Nicolas Winding Refn, The Neon Demon

Μια φαντασμαγορική μελέτη στον ναρκισσισμό… ακραίως κενή και ναρκισσιστική

| 06/10/2016
★★☆☆☆

«Δεν έχω κανένα πραγματικό χάρισμα. Απλά είμαι όμορφη και μπορώ να βγάλω χρήματα από αυτό», ακούμε το «αθώο» μοντέλο Jesse σε μια θλιβερή τοποθέτηση, κάπου στην αρχή της ταινίας και μπαίνουμε με την πρώτη στο ζήτημα που απασχολεί το έργο. Το ζήτημα της παθολογικής φιλαρέσκειας ή αλλιώς ναρκισσισμού και τις τραγικές συνέπειες της. Και αν φαίνεται εξ’ αρχής αδιάφορο ως θέμα, με λίγη προσπάθεια θα δούμε πως δεν είναι έτσι. Η στάση μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η αναζήτηση μέσα από αυτά της κοινωνικής αποδοχής, είναι ένα ισχυρό παράδειγμα της σοβαρότητας του. Στην ταινία, φυσικά, για να γίνει πιο μυθοπλαστικό και ενδιαφέρον το ζήτημα, τίθεται σε ένα πιο σχηματικό – αν και όχι άμεσα προσβάσιμο για όλους – πλαίσιο, αυτό του κόσμου του θεάματος, κάδρο δηλαδή ικανό για να αναδείξει τις όποιες ιδέες της. Σε αυτό το ανθρώπινο σφαγείο, είναι που περισσότερο και με πιο τραγικές συνέπειες επιβεβαιώνεται η ανθρώπινη αδυναμία και απελπισία για αποδοχή. Και αν η εξωτερική εικόνα ενός ανθρώπου είναι στοιχείο ανεκτίμητο, αυτή όταν δεν εκτιμάται όπως εκ φύσεως έχει, είναι γιατί προσπαθεί να στηρίξει την καλά κρυμμένη μιζέρια του ίδιου και μιας ολόκληρης κοινωνίας. Όσο την ταΐζει, αυτή εγωίστρια, όλο και πιο αχόρταγη γίνεται. Αν όμως τύχει και σπάσει, τότε ξεχύνεται ένα σύνολο κενών και ανασφαλών χαρακτηριστικών του ατόμου που για μια ασφαλή περίοδο κρύβεται πίσω από το σοβατισμένο τοίχο της απόγνωσης του. Βγαίνει φάτσα φόρα, όπως ο Erich Fromm έχει πει, «η αντικειμενική εικόνα, διαφορετική από την εικόνα που έχει ο ίδιος υποκειμενικά σχηματίσει με βάση τις επιθυμίες και τους φόβους του». Και η αντικειμενική εικόνα θα μπορούσε να αποτελεί, όπως βλέπουμε στην ταινία, μια απεικόνιση ψυχικού και εικαστικού τρόμου!

Ο ναρκισσισμός είναι μια κοινωνική ασθένεια της εποχής μας που εκδηλώνεται ατομικά, αλλά δεν παύει να είναι κοινωνική, με την έννοια ότι από αυτή τρέφεται ως μαζική συνείδηση και σε αυτή καταλήγει ως ανακύκλωση των παθογενειών της. Αν και έχει πολλά χαρακτηριστικά που θυμίζουν τις αναγκαίες για την ψυχική επιβίωση του ατόμου ιδιότητες, όπως η αυτοεκτίμηση ή ο αυτοθαυμασμός και η ανάγκη για ανάδειξη μιας αξιοπρεπούς εικόνας του εαυτού του, ο νάρκισσος καταλήγει σε μια άνευ προηγουμένου κοινωνική απομόνωση, κοινωνική και ατομική διαστροφή, δηλώνοντας όπως παραπάνω είπα, την έλλειψη εσωτερικής ανοχής, αποδοχής και ισορροπίας, όχι με την έννοιας της εκλογίκευσης των εξωτερικών ερεθισμάτων, αλλά με την στιβαρή και σίγουρη αντίληψη της θέσης του στην πραγματικότητα. Νάρκισσος δεν είναι ο εγωιστής ή ο εγωκεντρικός άνθρωπος. Αυτός αποδέχεται, αν και σκληρά, την κριτική, σε αντίθεση με τον νάρκισσο που αδυνατεί να γνωρίσει την έννοια της και έτσι εξεγείρεται όχι προς το πρόβλημα αλλά προς σε αυτούς που του το βγάζουν στην επιφάνεια. Αλλά πως ο Refn, τα βάζει επί τάπητος όλα τούτα;

neon001

Ας αρχίσουμε από τον τίτλο. Neon. Χημικό που χρησιμεύει για την παραγωγή φωτεινών επιγραφών, κατά βάση διαφημιστικών ή υποδηλωτικών. Επίσης δαίμονας. Με μια γρήγορη έρευνα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, και ενώ δαίμονες υπήρχαν πολλοί – και ειδικότερα στις μονοθεϊστικές θρησκείες – η πανέμορφη θεά Λάμια, παίζει καλύτερα τον ρόλο της ως υπόθεση ερμηνείας, μιας που σύμφωνα με τον μύθο ήταν αυτή που έτρωγε τα παιδιά της. Αν συνθέσω τώρα τον τίτλο θα βγάλω το εξής συμπέρασμα. Ο νάρκισσος ζει μια πρόσκαιρη ευτυχία κάτω από την σκοτεινή και χημική λάμψη των neon – και όχι στο ισχυρό και ζωογόνο φως του ήλιου – με μοναδικό στόχο ή απλά αποτέλεσμα, τον κανιβαλισμό του εαυτού του. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια καλή ερμηνεία – από πλευρά σκηνοθέτη και με μόνο στοιχείο τον τίτλο του έργου – του θέματος που τίθεται.

Αλλά ο δημιουργός, δυστυχώς, προσπαθεί να δημιουργήσει με βάση τον τίτλο και μόνο. Χτίζει και δομεί την σκέψη του, και την αδυσώπητη είναι αλήθεια, φόρμα του έργου σε τούτα μοναχά τα πλαίσια. Όλο το «δοκίμιο» του – γιατί η πλοκή είναι υποτυπώδης και δεν το θέτω αρνητικά – πάνω στην αντίθεση εξωτερική ομορφιά και εσωτερικό (που εκφράζεται και εξωτερικά) μακελειό, ξεκινάει, εξελίσσεται και τελειώνει μέσα στα πλαίσια του τίτλου. Επιβλητικοί neon φωτισμοί, αργά και μακρόσυρτα πλάνα που ορίζουν μια στασιμότητα και μια ακινησία αυτής της «ψευδούς», λαμπερής και ζοφερής ζωής, αποκοπή των χαρακτήρων από την ανθρώπινη φύση, σχεδόν κτήνη ή δαίμονες που ορκίζονται ότι θα κατασπαράξουν την πρωταγωνίστρια, συμβολισμοί για τον φθόνο, την ανθρωποφαγία και την βιομηχανία του θεάματος, μια αίσθηση ενδοσκοπικού τρόμου – σαν ένας κυρίαρχος και εξουσιαστικός δαίμονας να υπάρχει πίσω και μπρος από την κάμερα – και εικόνες που μπορούν να χαρακτηριστούν, στο καλλιτεχνικό τομέα της διεύθυνσης φωτογραφίας, ως μέρος σινεματικής ανθολογίας. Όμως αυτό το στυλιζάρισμα – που το λέω είναι μάθημα φωτογραφικής προσέγγισης – κατά πόσο περιέχει δυναμική πέραν της επιδερμικής ερμηνείας της κεντρικής ιδέας;

neon002

Όσο φτάνω στο τέλος του έργου, είμαι όλο και πιο σίγουρος πως ο δημιουργός είναι τόσο στείρος νοηματικά, όσο γόνιμος στυλιστικά. Και αφού είναι τόσο κενός, δεν μένει παρά να πιστέψω πως αποτελεί και ο ίδιος μέρος του θέματος το οποίο κρίνει, ακόμη και με τον μονοεπίπεδο αυτόν τρόπο που το κρίνει. Είναι σαφώς και αυτός, όπως οι υποκριτικές, ανταγωνιστικές και δίχως ίχνος ανθρώπινης συμπεριφοράς σε εκφράσεις, παρουσιαστικό και συναίσθημα, πρωταγωνίστριες του, ναρκισσιστής. Και είναι ναρκισσιστής ως κινηματογραφικός δημιουργός. Διότι ασφαλώς και ο κινηματογράφος αν δεν μεταχειριστεί ως τέχνη, βγάζει στο προσκήνιο την δεύτερη πλευρά του, αυτή που είναι κοντά στον κόσμο της μόδας. Κόκκινα χαλιά, υπέρμετρη φιλοδοξία, στυλ, φώτα και τα λοιπά. Και ο Refn μοιάζει πως αυτά αποζητά. Για να αποδείξει πως είναι κάτι παραπάνω από ένας δυνατός τεχνίτης της κάμερας – αν και μονάχα αυτό είναι – και να νιώσει την επιβεβαίωση του εαυτού του, τον χάνει και τον κατασπαράζει.

Η ιδέα θα μπορούσε να αναπτυχθεί πολύπλερα. Μα τον δημιουργό δεν φαίνεται να τον πολυνοιάζει, ή δεν είναι άξιος για να τα καταφέρει. Αφού η προκλητική και ισχυρή κάμερα κάνει την δουλειά της, να μας αποπροσανατολίζει διαρκώς, ποιος κόπτεται τι από τα δυο συμβαίνει; Εφόσον αποκόπτει από την ιδέα κάθε προέκταση, κάθε νέο ρυάκι σκέψης να ξεχειλίσει, κρατάει το σενάριο ερμητικά κλειστό σε κάθε τύπου περαιτέρω ερμηνεία, μας βάζει σε τέσσερις τοίχους και όσο και αν επιβάλλεται μέσω της χρήσης της καμερίστικης δουλειάς, τόσο επιβάλλει και την προχειρότητα των νοημάτων, γιατί να χολοσκάει; Με το τελικό του έργο, ή θα ενθουσιαστούμε από το φαντασμαγορικό και εφιαλτικό κόσμο που έχει χτίσει ή θα συμπεράνουμε πως δεν βρήκαμε στο δίωρο καμιά κοινωνική εξαγωγή, καμιά ψυχική αιτία, καμιά τροφή για κουβέντα. Θα μπούμε σε ένα υποβλητικό κλίμα και θα βλέπουμε σε αργή κίνηση τις συνέπειες του ναρκισσισμού μέσα στα στεγανά του πλαίσια. Αυτό και μόνο. Λάμψη, σκληρότητα και αίμα. Τίποτα άλλο. Κάθε συμβολισμός μένει μετέωρος και καθαρά στυλιστικός, κάθε αφηγηματική τεχνική επιμένει απλώς να προκαλεί ένα αρχικό δέος.

neon003

Και έτσι θα καταλήξω, στο πασίγνωστο και δεδομένο και πλήρως τετριμμένο. Κάθε ταινία, κάθε έργο τέχνης, πέρα από το να επιδείχνει την σπουδαία τεχνική αρτιότητα της ή να αποτελεί απλά μια οπτική εμπειρία (που είναι!), οφείλει να καταφέρνει παράλληλα να δίνει και ένα σύνολο ιδεών και ερωτημάτων, για να στέκεται εκτός του φιλμ και μέσα στο κοινό και την κοινωνία και μέσα στον χρόνο. Αν μιλούσαμε για ντεμπούτο, θα ήταν άλλα τα μέτρα και σταθμά της κριτικής, αλλά εδώ μιλάμε για έμπειρο σκηνοθέτη, με τάσεις υψηλού auteur.

Με αυτά και με αυτά, αναρωτιέμαι. Ο Nicolas Winding Refn, θα δεχόταν μια κριτική στο ναρκισσιστικό έργο του, όταν εν τέλει, δεν βλέπει όλα τούτα τα κατακριτέα στοιχεία στον εαυτό του; «Δεν έχω κανένα πραγματικό χάρισμα. Απλά είμαι σχεδόν άριστος κινηματογραφιστής και εφόσον έχω κάνει όνομα στην πιάτσα, μπορώ να βγάλω χρήματα από αυτό», θα μπορούσε, όπως η πρωταγωνίστρια του, να λέει και ο ίδιος στην πραγματικότητα.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).