«Parasite»: Τον Bong Joon-ho οφείλουμε πλέον να τον γνωρίζουμε όλοι…

Για μια από τις καλύτερες πολιτικές ταινίες της χρονιάς

| 17/10/2019

Ο Bong Joon-ho πήρε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες για το συγκεκριμένο αριστούργημα.

Κατασκεύασε μια σημαντική, σημαντική διότι πολιτικά ριζοσπαστική, τοιχογραφία της νοτιοκορεάτικης κοινωνίας και βγήκε νικητής με το πιο σημαντικό βραβείο στο πιο σημαντικό κινηματογραφικό φεστιβάλ.

Ο Bong Joon-ho μελέτησε και αναπαράστησε με ακραίο χιούμορ σε βαθμό γκροτέσκο και ταυτόχρονα σοβαρότητα τον καννιβαλικό κοινωνικό ανταγωνισμό μέσα από την παρασιτική φύση του καπιταλισμού και των ταξικών του αντιθέσεων. Αντιθέσεις από την μία τόσο αόρατες όσο και σε κλίμακες ορατού μακελειού.

Ο Bong Joon-ho μιλάει τόσο για τους αστούς όσο και για τους εργαζόμενους. Αυτούς τους άπλυτους, βρομερούς, περιθωριακούς και δόλιους –όπως έχουν επινοηθεί στο άρρωστο αστικό φαντασιακό- εργαζόμενους και τους κάνει ένα ουσιαστικό πορτρέτο. Ωστόσο: τους κρίνει ως σύμμαχός τους και ταυτόχρονα τους επιβραβεύει ως σύντροφός τους.

Ο Bong Joon-ho δεν μας μπερδεύει. Εκεί που στοχεύει ανελέητα, αυτούς που δείχνει με το δάκτυλο είναι τους πλούσιους αστούς. Αποτέλεσμα: δεχόμαστε απολαυστικά την γελοιογραφία τους! Τους δείχνει όπως ακριβώς είναι ευρέως γνωστοί δικαιολογώντας ταυτόχρονα το τίτλο της ταινίας. Άχρηστοι. Μη χρηστικοί στο κοινωνικό σύνολο. Που υπάρχουν και ζούνε παρασιτικά. Που δεν παράγουν απολύτως τίποτα. Που δεν μοιράζουν στην υπόλοιπη κοινωνία παρά την νοοτροπία τους: ανία, υπεροψία, καμιά κοινωνική συσχέτιση, σεξουαλικά φετίχ, αισθητική ευτέλεια, αφέλεια, υποκρισία και μπόλικη βαρβαρότητα ηθικής, ψυχικής και σωματικής φύσης. Ο Μπουνιουέλ θα έμενε πολύ ευχαριστημένος αν παρακολουθούσε αυτή την ταινία…

Ο Bong Joon-ho αποδείχνει όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται την ταξική διάρθρωση της χώρας του. Κι αν βλέπουμε Νότια Κορέα ωστόσο την Ευρώπη, την Αμερική και την Ελλάδα με έκπληξη αναγνωρίζουμε. Η ταξική δόμηση του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου άλλωστε δεν διαφέρει καθόλου.

Πριν όμως από τα «παράσιτα» του ο Bong Joon-ho είχε ισάξια καλλιτεχνικά «πολιτική» δράση: στόχευσε την ανελέητα συνειδητή εγκληματική υποκρισία των πολυεθνικών που στόχο έχουν να βγάζουν μαζικά δολάρια, υπεύθυνων για μαζικούς φόνους και μαζικές ασθένειες. Τα έβαλε ανοιχτά (Okja, 2017) με την αμερικάνικη εταιρία Monsanto. Την εταιρία που έχει κατασκευάσει για μαζική χρήση το καρκινογόνο χημικό Roundup και για μαζική καταστροφή το Agent Orange υπεύθυνο για την δολοφονία εκατομμυρίων Βιετναμέζων. Την Monsanto που δεν έκρυψε τον έρωτα της για την γερμανική Bayer και τελικά εξαγοράστηκε από την τελευταία. Την Bayer που κατασκεύασε την ηρωίνη και κάποτε ως IG Farben το Zyklon B το χημικό των θαλάμων αερίων του Auschwitz. Την Monsanto που σήμερα ειδικεύεται στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα.

Επιπλέον ο Bong Joon-ho με τον συνήθη ευρηματικό του τρόπο απέδειξε την ταξικότητα της κοινωνίας μέσα από το σχήμα ενός τρένου που οδεύει στο γενικευμένο θάνατο (Snowpiercer, 2013) καθώς και την θέση χωρών όπως η πατρίδα του η Νότια Κορέα που ευρέως θεωρούνται ανεξάρτητες, αναπτυγμένες, δημοκρατικές και οικολογικά ευαίσθητες κατά πόσο τελικά εξαρτημένες, βιομηχανοποιημένες και εστίες κρατικού εκφασισμού είναι ως προτεκτοράτο των ΗΠΑ (The Host, 2006).

Ο Bong Joon-ho όσο εμείς αναρωτιόμαστε αν συνεχίζει να υπάρχει ξεκάθαρα πολιτικό σινεμά σε κάθε του ταινία μας διαψεύδει. Επιβεβαιώνει πως υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν το βουλώνουν. Που είναι σαφείς, συγκεκριμένοι, ουσιαστικοί, στοχοπροσηλωμένοι.

Που παίζουν ταυτοχρόνως τον κινηματογράφο στα δάκτυλα τους. Που ξέρουν να ισορροπούν ανάμεσα στο ποιοτικό και το συμβατικό, ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, στο γελοίο και το σοβαρό, που κυρίως σπάζουν την σύμβαση, το γεγονός ίσως, το χάσμα σε κάθε περίπτωση ανάμεσα στην ουσιαστική κινηματογραφική τέχνη και στο φαινομενικά ευκολόπεπτο θέαμα.

Ο Bong Joon-ho λοιπόν. Επαναλαμβάνω το όνομα του διότι αυτό το όνομα οφείλουμε να το γνωρίζουμε. Δεν είναι «άλλος ένας» καλός σκηνοθέτης. Ο «άλλος ένας» δεν έχει την δυναμική να μας χαρίζει πίσω την πολιτική λαλιά που έχει σιγάσει. Την πολιτική αντίληψη που έχουμε κάνει χηλό. Οφείλουμε αρκετά στον Bong Joon-ho που δεν βάζει νερό στο κρασί του. Που εξειδικεύει το γενικό και μας το ξεκαθαρίζει. Που κρατάει ταυτόσημη με τις ταινίες του, την προσωπική του στάση: Όταν ολοκλήρωσε το Snowpiercer, το τεράστιο στούντιο του Weinstein αγόρασε τα δικαιώματα για την προβολή της ταινίας στις ΗΠΑ αλλά ήθελε να κόψει 20 λεπτά από το μοντάζ, αλλοιώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν τους έκανε καμιά χάρη. Την κυκλοφόρησε όπως ακριβώς ήθελε, κερδίζοντας με το μέρος του κοινό και κριτικούς. Μαγκιά του προφανώς που έχει φίλους και συνεργάτες του ηθοποιούς όπως την Tilda Swinton, τον Jake Gyllenhaal και τον Ed Harris, μαγκιά του που χρησιμοποιεί και την αγγλική γλώσσα όποτε θέλει για να προσεγγίσει το πολύπαθο από τα blockbuster και το MARVELοσινεμά αμερικάνικο κοινό. Μαγκιά του που κάνει συμβατικό σινεμά και τέχνης ταυτόχρονα. Που κατάφερε να μην μπορεί κανείς να του θέσει όρια και κανόνες στο τι θα πει και τι θα γυρίσει. Που ταυτόχρονα δεν έφυγε ποτέ μακριά από την χώρα του και το εθνικό της σινεμά, γυρίζοντας ταινίες αποκλειστικά στην Κορέα, με κορεάτικη γλώσσα και κορεάτες ηθοποιούς, που δεν απουσίασε τελικά ποτέ του από την παγκόσμια πραγματικότητα και την ξεφτίλα που γεννάει ο καπιταλισμός.

Για τα «Παράσιτα» δεν χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω. Είναι εκεί μπρος στην οθόνη μας και μας τα λέει όλα! Ωστόσο, ανάμεσα σε όλες τις απίστευτα απολαυστικές σκηνές, κάποια στιγμή το γέλιο κόβεται: Το πλάνο με το «Ευχαριστώ!» που δηλώνει με θλιβερή ευγνωμοσύνη ο κυριολεκτικά σκλάβος στο αφεντικό του δεν λέει με τίποτα να με αφήσει ήσυχο!

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).