε άλλους διαφεύγει, η συνήθεια βλέπετε, η οικειότητα, η δοσμένη πραγματικότητα που μπρος της θολώνει η κρίση, δικαιολογείς. Για μένα όλα είναι σαν πρώτη φορά. Και δεν δικαιολογώ τίποτα.

Κοιτάζω λοιπόν την ηλιόλουστη μα και άδεια πλατεία. Απέναντι μου το εστιατόριο «Ελλάς», που 150 χρόνια τώρα συνεχίζει να προσφέρει φαγητό. Στον Θόδωρο Αγγελόπουλο τα πάντα γύρω μου, χρησίμευσαν σαν κινηματογραφικό σκηνικό για τον «Θίασο». Αληθινή τότε. Όμορφη πόλη σαφώς και τώρα. Γραφική που λένε, ανθούσα, τουριστικώς αναπτυγμένη, ολοκληρωμένο ντεκόρ. Δυο κοπελίτσες βολτάρουν ανιαρά με κάτι αλλόκοτα ηλεκτροκίνητα δίτροχα, που χρησιμεύουν για να μην τύχει και φαγωθούν τα παπούτσια τους.

Λίγο νωρίτερα σκέφτηκα να δω την κρυμμένη Ιστορία της πόλης, μια άλλη πλευρά, κάτι το αθέατο, το αποκαλυπτικό ίσως. Ανηφορίζω λοιπόν προς την παραλία της Αρβανιτιάς, όπως την λένε. Στα αριστερά μου ο βράχος της Ακροναυπλίας, φασιστική φυλακή του Μεταξά. Να έχουν οι κρατούμενοι αγνάντι. Στέκεται άκρη άκρη στον βράχο, αγναντεύει και αυτή με την σειρά της, ακόμη και σήμερα που η φυλακή έκλεισε, παραμελήθηκε ιστορικώς, αφέθηκε ρημαγμένη στον σαρκοβόρο χρόνο. Κοιτώ να δω προς ποια κατεύθυνση κοιτάζει. Βλέπω ΤΑΙΠΕΔ. Αποκρατικοποίηση, ιδιωτικοποίηση, αρπαχτή δηλαδή ενός κεφαλαιοκράτη. Και αποτελεί την μοναδική παραλία της πόλης.

Μοιάζει να παραμένει ελεύθερη και ανοιχτή στο κοινό – μας ενημερώνει γι’ αυτό και η κρατική μπλε ταμπέλα: «Παραλία Αρβανιτιάς, Public Beach» -. Η ταμπέλα όμως δεν ενημέρωνε για τους φουσκωτούς μπράβους και το κλαμπάκι με τα neon lights, και με έπιασε εκ του απροόπτου. Σε κοιτάζουν, σε μαρκάρουν. Πίσω Ακροναυπλία, μπρος ευτελής επιχειρηματικότητα. Πολιτιστικά μιλώντας, μηδέν εις το πηλίκο. Τουρισμός, άλλωστε. Αυτό που έχει ανάγκη το κράτος. Κάτω από τα σκαλιά και στις προβλήτες, η παραλία, κόσμος που θα κάνει ήσυχος το μπάνιο του.

skyllakos_xenia (8)

Και ενώ προσπαθώ να πάρω τα μάτια μου από τους άγρυπνους φρουρούς της «δημόσιας παραλίας» για να μην τις φάω, το εκτόπισμα ενός κτηρίου μου κερδίζει, τελευταία στιγμή, το βλέμμα. Συγκλονιστικό. Αγέρωχο. Είναι το «Ξενία». Πρώην (και αυτό) κρατικό (επίσης) ξενοδοχείο. Του ΕΟΤ που πλέον ως μοναδικό του καθήκον ορίστηκε να είναι το κυνήγι του κόσμου που αναγκάζεται και υπενοικιάζει κάποιο δωμάτιο του σπιτιού του για πρόσθετο χαρτζιλίκι, για να ξεπληρώσει τον ΕΝΦΙΑ. Ξενία, λοιπόν. Αρχιτεκτόνημα κλάσης. Διακρίνεται αυτό, ακόμη και ενώ δεν χαμπαριάζω τίποτα από αρχιτεκτονική. Μάλλον αυτή θα είναι και η ουσία της. Να σε κερδίζει ακαριαία. Πέτρα και μάρμαρο σε σύνθεση. Τέχνη και Ιστορία σε σύνθεση αλληλοσεβασμού. Δομημένο ως μοντέρνο πολιτιστικό μνημείο, με το Ναύπλιο ωστόσο να το κοιτάζει ως τρόπαιο του παρελθόντος. Μνημείο, συντρίμμι, ερείπιο. Μοιάζει να το προσπαθεί. Να αγωνίζεται, να αντιστέκεται στην κατάρρευση ή στο γκρέμισμα ή στη πώληση. Τα καταφέρνει μέχρι σήμερα.

Πηδάω κρυφά και βιαστικά την κλειδωμένη καγκελόπορτα. Περνάω στο hall του. Ηλεκτροφόρα καλώδια εκατοντάδων βολτ και γυμνές μπετόβεργες τόνων μοιάζουν να θέλουν να πέσουν στο κεφάλι μου μα περνάω στα ενδότερα. Η ανήσυχη και ανοιχτή βεράντα λούζεται στον ήλιο. Βγαίνω προσεχτικά, παραπατώντας με μια αίσθηση φόβου μα και άγχους μπρος στο μεγαλείο και στην σχεδιασμένη παρακμή του. Άνεμος φυσά. Ποιος το εκτιμά σήμερα, δεν ξέρω. Άστεγοι ίσως. Τιμή του και τιμή τους. Πετρωμένο, σκεπτικό, ρημαγμένο, κοιτάζει αφ’ υψηλού την θάλασσα. Την αξίζει την υπεροψία, στα γεράματα. Το «Ξενία» ήταν και είναι μάγκας.

Κοιτάζω προς τον δρόμο. Λιγοστοί τουρίστες τραβάνε selfies και με κοιτάζουν με περιέργεια και γυρνάνε πάλι στην δουλειά τους. «Τι κάνει αυτός εκεί;» μοιάζουν να αναρωτιούνται. Μπετό, χώμα, κλαδιά, φυτά που έχουν φυτρώσει στις τρύπες και τις χαραγματιές των τοίχων και των δαπέδων, σκουπίδια. Μια παραίτηση. «Τι βρίσκει στην παραίτηση;» Κάποιοι θα σκεφτούν να το καθαρίσουν, να το συντηρήσουν ή με άλλα λόγια να το εκποιήσουν. «Κρίμα…» θα πούνε κάποιοι, «Ποιο είναι αυτό;» θα αναρωτηθούν άλλοι, «Ας το πάρουν να τελειώνουμε» θα ομολογήσουν κάποιοι πιο ρεαλιστές. Στέκομαι στα γκρεμισμένα χαλάσματα και μαζί με τους τουρίστες και τις σκέψεις τους, ταυτόχρονα με κοιτάζει και το Παλαμήδι. Χρωστάω απαντήσεις ίσως. Αποφασίζω τελικά να φύγω.

Ξαναπηδάω τα κάγκελα και κατεβαίνω στην πόλη. Σε λίγο τα φώτα ανάβουν. Αρχίζουν οι μουσικές στα μαγαζιά. Η ζωή λάμπει φαινομενικά γεμάτη εντάσεις και nightlife και το Ναύπλιο, προς τιμή του και τιμή του πλήθους τουριστών αποκαλείται ως μια από τις πιο όμορφες πόλεις της χώρας. Γραφική που λένε, ανθούσα, τουριστικώς αναπτυγμένη, ολοκληρωμένο ντεκόρ. Γοητευτικό. Ταβέρνες, μπιχλιμπιδομάγαζα, τράπεζες, κράχτες και ξεχαρβαλωμένη η ζώνη του ευρώ. Ακόμη να δω κατοίκους. Όταν ανάβουν τα φώτα, σαν να μοιάζουν να κρύβονται. Σαν μνήμες. Σαν σκιές στο Παλαμήδι, στο Ξενία, στην Ακροναυπλία. Στα χαλάσματα, ρε σεις. Στο κλειστό παλιό Δημοτικό Θέατρο, εκεί στα σκαλιά που ξεκίνησα, πίσω από το τζάμι διακρίνω βραβεία πολιτιστικής προσφοράς. Μα μου τρέχουν τα σάλια μπρος σε ένα ζεστό greek mousaka. Μα τι περηφάνια. Εθνική. «Το πείραμα άνθρωπος, απέτυχε» μου λέει ένας Ναυπλιώτης. Ανησυχώ γιατί φοβάμαι πως τον πιστεύω.

Μου αρέσει η ένταση, ο σύγχρονος κόσμος, οι ζώσες πόλεις. Δεν μονάζω. Αλλά εκτιμώ ταυτόχρονα το ανεκτίμητο. Κάποτε ερωτεύτηκα την πόλη. Μιας και δεν μπόρεσα να την αγαπήσω, την χώρισα.


*Νέα επιμελημένη έκδοση άρθρου του συντάκτη δημοσιευμένο παλιότερα στο Monopoli.gr (24.08.2015)

*Οι φωτογραφίες ανήκουν στον συντάκτη